ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΟΥΣΤΑΚΗ

Ο λόγος μου είναι συμβόλαιο! Δεν θέλω να υπογράψω κανένα χαρτί.  Έχω λόγο εγώ!»  Αυτά ήταν τα λόγια του παππού μου, που τα άκουγα, όταν ήμουν μικρή, και αναρωτιώμουν γιατί επέμενε σ’ αυτή τη θέση, όταν όλοι γύρω του προσπαθούσαν να τον πείσουν ότι στα γραμμάτια απαιτείται υπογραφή και δεν αρκεί ο λόγος του.
Γεννημένος και μεγαλωμένος στη Σμύρνη, όπου ασκούσε και τις  εμπορικές του δραστηριότητες, είχε συνηθίσει  να εμπιστεύεται ο ένας τον άλλον, έτσι, με ένα σφίξιμο του χεριού και με ένα «λόγω τιμής», έκλεινε η όποια συμφωνία.
Κανένας από τους συμβαλλόμενους δεν είχε σκοπό να αθετήσει τον λόγο του, επειδή μαζί μ’ αυτό θα έχανε την αξιοπιστία του στην αγορά, και η «τιμή του» θα είχε τρωθεί αμετάκλητα. Θα έπρεπε, «να βρεί καράβι να φύγει». Δεν θα τον χωρούσε πλέον ο τόπος, αφού θα ήταν ήδη ατιμασμένος και δακτυλοδεικτούμενος, αυτός και η οικογένειά του.
Αυτές λοιπόν ήταν κάποιες από τις αξίες που κουβαλούσε μαζί του, στην προσφυγιά, ο παππούς μου. Η κατάσταση, που είχε να αντιμετωπίσει, εκτός από τον ξεριζωμό και την φτώχια, ήταν και οι νέες συνθήκες «συνεννόησης» και συνδιαλλαγής στη «Μάνα Πατρίδα».
Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν αρκούσε ο λόγος του. Είναι αλήθεια ότι δεν είμαι βεβαία ότι κατάφερε να το κατανοήσει μέχρι το θάνατό του. Αφού ανήκε στη γενιά, που σεβότανε ο ένας τον άλλον, στήριζε ο ένας τον άλλον, αγαπούσε ο ένας τον άλλον, και  κυρίως σαν πρώτο μέλημα είχαν την διατήρηση της αξιοπρέπειάς τους, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες.
Βέβαια, στο νέο καθεστώς και στις επικρατούσες συνθήκες που βρέθηκε, αναγκάστηκε πολλές φορές να υπογράψει αρκετά γραμμάτια για χρέη του. Δεν είχε επιλογές, απέναντι στους δανειστές του, που το απαιτούσαν.
Στα παιδιά του, είχε περάσει την θέση και τις αρχές του, όσον αφορά στην τιμή και  στην αξιοπρέπεια, τις οποίες και τους κληροδότησε.
Όταν ο παππούς μου αναφερότανε στον λόγο της τιμής του, και επέμενε ότι είναι αρκετός για να τηρηθεί η όποια συμφωνία, δεν είχε στο νού του να επιμένει από πείσμα σε κάποια θέση του και να μένει αμετακίνητος  σ’ αυτήν, όταν όλες οι συνθήκες γύρω του είχαν διαφοροποιηθεί.
Αυτές οι μνήμες ανακλήθηκαν συνειρμικά, λόγω των πολιτικών γεγονότων, που αυτές τις ημέρες  κυριαρχούν στη χώρα. Το να θέλει κάποιος να θεωρήσει αρκετό «το λόγο» του, για να ισχύσει μια συμφωνία, το θεωρώ αξιοπρεπές και ανθρώπινο.  Όταν αυτό το κάνει όμως για λόγους «κατανάλωσης» και  πεισματικά, για να δείξει διαφορετικός και ανυποχώρητος στις αρχές του, σε ποιους αλήθεια, στον λαό που ξέρει καλά τι είναι ο καθένας ή για να «περισώσει» την ανομολόγητη μέχρι σήμερα καταστροφική πολιτική του; Τότε δεν έχει αξία. Αυτό, κατά την άποψή μου, λέγεται άκρατος  λαϊκισμός.
