moystaki_katerina.jpg

Την Κυριακή που μας πέρασε γύρισα από ένα ταξίδι «χατζηλίκι και όχι αναψυχή», όπως ο Θοδωρής Κοντάρας το χαρακτήρισε. Το οργάνωσε και το έφερε εις πέρας με εξαιρετική ευαισθησία και γνώση, ακόμη και της πιο μικρής λεπτομέρειας.
Αυτό το ταξίδι-προσκύνημα είχε, για τον κάθε ένα από μας, ξεχωριστή σημασία και ήταν σίγουρα μια μοναδική εμπειρία.
Στο παρελθόν, έχω επισκεφθεί τις πόλεις και τα χωριά των παππούδων μου, άλλοτε με οργανωμένες εκδρομές και άλλοτε ανεξάρτητα, αυτό όμως που βίωσα αυτή τη φορά ήταν κάτι τελείως διαφορετικό. Κάθε πόλη που επισκεφθήκαμε, μάς «άνοιγε» την καρδιά της και μάς «έλεγε» την ιστορία της, από τα βάθη των αιώνων, από τότε που ζούσαν εκεί οι Έλληνες.
Καλλίπολη, Απολλωνιάδα, Νεάπολη, Νίκαια, Μουδανιά, Προύσα, Κίος, Αρτάκη, Δαρδανέλια, Τροία, Τένεδος, Άσσος, Μάδυτος, Αίνος, είναι κάποιες από τις χαμένες πατρίδες που μάς «υποδέχτηκαν» και εμείς αισθανθήκαμε ότι συμπληρώσαμε μέρος του κενού των 89 χρόνων έλλειψης Ελλήνων στην περιοχή. Γίναμε κομμάτι μιας νοητής συνέχειας, που δεν πρέπει να διαρραγεί και αυτό θα γίνεται όσο η μνήμη μας παραμένει ζωντανή και οι ερχόμενες γενιές των Ελλήνων δεν θα παύσουν να θυμούνται και δεν θα αποποιηθούν την ιστορία μας.
Δεν θα ήθελα να περιγράψω τι είδαμε, τι ζήσαμε και τι αισθανθήκαμε σ’ αυτό το προσκύνημα, φοβάμαι ότι θα το αδικήσω, αφού τα λόγια θα είναι φτωχά και δεν θα εκφράζουν ούτε μέρος της πραγματικότητας. Μόνο ένα θα σας πω.
Ο Θοδωρής Κοντάρας, εξαιρετικός όπως πάντα, ευρυμαθής, καλός χειριστής της γλώσσας και ασυναγώνιστος ομιλητής, ήξερε πότε έπρεπε να διανθίσει τη διήγησή του με αστεία και ανέκδοτα για να μην κουράζει.
Τώρα που αναλογίζομαι την πεζοπορία κάτω από τον ήλιο, τα πρωινά ξυπνήματα, την πυκνότητα των επισκέψεων σ’ όλα αυτά τα μέρη και το βομβαρδισμό με ιστορικές γνώσεις -θα έπρεπε να αναλογίζομαι την κούραση εκείνων των ημερών και να ξορκίζω την όποια επανάληψή της-, αλήθεια, αν αύριο πάλι μου λέγανε να ξεκινήσουμε το ίδιο ακριβώς ταξίδι, θα πήγαινε τρέχοντας. Μοιάζει λίγο με τους πόνους της γέννας, που τους ξεχνάς αμέσως μετά τον τοκετό και το επαναλαμβάνεις.
Όμως είναι Σεπτέμβρης και δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Σ’ όλη την Τουρκία, όπου κι αν πήγαμε, στις κεντρικές πλατείες των πόλεων ήταν στημένο ένα άγαλμα του Κεμάλ Ατατούρκ που πάντα έγραφε μια επιγραφή που αναφερόταν στο Σεπτέμβρη του 1922, που «απελευθέρωσε» τη χώρα τους.
Επιτρέψτε μου λοιπόν να σας παραθέσω ένα απόσπασμα μιας συγκλονιστικής μαρτυρίας μιας «εκατοχρονίτισσας και ξεριζωμένης», της γιαγιάς Μαριγώς, από την Ουρανούπολη της Χαλκιδικής.

