ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΟΥΣΤΑΚΗ
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΟΥΣΤΑΚΗ

Όταν πρόκειται να κατέβω στην Αθήνα αισθάνομαι σαν να πρέπει να κάνω μια δύσκολη αποστολή. Όμως καλώς ή κακώς διάφορες υποχρεώσεις με αναγκάζουν να υφίσταμαι αυτή την ταλαιπωρία μια ή δύο φορές την εβδομάδα.
Την προηγούμενη Τετάρτη ήταν ανάγκη να βρεθώ στο κέντρο της Αθήνας στις 11 το πρωί για μια σοβαρή υπόθεση.
Όταν τελείωσα τη δουλειά μου, απεφάσισα να πάω στη περιοχή του Συντάγματος όπου είχα να τακτοποιήσω και κάποιες εκκρεμότητες. Ως συνήθως έβαλα το αυτοκίνητο σε ένα στεγασμένο σταθμό αυτοκινήτων εκεί κοντά.
Κάθε φορά διαπιστώνω ότι για να περπατήσεις τα πεζοδρόμια της Αθήνας πρέπει να φοράς ορειβατικές αρβύλες ή από εκείνα τα παπούτσια με τις ελαστικές αερόσολες που φοράνε τα παιδιά και οι αθλητές, αλλιώς κινδυνεύεις να πέσεις κάτω, να γλιστρήσεις ή να παραπατήσεις με τις όποιες συνέπειες στα πόδια και γενικά στα κόκκαλά σου.
Θυμάμαι ότι είχε πολυδιαφημιστεί αυτή η πλακόστρωση, τότε που έγινε και μάλιστα με τη δήθεν «πρωτοποριακή» της διαμόρφωση για τα άτομα με κινητικά προβλήματα, δηλαδή τις ράμπες στις διαβάσεις και τις διαδρομές για τυφλούς, που όλες σχεδόν οδηγούν πάνω σε κάποιο περίπτερο ή άλλου είδους εμπόδιο. Οι πλάκες δε, που έχουν επιλεγεί δεν έχουν καμιά σχέση με τις διεθνείς προδιαγραφές, είναι μια κακής ποιότητας απομίμηση, η οποία έχει ακριβοπληρωθεί και η οποία δυστυχώς σε αποτρέπει να περπατάς στα Αθηναϊκά πεζοδρόμια.
Οι δημοτικοί άρχοντες που τα διαφήμιζαν από τότε που τα κατασκεύασαν, φαντάζομαι ότι ούτε μια φορά δεν χρειάστηκε να περπατήσουν πάνω σ αυτά, αφού ακόμη και αποστάσεις των εκατό μέτρων διανύουν εποχούμενοι.
Εκείνο όμως που με έκανε να θυμώσω και να συγχυστώ, είναι η παράνομη στάθμευση των αυτοκινήτων, έξω από τα ξενοδοχεία της πλατείας Συντάγματος, που ως συνήθως είχαν σταθμεύσει κάθετα στο οδόστρωμα καταλαμβάνοντας μια από τις τέσσερις λωρίδες κυκλοφορίας.
Ήταν μεγάλα πολυτελή αυτοκίνητα, ακόμη και ένα πελώριο jeep, σαν μικρό φορτηγό, το μισό πάνω στο πεζοδρόμιο.
Οι διάφοροι οδηγοί αυτών των αυτοκινήτων ήταν έξω από τα ξενοδοχεία και περιμένουν φαντάζομαι τους ιδιοκτήτες, τα «αφεντικά» τους, για να τους μεταφέρουν.
Την πρώτη φορά που πέρασα από την περιοχή ήταν περίπου δύο το μεσημέρι.
Αγανάκτησα με αυτή την κατάσταση αποικιοκρατίας στο κέντρο της Αθήνας. Κάθε φορά αυτή η ανοχή με τρομάζει.
Όταν ξαναπέρασα από το ίδιο σημείο ήταν οκτώ το βράδυ. Τα ίδια αυτοκίνητα ήταν εκεί, οι ίδιοι οδηγοί εκεί, και επιπλέον είχε καταληφθεί και μια ακόμη λωρίδα του δρόμου από τα ταξί που περίμεναν για να εξυπηρετήσουν τους πελάτες των πολυτελών ξενοδοχείων. Δεν είδα πουθενά σήματα που να δηλώνουν ότι εκεί είναι στάθμευση taxi, ούτε είδα πουθενά να λέει ότι επιτρέπεται η στάθμευση έξω από τα πολυτελή ξενοδοχεία, απλά γίνεται με την ανοχή της τροχαίας και της όποιας προϊσταμένης της αρχής.
