Ο Κωνσταντής στάθηκε στην εξώπορτα του σπιτιού του. Κοίταξε τη Μαρία που τον ακολούθησε, κι έμειναν για λίγο σιωπηλοί στη πρωινή δροσιά.
«Να προσέχεις» του είπε εκείνη. «Σηκώθηκε αέρας δυνατός».
«Μην σκιάζεσαι» απάντησε εκείνος. «Πρόσεχε το παιδί και πες του πως την άλλη φορά θα το πάρω μαζί μου». Φίλησε τη Μαρία, κούμπωσε το σκούρο αδιάβροχο και κίνησε για το λιμάνι. Στα χέρια του κρατούσε ένα σακούλι λαδοπαξίμαδα.
«Ερχεται άνοιξη» σκέφτηκε. «Παράξενος καιρός…»
Ξημέρωνε αργά. Το αραιό σκοτάδι αργόσβηνε πάνω στις μικρές βάρκες, ενώ το σκούρο μπλε της θάλασσας ετοιμαζόταν ν’ αγκαλιαστεί με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Οι κορυφές των βουνών φάνταζαν ανίκητοι γίγαντες, μα ήταν φύση, ευγενική φύση, που κυκλώνει την ανθρώπινη ψυχή για να της θυμίσει πως μπορεί να λυτρωθεί, αρκεί να ακούσει τη γη, το τραγούδι και τους ψιθύρους της, να τη σεβαστεί και να την αγαπήσει πραγματικά, θετικά και ειλικρινά.
Αλλά αυτή η ώρα είναι απερίγραπτη. Το φως έρχεται, μαζί με τη ζωή. Η ζωή ξυπνάει, μαζί με το Λόγο. Και ο Λόγος, άρχεται με το «καλημέρα» της ψυχής. Εδώ, στο Καψάλι Κυθήρων. Και σε όλο το κόσμο που φυτρώνει η ελπίδα κάθε πρωί, κάθε μέρα. Για ένα παρόν ανθρώπινο.
Ο Κωνσταντής έλυσε τα σκοινιά της «ΖΩΗΣ», άναψε τη μηχανή και βγήκε από το λιμάνι. Ηταν μόνος του. Ενας ασθενικός άνεμος ψύχρανε για λίγο τα μάτια του, καθώς κοίταζε τα τελευταία σπίτια. Κλειστά γαλάζια παράθυρα στους λευκούς τοίχους. Οι άνθρωποι ξεκουράζονται, ονειρεύονται. Ο λυτρωτικός Μορφέας τους ταξιδεύει σε μια γαλήνη, σ’ έναν ουρανό ανοιχτό, αστερόφωτο. «Γη μου» σκέφτηκε. «Πατρίδα μου, υποφέρεις…»
H φωνή του γλάρου ήρθε στ’ αυτιά του με δύναμη. Από μακριά, αντίκρισε τη βραχονησίδα Χύτρα.
Η ζωή ήταν σκληρή με τον Κωνσταντή. 15 χρόνια εργάτης στην Νότια Αφρική, σε μια περιοχή εχθρική, δούλευε ασταμάτητα κι υπομονετικά, αγνοώντας προσβολές, ύβρεις, ανύπαρκτα εργασιακά δικαιώματα και άλλες «παραχωρήσεις των μεγάλων εγγυητριών δυνάμεων» που στέγνωναν τον τόπο από καθετί γόνιμο και παραγωγικό, πλούτιζαν ασύστολα αλλά αποστερούσαν από τον απλό λαό ακόμη και το νερό. Το συμφέρον πάνω από την ανθρωπιά, η διαφθορά μόνιμη πληγή, η αδικία πνιγηρή θηλιά. Ως πότε άραγε…
Είχε ορκιστεί όμως στον άρρωστο πατέρα του να γυρίσει στην Ελλάδα και στα Κύθηρα. «Να μην ξεχνάς την πατρίδα και την κληρονομιά μας παιδί μου» του έλεγε ο γερο- Αυγουστής. Και γύρισε. Μα δεν τον πρόλαβε ζωντανό. Εμεινε με τη μνήμη και τον όρκο. Με τα χρήματα που μάζεψε μεγάλωσε το σπίτι του και παντρεύτηκε τη Μαρία, που υπομονετικά τον περίμενε. Οταν αγαπάς, υπομένεις, περιμένεις, επιμένεις. Και ζούσαν από τη θάλασσα. Ειρηνικά.