Η διήγηση γίνεται με την «ανόθευτη γλώσσα της γης μας, για την προσφυγιά και τις άλλες πίκρες», όπως γράφει ο Ματθαίος Μουντές στο περιοδικό «Γυναίκα» στη δεκαετία του 1970 το κείμενο βρίσκεται στο αρχείο του Θοδωρή Κοντάρα, που μας το διάβασε όταν ακόμη βρισκόμαστε στα χωριά της περιοχής). Η κυρά Μαριγώ καταγόταν από το χωριό Αλώνη του νησιού Αλώνη.

 

Η κυρά Μαριγώ

Αλήθεια, τι σηκώνει αυτή η ράχη, τι σηκώνει αυτή η καρδιά.

«Αν αρχινήσω και τα πω τα πάθη μου τραγούδια
η μαύρη γης θα ξεραθή δεν βγάνει πια λουλούδια.
Σαράντα βρύσες με νερό κι εξηνταδυό πηγάδια,
Δε μου τη σβήνουν τη φωτιά πόχω στα φυλλοκάρδια.
Όποιος μ’ ακούει και τραγουδώ, θαρρεί δεν έχω πίκρα
Μα ‘γω ‘χω στην καρδούλα μου τρία μαχαίρια δίπλα…».

Ο λόγος της χυμός της γης, δάκρυ των βράχων, μακρυγγιαννικός θηλυκά, ανιστορεί με τολμηρές κουβέντες το συναξάρι της φαμίλιας της, πούναι και συναξάρι του Γένους.
Πρόσφυγα από τα νησάκια του Μαρμαρά, ξερριζωμένη από κείνα τα’ αγιασμένα χώματα δυο φορές (1914 ο πρώτος ξεσηκωμός, 1922 ο δεύτερος κι οριστικός) ήρθε στον Πύργο (το παληό όνομα της Ουρανούπολης), κουβαλώντας τα πένθη της και την καρτερία της και την αφάνταστη δύναμή της για ζωή.

Ρίζα της εληάς η γιαγιά Μαριγώ. Μορφή της οδύνης, αλλά και της υπομονής. Έχασε πέντε παιδιά και δυο άντρες. Ζη μονάχη, μιλάει συχνά με ρίμες. Γράμματα δεν ξέρει, μα είναι σοφή. Η σοφία της γης. «Αν ήξερα γράμματα, αχ μωρέ και νάξερα γράμματα. Ήθελα γράψω σε βιβλίο τα βάσανά μου».
Τη ρωτώ συχνά για τον πρώτο διωγμό. Πώς ήρθε η είδηση ότι «θα τους σηκώνανε». Το 1914 έχει κάτσει πυρωμένο σίδερο στη μνήμη της: «Από πού ν’ αρχίσω; Δεν τόχαμε αυτό το πράγμα καθόλου στην ιδέα μας. Κανένας άνθρωπος. Έρχεται ένας και λέει, θα σηκωθούμε. Σηκώθηκε κιόλας το Πασά – λιμάνι! Σηκωνούμαστε. Πάμε στην εκκλησιά, ανάφτουμε το καντήλι. Δεν προπαίρνομε να γυρίσωμε. Έρχεται ένα παπόρι, παιδιά μου, θερίο πράμα, θερίο κι αράζει. Ε, ο κόσμος ξεκόβει. Δεν μας αφήνανε να πάρουμε ρούχα να σκεπαστούμε. Τίποτα. Τέλος, πάντων, μάς παίρνουνε και μας βγάλανε στο Παζάρ, σ’ ένα τουρκοχώρι. Μάς βγάλανε εκεί και τα κάρα φορτώνανε οικογένειες και τις κουβαλάγανε μέσα στην Ανατολή. Μας επήανε στο Μπαλή Κεσέρ. Από το Μπηλή Κεσέρ, μέσα στον ήλιο, μέσα στην ταλαιπωρία, μας επήανε στο Εβρεντίν, ένα μέρος ούτε ανθρώποι ηύραμε ούτε τίποτα. Πήαμε εκεί. Κάτσαμε. Άρχισε ο κόσμος να πεθαίνουνε. Κι απ’ την πείνα κι απ’ τη στενοχώρια κι από το φόβο τους. Ερμία. Οι άνθρωποι που ήτανε εκεί φύγανε. Πού πήγανε; Δεν ξέρω. Κάτσαμε ένα χρόνο ανάμιση χρόνο. Ο κόσμος πέθαινε. Τώρα από τη στενοχώρια τους, από τη νηστικάδα τους…».