Όταν  «χρωστάς», σαν κράτος, και ζητάς επί πλέον δανεικά από τους δανειστές σου, τότε υποχρεούσαι να συμμορφωθείς στις απαιτήσεις τους, επειδή αλλιώς, αυτός ο λαός, στο όνομα του οποίου όλοι ορκίζονται, θα βρεθεί στην πιο τραγική θέση που βρέθηκε ποτέ. Ίσως η μετεμφυλιακή περίοδος θα μπορούσε να συγκριθεί. Και όλα αυτά γιατί, για κάποιο πείσμα, για στείρους λεονταρισμούς για λαϊκή κατανάλωση, ή για όλα αυτά μαζί;
Εκείνο που ξέρω καλά είναι ότι μόνο τα ντουβάρια δεν υποχωρούν, οι άνθρωποι, σαν λογικά όντα, ξέρουν να το κάνουν, όταν χρειάζεται και μάλιστα όταν πρόκειται για το καλό της χώρας τους.
Ο τρόπος αντιμετώπισης των συνεταίρων και δανειστών μας του τύπου: «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;», δεν πιάνει βλέπετε στους «κουτόφραγκους» επειδή αυτοί «κρατούν και το μαχαίρι και το πεπόνι»! Δυστυχώς για μας, είναι αργά πια να αντιδράσουμε. Όταν είχαμε την ευκαιρία να το κάνουμε, τέσσερα τουλάχιστον χρόνια πριν, δεν το κάναμε και ο καθένας ας αναλογιστεί τις ευθύνες  που του αναλογούν, και να μη παριστάνει τον παρθενογεννημένο.
Αυτές οι αμετροεπείς συμπεριφορές εξώθησαν τον λαό σε  δίκαιες διαμαρτυρίες και αντιδράσεις πρωτόγνωρες για την εποχή της μεταπολίτευσης.
Κανείς δεν έχει δικαίωμα να ισχυρίζεται και να υποστηρίζει ότι είναι περισσότερο πατριώτης από τον άλλο και αγαπάει τον «λαό» , «κυρίαρχο» βέβαια για όλους, πιο πολύ από τους άλλους.
Ο καθένας μας υποστηρίζει ιδεολογικές  θεωρίες, που όλες έχουν σαν βάση τους, κοινωνικά μοντέλα, τα οποία δημιουργούν και προδιαγράφουν και την οικονομική βάση κάθε ιδεολογίας.
Όλα είναι σεβαστά και ο καθένας ελεύθερος να ακολουθήσει το δικό του ιδεολογικό μοντέλο. Όμως, στη δημοκρατία, για την οποία όλοι κόπτονται, δεν μπορούν κάποιες «ομάδες» να αποκλείουν την είσοδο στο Πολυτεχνείο, για κατάθεση στεφάνου, σε μια νεολαία κόμματος, όπως της ΠΑΣΠ, επειδή το κόμμα της είναι «υπέρ του Μνημονίου». Ποιοι είναι αυτοί που καπηλεύονται το «Πολυτεχνείο» και τις αρχές του;  Γνωρίζουν αλήθεια ότι, τότε 38 χρόνια πριν, όλοι ΕΝΩΜΕΝΟΙ δώσανε τον αγώνα που οδήγησε στην πτώση της χούντας;
Έχουν συνειδητοποιήσει  ότι το «Μήνυμα», που στείλανε τότε ΕΚΕΙΝΟΙ, ήταν ΕΝΟΤΗΤΑ και ΑΓΩΝΑΣ;
Ας μείνουν στην άκρη λοιπόν οι εμφυλιοπολεμικές συμπεριφορές, οι λαϊκισμοί και οι καπηλείες των εθνικών αγώνων.
Επειδή δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι:
«ΑΥΤΟΣ είναι
ο πάντοτε αφανής δικός μας Ιούδας!»  1

1. Οδυσσέας Ελύτης – ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.