Η Μαρίνα στάθηκε μπροστά στο κλειστό κατάστημα. Στη γυάλινη πόρτα, κρεμασμένο ένα χαρτί που ευχαριστούσε τους πελάτες για την προτίμησή τους τόσα χρόνια. Πίσω από την πόρτα, σωριασμένα στο σκονισμένο δάπεδο, λογαριασμοί και διαφημίσεις. Αδειος χώρος. Δίχως το φως των ανθρώπων. Ράφια κενά, έτοιμα να διαλυθούν από την αχρησία. Ποτισμένα από την πίκρα του οριστικού τέλους.
Η γειτονιά της κυρίας Μαρίνας είχε αλλάξει δραματικά. Η μικρή της μονοκατοικία ήταν κυκλωμένη από νεοπλουτίστικες και κουραστικές πολυκατοικίες που στέγαζαν ματαιοδοξίες. Οι κήποι είχαν εξαφανιστεί από τα κακοφτιαγμένα πεζοδρόμια που και αυτά στέναζαν από τα ακριβοχρεωμένα αυτοκίνητα. Ο καχεκτικός φωτισμός έδειχνε την αδιαφορία της ευθυνόφοβης και φαιδρής εξουσίας, ενώ τα λιγοστά πεύκα, όσα τουλάχιστον δεν κόπηκαν επειδή εμπόδιζαν τις πυλωτές, υπέφεραν από βαμβακίαση.
Μέσα από τα γερασμένα μάτια της έβλεπε την Ελλάδα. Τη χρεωμένη Ελλάδα, την απαξιωμένη από το διεθνές στερέωμα, την εκτεθειμένη στις προσταγές των ξενοκίνητων δυνάμεων που αποφασίζουν και διατάζουν φορώντας μανδύα δημοκρατίας. Τις υποταγμένες κυβερνήσεις, γεμάτες ανδρείκελα και αδιάβαστους υπουργούς. Μέσα από το κουρασμένο κορμί της, η καρδιά χτυπούσε δυνατά. «Η Ελλάδα πρέπει να ζήσει», έλεγε στον εαυτό της κάθε πρωί.
Ζούσε μόνη. Τα παιδιά και τα εγγόνια της, έρχονταν αραιά και που να τη δούν. Τα παιδιά της την ρωτούσαν τι θα κάνει με το σπίτι, μιας και κρυφά προσδοκούσαν στην αντιπαροχή. Εκείνη απαντούσε «τίποτα. Εδώ ζω, κι από δω θα με πάρετε». Κοιτούσε τα εγγόνια της στα μάτια κι έψαχνε τη ψυχή τους, εκείνα όμως ήταν βουτηγμένα στον ψηφιακό κόσμο των I-PHONE που μόλις είχαν αποκτήσει. Ξέρανε τα πάντα για τον STEVE JOBS και το FACEBOOK, δεν θυμόντουσαν όμως τι είχε συμβεί στις 28 Οκτωβρίου 1940. Οταν έφευγαν, τα κοιτούσε από το γυάλινο παράθυρο, κι ένοιωθε μισή. Τι ήθελαν αυτά τα παιδιά; Τι σκέφτονταν άραγε μέσα στις παράξενες ψυχές τους; Τι σήμαινε γι› αυτά η Ελλάδα; Δεν είχε καταλάβει.
Σ› αυτό το πνιγηρό σκηνικό, το μικρό κατάστημα λίγο πιο κάτω από το σπίτι της ήταν οξυγόνο. Ενα μικρό οπωροπωλείο, με προιόντα αγνά και βιολογικά, και μέσα του, το ειλικρινές και ελπιδοφόρο χαμόγελο της Γιώτας. Μιας κοπέλας διακριτικής, με γνώσεις ουσιαστικές, με διάθεση αλληλεγγύης και βοήθειας, με ράφια πάντα γεμάτα και τιμές προσιτές.