«Μας πάνε, παιδιά μου, σ’ ένα μέρος, σ’ ένα χωράφ’ δυο-τρεις φορές μεγαλύτερο από τον Πύργο. Τη μέρα καιγούμαστε. Τη νύχτα γενούμαστε παπιά απ’ τα’ αγιάζι. Τώρα ο άνθρωπος από το πρωί βρεμένος, να σε χτυπήση ο ήλιος, πήγαμε μέσα στα ρουμάνια να κόψουμε τσαλιά, δέντρα, να κάμωμε καμιά καλύβα να κάτσουμε. Δεν μας αφήνανε οι Τούρκοι. Πέθαινε ο κόσμος. Αφού με σκεπάρνια κάναμε λάκκοι και τσι χώναμε. Αφού πεθαίναν τα παιδιά μου και δεν είχε μήτε παπά μήτε νεκροθάφτη μήτε τίποτα. Μήτε γιατρό, τίποτα. Τη μέρα, δυο, τρεις, τέσσερις πεθαίνανε. Κι ο κόσμος; Να φύουνε δεν μπορούσανε. Δεν μας αφήνανε να φύουμε. Δηλαδή θέλανε να μας ξεκαν’ νε».

«Εγώ… Πεθαίνει το πρωί το κορίτσι μου, εφτάμιση χρονώ. Πάω το θαφτω. Με μια Τουρκάλα. Το βράδυ πεθαίνει το αγοράκι μου. Πεντέμιση χρονώ. Ποια μάνα το’καμε αυτό το πράμα και βάσταξε; Και πάω και τα θάφτω μόνη μου. Ανοίγω τσι λάκκοι μ’ ένα σκεπάρνι, καρφώνω ένα σταυρό».

«Πήα στο σπίτι, η μητέρα μου κι ο πατέρας μου κάνανε πως γελούσανε -αχ!- Σε δυο-τρεις μέρες, βλέπω και το μεγάλο μου το παιδί -δώδεκα χρονώ- κι αρρωσταίνει. Σηκώνουμαι και πάω απάνω στην αστυνομία. Ο πρόεδρος ήτανε χωριανός μας και ξάδερφός μου. Λέω, Γιώργο, θα πάρω ένα μαχαίρι ναβγω, για αυτουνούς θα σκοτώσω για εγώ θα σκοτωθώ. Εγώ, λέω, να θάψω τρία παιδιά, λέω, μέσα στο έρμο το Εβρεντί, χωρίς γιατρό, χωρίς παπά, λέω, τι πράματα είν’ αυτά; Να πας, με λέει, στο μεγάλο. Ήτανε ένας χωροφύλακας. Κι αυτός ο χωροφύλακας έκαμε στα δικά μας τα χωριά και μας ήξερε εμάς. Με λέει, κυρά Μαρία, υπομονή! Χάνω τα παιδιά μου, λέω, εδώ πέρα, λέω, τι υπομονή να κάνω; Με πήε στους άλλους. Με καλοδεχτήκανε. Να με δώσετε μιαν άδειαν να φύω, να πάω στο Μπαλή Κεσέρ να σώσω το παιδί μου, λέω. (Δεν είπα που ο άντρας μου ήταν στην Αμερική). Εμένα, λέω, ο άντρας μου πολεμάει και τα παιδιά μου πεθαίνουνε άδικα των αδίκω, λέω, εδώ πέρα μέσα; Λέει: Δε θα μπορέσουμε, μαντάμ -ήτανε Κρητικοί και ξέρανε ρωμέικα. Αλλά, λέει, πήγαινε εσύ κι εμείς, με λέει, όπου σε φέρουνε αντίσταση θα μιλήσουμε απ’ εδώ. Ήτανε και μια έρημη μ’ ένα κορίτσι. Μπρε Μαριγώ, πολύ θα σε περικαλέσω, με λέει, πες πως είμαι αδερφή σου. Την πέρασα κι αυτήνε στο χαρτί μου».

