ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΟΥΣΤΑΚΗ

Μάλλον θα ανοίξω «πόρτες ανοικτές» θέλοντας να ασχοληθώ με την εκπομπή, που παρακολουθήσαμε στην ΕΤ1 την προηγούμενη Κυριακή το μεσημέρι με τον τίτλο «Το Αλάτι της Γης».
Διαπίστωσα για άλλη μια φορά ότι το περιεχόμενο αυτής της συγκεκριμένης εκπομπής ήταν το «αλάτι» της ράτσας μας, αλλά κυρίως της ζωής των προσφύγων της Ν. Ερυθραίας. Μια σπάνια μαρτυρία και παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές.
Οι μνήμες με γύρισαν πίσω, τότε που οι Ερυθραιώτες δεν ήξεραν αν έπρεπε να λένε με περηφάνια «Είμαστε Μικρασιάτες» ή να προσπαθήσουν να το κρύψουν, αποφεύγοντας να αναφερθούν σ’ αυτό. Ήταν η ντροπή της φτώχειας και της απομόνωσης σε ένα αναγκαστικό γκέτο; Ή μήπως ήταν η πληγωμένη περηφάνια; Ίσως ήταν όλα μαζί.
Αυτό το συναίσθημα το ζήσανε όλοι οι δικοί μας, όσοι φτάσανε εδώ κυνηγημένοι και γυμνοί, εξαθλιωμένοι αλλά με βαθειά πίστη ότι θα τα καταφέρουν.
Αυτό το συναίσθημα άγγιξε και τη δική μου γενιά μέχρι να μεγαλώσουμε και να συνειδητοποιήσουμε την πραγματικότητα, που δεν σου επέτρεπαν για πολλά χρόνια να δεις τότε, οι διάφοροι αντιδρώντες βολεμένοι και ανάλγητοι ντόπιοι.
Η επιμονή και η υπομονή, η πολλή δουλειά, το πείσμα και η αλληλεγγύη, βοήθησαν να ξεπεράσουμε τα προβλήματα, να επιβιώσουμε με αξιοπρέπεια και κυρίως «να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση». Η αγάπη τους για την ζωή και ο σεβασμός τους για αυτό το θείο δώρο, τους βοηθούσε να κάνουνε τον πόνο τους τραγούδι και χορό. Έτσι, για να του αντισταθούν και να τον εξευτελίσουν. Ήταν αυτή τους η φιλοσοφία, που τους κράτησε ενωμένους και όρθιους. Τους άντρωσε και τους έδινε κουράγιο να συνεχίσουν. Ολημερίς δουλεύανε και το βράδυ γλεντάγανε ρεφενέ.
Ένα τέτοιο δείγμα γλεντιού μας θύμισε η ομάδα «των γυναικών της Ν. Ερυθραίας» που χόρεψε και τραγούδησε μαζί με τον Θοδωρή Κονταρά, την ψυχή τους. Μέλη της, παιδιά και εγγόνια Μικρασιατών της Ερυθραίας, αγόρια και κορίτσια, μας ταξίδεψαν σε άλλες εποχές.
«Όποιος δεν είναι μερακλής, του πρέπει να πεθάνει». Τραγούδησαν την ξεγνοιασιά και την αγάπη για τη ζωή, που ήταν το κυρίαρχο συναίσθημα σ’ όλες τις εκδηλώσεις. Κυριάρχησαν τραγούδια για τον έρωτα, που στην πραγματικότητα είναι ύμνος στη ζωή, στις χαρές και στη συνέχεια της.
Οι αντικριστοί χοροί κυριάρχησαν. Θεωρώ ότι είναι μια βαθειά ερωτική έκφραση, ένα παιχνίδισμα της καρδιάς, ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό. Είναι η νίκη της ζωής απέναντι στο θάνατο.
«Τα παλαιά μου βάσανα περάσανε και πάνε / τα τωρινά γενίκανε φίδια για να με φάνε». Η φωνή της Τούλας ήταν καταπληκτική και απίστευτα ώριμη και αυθεντική, που σε ταξίδευε θέλοντας και μη.