Η κυρία Μαρίνα έμπαινε στο κατάστημα καθημερινά, και αγόραζε πράγματα για το σπίτι της. Αυτό που την ένοιαζε όμως, ήταν άλλο: σ› αυτό το μικρό χώρο, ένα θαύμα γεννιόταν. Δυο άνθρωποι μιλούσαν, επικοινωνούσαν με λόγο αληθινό, κοινωνούσαν με αισθήματα λυτρωτικά. Δυο γενιές συναντιώνταν, όχι για να χωρίσουν οριστικά ή για να προσπεράσουν αδιάφορες, αλλά για να κοιταχτούν στα μάτια, να μεταγγίσουν η μια στην άλλη φώς, δύναμη, πείρα. Να πορευθούν σ› ένα δρόμο κοινό, όσο υπάρχει αναπνοή, όσο υπάρχει ζωή. Οι γενιές δεν έχουν τίποτα να μοιράσουν. Εχουν τα πάντα να ενώσουν, γιατί όταν ενωθούν, θα γεννήσουν μια απίστευτη δύναμη ζωής. Μια δύναμη που καμμία οθόνη και κανένα χαζοπεριοδικό δεν θα μπορέσουν ν› αλώσουν ή να διασπάσουν. Η ζωή, μας κοιτάει στα μάτια και περιμένει να την τιμήσουμε, όσο είμαστε ζωντανοί. Να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλο, με πείσμα και ηρωισμό.
Η Γιώτα αγαπούσε την κυρία Μαρίνα. Καμμιά φορά της πήγαινε τα ψώνια στο σπίτι της τα μεσημέρια του Σαββάτου, κι εκείνη την κερνούσε γλυκό λεμόνι. Και συζητούσαν. Για ώρα πολλή. Και οι ψυχές τους πετούσαν στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον. «Να διεκδικείς παιδί μου. Μην υποκύπτεις στη σιγή. Η εποχή μας θέλει φωνές. Δημιουργικές όμως. Εξωστρεφείς και ανοιχτόμυαλες. Δεν υπάρχει αδύνατο. Να επιμένεις και να υπομένεις. Να πολεμάς ό,τι σου προκαλεί κατάθλιψη. Να διαδηλώνεις και να υπερασπίζεσαι το δίκαιο. Της κοινωνίας όμως. Του συνόλου, γιατί σε αυτό ζείς». Και η Γιώτα την άκουγε με προσοχή. Μέσα από τα νεανικά της μάτια, η φλόγα της προσφοράς σιγόκαιγε.
Οι αριθμοί όμως υπέκυψαν στις τροικανές ορέξεις. Το κατάστημα έκλεισε. Η Γιώτα, εισέπραξε την πενιχρή της αποζημίωση και απολύθηκε. Κι έτσι η Μαρίνα έχασε τη συντροφιά της. Μια συντροφιά που βρήκε σ› αυτούς τους ελάχιστους τοίχους, με το απαλό χρώμα, τα μυρωδικά φρούτα και τα φρέσκα μπαχαρικά. Μια συντροφιά, που ποτέ δε θα έβρισκε στα αχανή σούπερ μάρκετ με τα χιλιάδες προιόντα γεμάτα ανύπαρκτα χαμόγελα. Στο μικρόκοσμο της αφθονίας, που κερνάει ψευδαισθήσεις.
Πήρε το δρόμο της επιστροφής. Μεσημέρι. Σχολιαρόπαιδα με τα κινητά στο ένα χέρι και το τσιγάρο στο άλλο. Στο κουδούνι της, διαφημίσεις κλειδαράδων. Το δέντρο απέναντι, λειψό. Στη ρίζα του, ένα μεγάλο αυτοκίνητο παρκαρισμένο προχείρως. Εκσυγχρονισμός. Ηθη ελαστικά. Ο κόσμος άλλαζε. Για πάντα.
Βυθίστηκε σ› ένα ύπνο μυστηριακό. Είδε σύννεφα. Χρώματα άγνωστα. Τον άνδρα της να της απλώνει το χέρι. Συρματοπλέγματα, κι ένα μικρό κοριτσάκι να κοιτάζει λυπημένο. Το απόγευμα προχωρούσε, όταν το κουδούνι χτύπησε. Οταν άνοιξε, είδε μπροστά της τη Γιώτα, με το χαμόγελό της. «Καλώς την!» είπε με χαρά κι ευχαρίστηση. «Πέρασε ομορφιά μου!»
Κάθησαν στο σαλόνι. Το άρωμα του κομμένου καφέ απλώθηκε στο χώρο μαζί με τα σμυρνέικα κουλουράκια. Η Γιώτα ήταν κουρασμένη. Εψαχνε για δουλειά όλη μέρα, μα τίποτα. «Μην απελπίζεσαι ομορφιά μου, είπε η Μαρίνα. Θα ξαναπάς, θα πικραθείς, θα προσπαθήσεις πάλι μα στο τέλος θα κερδίσεις. Τα νιάτα πάντα κερδίζουν».