«Στο Μπαλού Κεσέρ ήταν μια ξαδέρφη μου. Κάτσαμε εκεί Κανά μήνα. Το παιδί μου δεν πέθανε εκεί. Πέθανε στο Αρτάκι. Πέθανε μπροστά ο πατέρας μου, σε δεκαπέντε μέρες του πατέρα μου πεθαίνει η μάνα μου, στ’ οχτώ τσι μέρες της μάνας μου πεθαίνει το παιδί. Εννηά μέρες είχα να φάω ψωμί. Μόνο με νερό…».
Τα θυμάται όλα ξανά -η μνήμη γυρίζει με οδυνηρή επιθυμία, συχνά, σε εκείνες τις μέρες: «Τι είδετε μωρή; Ε, τι είδετε; Να θάψω δυο παιδιά μου σε μια μέρα και νάχω κι εννηά χρόνια τον άντρα μου χαμένο. Θα το πιστέψετε πως με το φουστάνι που μ’ άφησε ήρθε και με ηύρε;»
Ανασκουμπώθηκαν να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους. 1918-1922: Ανάπαυλα ελπίδας. Και ύστερα ο μεγάλος ξερριζωμός. Τη ρωτώ πώς ήρθε η είδηση. Μού λέει: «Ήρτε το παπόρι. Χτυπούν οι καμπάνες. Τι είναι; Θα σηκωθούμε πάλι!, λέει, Κανείς δεν είχε χαμπάρι. Δεν είχαμε χαμπάρι πως μας σηκώνουνε. Τέτοιο παπόρι, ακόμα δεν είδαμε. Εφτά αμπάρια είχε μέσα. Με συγχωρείτε: γαϊδούρια, αγελάδες, βόδια, όλη η Ανατολή. Η Ανατολή ήτανε σηκωμένη κι ήρθε στο χωριό μας. Ήρταν ούλοι μεσ’ στο παπόρι. Τρεις χιλιάδες κόσμος, ο ένας πάνω στον άλλονε. Βγήκαμε στο Δεδέαγατς, βγήκαμε στη Σκιάθο, στο Βόλο. Ηύραμε πολλές φουρτούνες. Ήρταμε στο Αίγιο. Αχ, τι όμορφα περιβόλια. Πέρασα εκεί έξη χρόνια, καλή ζωή και πικραμένη…».

Ύστερα ήρθαν με τον άντρα της στην Ουρανούπολη, Είχε χάσει, εν τω μεταξύ, άλλα δυο παιδιά, υιοθετημένα. Αγώνες καινούριοι στην Ουρανούπολη. Πεθαίνει ο πρώτος της άντρας εδώ. Η Μαριγώ είναι ακόμα νέα. Οι παληές φωτογραφίες τήνε δείχνουν γλυκιά και δυναμική, με δυο μάτια ζωγραφισμένα με κάρβουνο: «Και σηκώθηκε η αδερφή μου και με ξαναπάντρεψε. Δεν ήθελα γω να παντρευτώ».

Η ζωή κυλά, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνα, άνοιξη. Η γιαγιά είναι ένα γραμμόφωνο της φυλής και της ποίησης. Πείρα, καλωσύνη, το χωρατό, χωρατό. Το αγιορείσιο τσίπουρο της τρυφερεύει τις μνήμες. Έχει για όλα ένα λόγο καλό.

– Γιαγιά, θα μας πης για τον άγγελο και την ψυχή;

«Ο άνθρωπος, άμα πεθάνη, άγγελος Κυρίου θα τόνε γυρίζη σαράντα μέρες σε όλα τα μέρη κι ύστερα, λέει, θα περάση εφτά κριτήρια, για να πάη στη θέση του. Σαράντα μέρες η ψυχή δεν πάει στη θέση της, γυρίζει και σε πάει όπου πήγες. Όπου πάτησες, θα σε πάη. Εμένα θα με σεριανίση σ’ Ανατολή και Δύση. Στο Μιχαλίτσι, στο Εβρεντί, στο Πάνορμο, στο Αρτάκι, στο Αίγιο και στου διαβόλου τη μάνα! Θέλω, μωρέ παιδιά, να με πάη και να με κάμη εκείνα που έκαμα. Κείνα που προσφέρανε η ψυχή μου και τα χέρια μου, θέλω να τα διω». 


ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.