Οι καιροί όμως είναι πύρινοι. Η ανικανότητα των κρατούντων και η υποταγή τους στις ακόρεστες ορέξεις των αγορών σάρωσαν την Ελλάδα, κόντυναν το ανάστημά της. Ο κόσμος μουδιασμένος. Συχνά οργισμένος. Οι υποχρεώσεις όμως έτρεχαν σαν το νερό της βροχής. Καλείσαι ν’ ανταπεξέλθεις, μπροστά στο βλέμμα του παιδιού σου που σε κοιτάζει κι αυτό σιωπηλό. Και αυτό που φοβάσαι βαθιά μέσα σου, είναι πως αυτό το παιδί, κάποτε θα σε ρωτήσει «κι εσύ τι έκανες; Γιατί δεν αντιστάθηκες; Γιατί δεν φώναξες;». Τότε, πρέπει να κοιτάξεις μέσα σου και να του απαντήσεις. Με όποιο κόστος. Γιατί αλλιώς η σιωπή σου θα είναι ένοχη.
Η βάρκα πλησίαζε τη Χύτρα. Ο Κωνσταντής έπρεπε να μαζέψει SEMPREVIVA, αυτό το όμορφο λουλούδι που χαρακτήριζε την Κυθηριανή ομορφιά. Μόνο εκεί φύτρωνε. Ηταν ένα έσοδο γι’ αυτόν, που έτρωγε ελάχιστα εδώ και πολύ καιρό, για να μην πεινάσει το παιδί του.
Εδεσε τη βάρκα στην άκρη του βράχου. Ο αέρας είχε δυναμώσει. Πέρασε το σάκο με τα σύνεργα γύρω από το λαιμό του κι άρχισε να ανεβαίνει με αργές κινήσεις. Τα βράχια ήταν κοφτερά και απαιτούσαν προσοχή. Τα πρώτα άνθη φανερώθηκαν μπροστά του. Εβγαλε ένα μαχαίρι και πατώντας γερά τα έκοψε και τα πέρασε μέσα στο σάκο. Προχώρησε προς τα πάνω κόβοντας λίγα ακόμα άνθη.
Σταμάτησε να πάρει μια ανάσα. Από μακριά περνούσαν βάρκες, ψαράδικα, και η ΠΟΡΦΥΡΟΥΣΑ που κινούσε προς τη Νεάπολη. Ο μόχθος της μέρας, η ελπίδα στο ανοιχτό τοπίο. Τα χέρια του πονούσαν μα έπρεπε να συνεχίσει. Ο αέρας συνεχώς δυνάμωνε, ρίχνοντας δυνατά κύματα στα απότομα βράχια.
Πήρε βαθιά ανάσα και άρχισε να ανεβαίνει. Στα 3 μέτρα είδε ένα πανέμορφο άνθος. «Το θέλω» είπε αποφασιστικά. Καθώς το πλησίαζε όμως, ένιωσε την υγρασία του βράχου. Με δυσκολία έφτασε το άνθος. Το δεξί του χέρι μόλις που το ένιωθε, αλλά τα κατάφερε κι έκοψε το λουλούδι. Χάρηκε πολύ. Και τότε, μια σκοτοδίνη κύκλωσε τα μάτια του. Το αριστερό του πόδι ξέφυγε από το βράχο κι έμεινε στο κενό. Μάταια προσπαθούσε να κρατηθεί. Τα χέρια του λύθηκαν κι έφυγε κάτω. Ενας μικρός θάμνος έκοψε λίγο την πορεία του. Εσκασε πάνω σ’ ένα δυνατό κύμα και το δεξί του πόδι χτύπησε με δύναμη στο βράχο που ήταν μέσα στη θάλασσα. Ο πόνος ήταν απίστευτος. Το πόδι είχε σπάσει και το αίμα του πέρασε στο γαλάζιο νερό. Με δυσκολία κρατήθηκε από ένα βράχο. Ο σάκος ήταν ακόμη περασμένος στο λαιμό του.