Και μη μου πείτε ότι κανείς δεν ξέρει ούτε το έχει δει. Όλη η Βουλή των Ελλήνων εκεί γύρω κινείται.
Όλοι τα βλέπουν και όλοι εθελοτυφλούν, επειδή αφορά στην κάθε μορφή εξουσίας.
Εκείνο που με προβλημάτισε  είναι ότι θα μπορούσαν να αποφύγουν τα σχόλια και τη κριτική δεν το κάνουν. Γιατί πρέπει οι οδηγοί να περιμένουν απ έξω και να μη πηγαίνουν εκεί κοντά να μπαίνουν σε ένα γκαράζ, όπως έκανα και εγώ και ο καθένας που δεν έχει εξουσία;
Αυτή η συμπεριφορά δηλώνει αδιαφορία για τους νόμους και προσβάλει τους υπόλοιπους πολίτες, οι οποίοι προφανώς δεν θεωρούνται όλοι ίσοι.
Μα ποιοι είναι αυτοί, που μπορούν να σταθμεύσουν το αυτοκίνητό τους όπου τους βολεύει παράνομα και χωρίς επιπτώσεις και εγώ δεν μπορώ;
Όόμως την προηγούμενη Παρασκευή που βρέθηκα ξανά στο Σύνταγμα, γύρω στις 3 το μεσημέρι υπήρχε μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην πλατεία υπέρ της Παλαιστίνης, τα σταθμευμένα αυτοκίνητα μπροστά στα πολυτελή ξενοδοχεία ήταν ελάχιστα. Ο φόβος των συγκρούσεων μεταξύ αστυνομίας και διαδηλωτών έκανε κάποιους «νομοταγείς».
Στον ίδιο χώρο στην πλατεία του Συντάγματος κάθε χρόνο την 25η Μαρτίου γιορτάζουμε με αυξημένο το αίσθημα της εθνικής περηφάνιας, με λόγους πύρινους που τονίζουν τις θυσίες της φυλής μας και το ηθικό των αγωνιστών που τα έδωσαν όλα για την πατρίδα.
Για να απελευθερώσουν τους «ραγιάδες» και να εξασφαλίσουν σε όλους τους Έλληνες ισονομία και ισοπολιτεία, που έγιναν  συνταγματικές επιταγές.
Μ αυτά και μ εκείνα, θυμήθηκα τον Μακρυγιάννη.
Γράφει στα απομνημονεύματά του αναφερόμενος στην Κυβέρνηση του Καποδίστρια: «Πατρίς, να μακαρίζεις γενικώς όλους τους Έλληνες, ότι θυσιάστηκαν για σένα, να σ αναστήσουνε, να ξαναειπωθείς άλλη μια φορά ελεύθερη πατρίδα, που ήσουνε χαμένη και σβησμένη από τον κατάλογο των εθνών. Όλους αυτούς να τους μακαρίζεις .
Και τέλος πάντων, πατρίδα, αυτήνοι κατατρέχονται από τους Εκλαμπρότατους, από τους Εξοχώτατους, από τον Κυβερνήτη σου κι αδελφούς του
Αυτούς τους αγωνιστάς κατατρέχουν και τους λένε να πάνε να διακονέψουν: Ποιος σας είπε τους λένε να σηκώσετε άρματα να δυστυχήσετε; ».
Αυτοί οι λόγοι, οδήγησαν τον Μακρυγιάννη να οργανώσει τη «συνωμοσία» που κατέληξε στο Σύνταγμα της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843.
Ορκίζει τους αγωνιστές που συμμετείχαν λέγοντάς τους όπως ο ίδιος γράφει:
« – Που τσάκισες αυτό το χέρι;
Στο Μισολόγγι, μου λέγει.
Που το τσάκισα εγώ αυτό;
Στους Μήλους τ Αναπλιού.
Γιατί τα τσακίσαμε;
Για τη λευτεριά της Πατρίδας.
Που ναι η λευτεριά και η Δικαιοσύνη;
Σήκω απάνου!
Τον παίρνω και πάμε και τον ορκίζω».
Και γίνεται το Σύνταγμα και πέφτει στα χέρια, των πολιτικών και εξευτελίζεται.