«Η Ελλάδα ξεπουλιέται κυρία Μαρίνα, είπε η Γιώτα. Ανίκανοι όλοι τους. Κι έχουν και ταυτότητες. Αύριο έχουμε συγκέντρωση στο κέντρο της πόλης». Η Μαρίνα κοίταξε τη Γιώτα. «Το πρωί να έρθεις να με πάρεις, είπε κι η Γιώτα απόρησε. «Θα πάμε μαζί στο κέντρο».
Και ήρθε το πρωί. Στο τρένο, φωνές γελαστές. Αθώες. Με μια δύναμη στο βήμα, με μια ένταση στη φωνή. Στην έξοδο, τα μεγάφωνα τραγουδούσαν. «Η δύναμη σου είσαι εσύ, εσύ κι άλλος κανένας. Φοβάμαι όλα αυτά που θα γίνουν για μένα χωρίς εμένα». Και γέμιζε η πλατεία. Με νέους ανθρώπους. Με πανό και σημαίες. Με ελπίδες ανυποχώρητες. Με γροθιές υψωμένες. Τα νέα παιδιά συζητούσαν. μοίραζαν φυλλάδια. Χαιρετούσαν τους φίλους τους από άλλες παρέες. Και περίμεναν.
Η Μαρίνα ένιωθε αυτό το μελίσσι κι άνοιγε η ψυχή της. Εβλεπε την ένταση μιας νιότης προδομένης. Τα «άρματα» του ψέμματος, της διαφθοράς και της εκμετάλλευσης, είχαν ανάψει τις ύπουλες μηχανές τους κι ετοιμάζονταν να επιτεθούν σ› αυτή τη γενιά, σ› αυτά τα παιδιά, σ› αυτά τα όνειρα. Από τις ρωγμές της Ιστορίας ξεπηδούσαν τα ίδια σκοτάδια. Μα τώρα, το φως θα έπαιρνε την εκδίκησή του. Και θα σάρωνε κάθε άρνηση.
«Ειστε καλά;», ρώτησε η Γιώτα. «Πάμε μπροστά, στο ψηλό βάθρο» είπε η Μαρίνα. Μέσα σε δευτερόλεπτα, η Μαρίνα βρέθηκε δίπλα σ› ένα νεαρό με πυκνό μούσι που συνεχώς φώναζε από ένα δυνατό μικρόφωνο. Κοιτάχτηκαν με το νεαρό, που μόλις είχε τελειώσει. «Μπορώ να μιλήσω λίγο;» τον ρώτησε. «Ορίστε κυρία» είπε εκείνος. Φύσηξε το μικρόφωνο και είπε: «η κυρία είναι μαζί μας αδέρφια, και θέλει να μας μιλήσει. Την προσοχή σας για λίγο». Από κάτω, η Γιώτα και μερικές εκατοντάδες άνθρωποι διαφόρων ηλικιών, κοιτούσαν απορημένοι. Απλώθηκε ησυχία παντού. Η Μαρίνα πλησίασε στο στημένο μικρόφωνο. Σήκωσε το δεξί της χέρι, τράβηξε το μανίκι μέχρι τον αγκώνα και είπε:
«Κυρίες και κύριοι, καλημέρα σας. Είμαι ο αριθμός 136472». Οι άνθρωποι κοίταξαν το γυμνό χέρι. Λίγο πιο πάνω από τον καρπό, είδαν 6 νούμερα. Σάστισαν.