Αγκάλιασε την πέτρα προσπαθώντας να ανασάνει. Δυνατός βήχας έβγαινε από το στόμα του μπερδεμένος με θαλασσινό νερό. Είχε χτυπήσει και στο αριστερό χέρι, μα δεν το ένιωθε. Βούτηξε στο νερό το σπασμένο πόδι για να το ανακουφίσει. Ατελείωτος ο πόνος. Οι ήχοι γύρω του είχαν εξαφανιστεί. Στάθηκε ακίνητος, πάνω στον κοφτερό βράχο.
Μετά από λίγα λεπτά, πήρε μια βαθιά αναπνοή και με όσες δυνάμεις είχε βούτηξε στη θάλασσα προσπαθώντας να φτάσει στη βάρκα που ήταν εκεί κοντά. Ανέβηκε με φοβερή δυσκολία. Τα κύματα ήταν πλέον δυνατά. Ενα σύννεφο πέρασε από τον ουρανό σκεπάζοντας τον ήλιο. Ο άνθρωπος και η φύση. Τα όρια της αντοχής. Η συνείδηση και το χρέος.
Αναψε τη μηχανή κι έφυγε. Αίμα έτρεχε από το στόμα του. Τα δυνατά κύματα χτυπούσαν τη βάρκα. Ο Κωνσταντής κρατούσε το σάκο με τα λουλούδια σφιχτά στα χέρια του. «Θ’ αντέξω» ψιθύρισε. Το τιμόνι του έφευγε από τα χέρια μαζί με την αναπνοή του, μα γρήγορα το ξανάπιανε με δύναμη και πείσμα. Τα μάτια του άρχισαν να θαμπώνουν. Τα χρώματα ξεθώριαζαν.
Λίγο πριν το λιμάνι, έχασε τις αισθήσεις του. Η ακυβέρνητη βάρκα σφηνώθηκε σε δυο μεγάλα ψαροκάικα. Οι λιγοστοί θαμώνες του καφενείου σηκώθηκαν ανάστατοι.
Πέρασαν ώρες. Η αραιή οσμή του αιθέρα ξύπνησε τον Κωνσταντή. Ο γιατρός κοιτούσε το θερμόμετρο. «Υψηλός ο πυρετός» είπε. Κοίταξε τον Κωνσταντή, κούνησε λίγο το πόδι που ήταν στο γύψο, χαμογέλασε αμυδρά και βγήκε από το θάλαμο. Στην πόρτα, δυο μορφές περίμεναν φοβισμένες. Η Μαρία και το παιδί. Ανήσυχοι τον πλησίασαν. Εκείνος τους κοίταξε και χαμογέλασε, μα ο πόνος ζάρωσε τα μάτια του.
«Ο σάκος… Ο σάκος Μαρία… Στο παιδί… Για πάντα ζωντανοί…» ψιθύρισε κι έπεσε σε λήθαργο.
Η Μαρία κοίταξε γύρω από το κρεβάτι κι είδε το μαύρο σάκο. Οταν τον άνοιξε, είδε τα άνθη της SEMPREVIVA σε καλή κατάσταση. «Μαμά!» άκουσε τη φωνή του παιδιού. Δεν άντεξε και δάκρυσε. «Παιδί μου…» είπε και το αγκάλιασε. «Κοίτα ο μπαμπάς τι σου έφερε!». Το πρόσωπο του παιδιού φωτίστηκε από το πατρικό δώρο. «SEMPREVIVA!» φώναξε χαρούμενο.
Η Μαρία στάθηκε δίπλα στον Κωνσταντή που βαριανάσαινε. Εσκυψε στ’ αυτί του. «Ζωή μου…» ψιθύρισε, και τα δάκρυά της σκέπασαν το πρόσωπό του.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.