Η Δέσποινα χόρεψε το ωραιότερο τσιφτετέλι που έχω δει, θα το χαρακτήριζα «δωρικό» και καθόλου προκλητικό και χυδαίο.
Θέλω να σας εξομολογηθώ ότι από τη στιγμή του «καλωσορίσματος» στο στούντιο, της «συντροφιάς από την Ερυθραία», με είχε κατακλύσει μια συγκίνηση, που δεν με εγκατέλειψε σ’ όλη τη διάρκεια της εκπομπής και μάλιστα πολλές φορές δάκρυσα.
Στο νου μου παίζανε κρυφτούλι οι μνήμες και μου αποσπούσαν την προσοχή, με μετέφεραν σ’ άλλες εποχές, τότε που στις ονομαστικές γιορτές, αλλά κα τις μεγάλες της Χριστιανοσύνης, όλα τα σπίτια ήταν ανοιχτά για να δεχθούν ευχές από συγγενείς και φίλους, να τους φιλέψουν σπιτικό λικέρ και γλυκό φτιαγμένο με τα αγνότερα υλικά. Το φαγοπότι που ακολουθούσε ήταν συνήθως λιτό, αλλά είχαν ψυχή που τους περίσσευε και περνάγανε καλά.
Μόνο το πένθος έκλεινε τα σπίτια τους.
Γράφοντας αυτά θυμήθηκα ότι στο σπίτι μας, όταν στρώναμε τραπέζι, τουλάχιστον στις μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης, πάντα βάζαμε ένα σερβίτσιο παραπάνω για «τον φτωχό και τον ξένο», μας έλεγε η μάνα μου.
Πέρασαν μπροστά μας, παλιές φωτογραφίες και ηχογραφήσεις τραγουδιών, που με τη βοήθεια του ακαταπόνητου Θοδωρή, γυρίσανε πίσω το χρόνο, όπου ζωντάνεψαν «Η Κερά Κλεονίκη Τζοανάκη και ο άντρας της ο Μπρούσος», η γιαγιά μου και ο Νικολής Μαπάκης. «Θεός σ’ χωρέστους!».
Είδαμε σε φωτογραφίες τη θεία μου Λιγερή να τραγουδάει, με εκείνη την αυθεντική μικρασιάτικη φωνή της, μπροστά στη Δόμνα Σαμίου, η οποία ρούφαγε κάθε λέξη, κάθε νότα και ρυθμό.
«Θα σπάσω κούπες για τα λόγια που πες», ένα από τα αγαπημένα τραγούδια που ακούγονταν, ζωντανά, σε κάθε οικογενειακή γιορτή.
Θυμάμαι τη γιαγιά μου, σε μια τέτοια γιορτή, καθισμένη σε μια πολυθρόνα, επειδή είχε σπασμένο πόδι, να με καμαρώνει που χόρευα μαζί με την φίλη μου τη Βάσω.
Ζήτησε να της δώσουν ένα ποτήρι για να το σπάσει στα πόδια μας, και το έκανε. Ήταν ένας τρόπος έκφρασης αγάπης για το πρόσωπο που χόρευε. Και η γιαγιά μου, η Χατζήδαινα, με λάτρευε, αν και δεν μου το είπε ποτέ, ούτε θυμάμαι να με φίλησε ποτέ, εγώ όμως το ήξερα πολύ καλά, το αισθανόμουν με όλο μου το είναι.
Όλα αυτά μπαινοβγαίνανε στη μνήμη άναρχα, ανάλογα με τα ερεθίσματα, που μου προκαλούσαν οι περιγραφές του Θοδωρή ή οι χοροί και τα τραγούδια της παρέας.
Πιστεύω ότι δεν ήταν λίγοι οι λόγοι, της μέχρι δακρύων συγκίνησης, και θα μου συγχωρέσετε, την όποια φλυαρία ή κατάχρηση της ανοχής σας.
Τελειώνοντας θα ήθελα να σας ευχηθώ «Καλά Χριστούγεννα» με μια στροφή από μικρασιατικά κάλαντα.
«Σε τούτο το σπίτι, που θα μπω, πέτρα να μη ραγίσει και ο νοικοκύρης του σπιτιού, χρόνια πολλά να ζήσει».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.