Απογοητευμένος και με την υγεία του σε άσχημη κατάσταση λόγω των τραυμάτων του, που πυορροούν, όλο και αποτραβιέται από τον κόσμο. Γράφει στα 1851: «Όσοι έχουν την τύχη μας σήμερο στα χέρια τους, όσοι μας κυβερνούν, μεγάλοι και μικροί, και υπουργοί και βουλευταί, το χουν σε δόξα, το χουν σε τιμή, το χουν σε ικανόητα ικανότητα το να τους ειπείς ότι έκλεψαν, ότι πρόδωσαν, ότι ήφεραν τόσα κακά στην πατρίδα. Είναι άξιοι άνθρωποι και τιμώνται και βραβεύονται. Όσοι είναι τίμιοι κατατρέχονται ως ανάξιοι της κοινωνίας και της πολιτείας».
Η αμοιβή του για όσα κάνει είναι η φυλακή. Τρεις μέρες πριν τον πάνε στις φυλακές του Μεντρεσέ, γράφει στον ίδιο τον θεό, αφού οι άνθρωποι τον κρίνανε και τον καταδίκασαν. Γράφει: «Και δε μας ακούς και δε μας βλέπεις Και να σκούζω νύχτα και μέρα από τις πληγές μου. Και να βλέπω τη δυστυχισμένη μου φαμιλιά και παιδιά μου πνιμένα στα κλάματα και ξυπόλητα. Και έξι μήνες φυλακωμένος σε δυο αδρασκελιές κάμαρη . Και γιατρό να μη βλέπομε, ούτε ν αφήνουν κανένα να πλησιάσει να μας ιδεί. Όλοι θέλουν να χαθούμε. Μας κάνουν ανάκρισες ολουνών, κατ οίκον έρευνα, σπίτια,  κατώγια, ταβάνια, κασέλες, εικόνες δικές σου . Και τις 13 τουτουνού του μήνα ήρθε ο μοίραρχος, όπου μας φύλαγε, και μου λέγει να πάγω στη φυλακή του Μεντρεσέ, όπου φυλακώνουν τους κακούργους ».
Τελειώνοντας τα απομνημονεύματά του ο Μακρυγιάννης γράφει: «Κι όσα σημειώνω τα σημειώνω γιατί δεν υποφέρνω να βλέπω το άδικο να πνίγει το δίκιο. Για κείνο έμαθα γράμματα στα γεράματα και κάνω αυτό το γράψιμο το απελέκητο, ότι δεν είχα τον τρόπο όντας παιδί να σπουδάξω: ήμουν φτωχός και έκανα τον υπηρέτη και τιμάρευα άλογα, κι άλλες πλήθος δουλειές έκανα, να βγάλω το πατρικό μου χρέος που μας χρέωσαν οι χαραμήδες, και να ζήσω κι εγώ σε τούτη την κοινωνία, όσο έχω τ αμανέτι του θεού στο σώμα μου. Κι αφού ο θεός θέλησε να κάμει νεκρανάσταση στην Πατρίδα μου, να τη λευτερώσει από την τυραγνία των Τούρκων, αξίωσε κι εμένα να δουλέψω κατά δύναμη, λιγότερον από τον χειρότερο πατριώτη μου Έλληνα. Γράφουν σοφοί άντρες πολλοί, γράφουν τυπογράφοι ντόπιοι και ξένοι διαβασμένοι για την Ελλάδα. Ένα πράμα μόνο με παρακίνησε κι εμένα να γράψω: ότι τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως, ο καθείς, έχομε να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, να τη φυλάμε κι όλοι μαζί, και να μη λέγει ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος.
Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς «εγώ»; Όταν αγωνιστεί μόνος του και φκιάσει ή χαλάσει, να λέγει «εγώ»· όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε στο «εμείς» κι όχι στο «εγώ». Και στο εξής να μάθομε γνώση, αν θέλομε να φκιάσομε χωριό να ζήσομε όλοι μαζί. Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να ιδούνε όλοι οι Έλληνες ν αγωνίζονται για τη πατρίδα τους, για τη θρησκεία τους· να ιδούνε και τα παιδιά μου και να λένε: Έχομε αγώνες πατρικούς, έχομε θυσίες αν είναι αγώνες και θυσίες. Και να μπαίνουν σε φιλοτιμία και να εργάζονται στο καλό της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας ότι θα είναι καλά δικά τους. Όχι όμως να φαντάζονται για τα κατορθώματα τα πατρικά, όχι να πορνεύουν την αρετή και να καταπατούν το νόμο, και να χουν την επιρροή για ικανότη».

Κυρ Γιάννη Μακρυγιάννη, δεν μπορεί θα σε ξανάβρω, στις 3 του Σεπτέμβρη να περνάς, από τα στέκια τα παλιά. Σε περιμένουμε!
Εμείς, οι πολλοί, που δεν έχουμε «Την επιρροή για ικανότη» αλλά έχουμε την ψήφο μας για δύναμη!…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.