«Ημουν 11 χρονών όταν εκεί, στην είσοδο του στρατοπέδου, ένας βλοσυρός Γερμανός μου χάραξε με πυρωμένο σίδερο το χέρι μου. Σε μένα και σε χιλιάδες άλλους ανήμπορους ανθρώπους και παιδιά. Εβλεπα τα πολυβόλα ν› αστράφτουν κάθε μέρα. Ανθρώπιυς να πεθαίνουν από το βούρδουλα. Να πετιούνται σαν άδεια πλαστικά ποτήρια. Ούτε θυμάμαι πως κατάφερα να ζήσω. Μια μεγάλη γυναίκα θυμάμαι να με κρύβει σ› ένα λαγούμι που είχε σκάψει κάτω από το κρεβάτι της στο θάλαμο. Δεν έχω παιδιά μου έλεγε με την αδύναμη φωνή της. Δεν τα κατάφερα να κάνω παιδιά. Εσύ θα είσαι το παιδί μου, μου ψιθύριζε τα βράδυα και με σκέπαζε μ› ένα πανί που μας έδιναν για το κρύο. Οι δικοί μου γονείς είχαν πεθάνει στο μέτωπο. Μια μέρα την εκτέλεσαν μπροστά στα μάτια μου, έτσι χωρίς λόγο. Ενα βράδυ, άνοιξα το συρματόπλεγμα με τα ματωμένα μου χέρια κι έτρεξα μακριά. Ετρεχα συνέχεια, να φύγω μακριά. Μακριά από το κακό».
Τα μάτια της είχαν δακρύσει. Μα η φωνή της ήταν καθαρή.
«Και τώρα, έφτασα εδώ. Μπροστά σας. Μπροστά στα νιάτα και στον ενθουσιασμό σας. Και νιώθω λίγη, γιατί η γενιά μου σας πρόδωσε. Δεν άκουσε την αγωνία σας ούτε την αγνή σας φωνή. Μα είμαι εδώ, με όση ζωή μου μένει. Με τα γέρικα πόδια μου θα περπατήσω μαζί σας. Θα σφίξω τα χέρια σας και θα μεταγγίσω λίγη από τη δύναμη σας. Ειδικά τώρα, που η δημοκρατία μας κινδυνεύει, και μια νέα κατοχή είναι προ των συνόρων. Τότε, δεν ήξερα πως να πολεμήσω το κακό. Τώρα όμως ξέρω, και θα το κάνω μαζί σας. Μαζί με σας, θα φωνάξω κι εγώ. Για την αδικία που σας πληγώνει τόσα χρόνια. Για την ανικανότητα όσων κυβερνούν. Για την προδοσία που ετοιμάζεται. Για τους μισθούς και τις δουλειές που χάνονται. Για τις αξίες σας που κινδυνεύουν και που οι κιβδηλοποιοί προσπαθούν να πουλήσουν. Θα φωνάξω κι εγώ μαζί σας για όλα αυτά. Μόνο μαζί σας».
Η φωνή της Μαρίνας είχε φτάσει παντού. Ολοι την κοιτούσαν.
«Ελευθερία. Ισονομία. Δικαιοσύνη. Εργασία! Οχι άλλος πόλεμος! Ας αγαπηθούμε κι ας αγαπήσουμε! Οσο υπάρχει ζωή. Οσο υπάρχει ελπίδα. Πάμε παιδιά μου!»
Και τότε, η πλατεία βούλιαξε. Από φωνές, χειροκροτήματα, ιαχές. Μια θάλασσα ανθρώπων ξεχύθηκε από παντού. Ανθρωποι ελεύθεροι, που αγαπούν την πατρίδα τους, νιώθουν την απειλή και αντιστέκονται. Οι φοιτητές, οι εργάτες, οι άνεργοι. Οσους πληγώνει αυτό που όλοι ζούμε. Οσοι ελπίζουν και όσοι δεν πούλησαν τα όνειρά τους.
Η Μαρίνα αγκάλιασε τη Γιώτα. «Εσύ θα είσαι το παιδί μου» της ψιθύρισε. Η Γιώτα δεν άντεξε και δάκρυσε. «Μην κλαις», είπε η Μαρίνα. «Οχι άλλο δάκρυ. Από δω και πέρα, μόνο οργή. Φωνή. Ενέργεια. Παρουσία. Ενότητα. Αυτά ζητάει η ζωή, κι αυτά θα δώσουμε». Η Γιώτα, σκούπισε το δάκρυ της και χαμογέλασε.
Δυο ψυχές ανάμεσα στις φωνές των ανθρώπων. Η ζωή, σαν παλλόμενο ηφαίστειο. Ολοι μαζί ξεκίνησαν. Η Μαρίνα, η Γιώτα, όλοι αγκαλιασμένοι, όλοι μπροστά, εκατοντάδες, χιλιάδες, ξεκίνησαν. Για νέες πλατείες, για άλλα Κοινοβούλια. Και όλοι έκαναν μια σκέψη: «κανένας δεν θα δέσει τις ζωές μας!»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.