Ο Νίκος ακούμπησε στο γυάλινο παράθυρο που κοιτούσε στη θάλασσα. Ο απογευματινός ήλιος αγκάλιαζε το γαλάζιο θαύμα κι έστελνε μικρές πορτοκαλί ακτίνες στην ακτή.

Αυτή την ώρα, όπου και να είσαι, κλείνεις τα μάτια και αφήνεις την ψυχή ελεύθερη. Αφήνεις τα αιώνια χρώματα να πυρπολήσουν κάθε ικμάδα του σώματος σου. Νιώθεις το άγγιγμα της φύσης που σιωπηλά κινείται γύρω σου, και μένεις βουβός. Κι όταν βλέπεις αυτό το φως, όταν το κύμα αγγίζει τα πόδια σου, αναρωτιέσαι πόσους εαυτούς έχεις. Κάποιον που μισεί, ή κάποιον που αγαπάει; Μα αυτό το φως, αυτό το ήσυχο κύμα ταξιδεύουν μέσα σου και σου ψιθυρίζουν: «πάψε πια να ζητάς και νιώσε! Πόσες εξηγήσεις γυρεύεις; Ασε τα μάτια ανοιχτά και θα δείς αυτό που μυστικά ποθείς…»
«Κύριε Νίκο, σε παρακαλώ μπορώ να φύγω; Ο μικρός είναι λίγο κρυωμένος» ακούστηκε μια φωνή από μακριά. Ο Νίκος γύρισε και είδε μια λεπτή μορφή να τον κοιτάζει.
«Ναι κυρά-Φροσύνη. Γιατί δεν μου το είπες πιο νωρίς; Φύγε να δεις το παιδί, και μην έρθεις αύριο. Θα τα καταφέρω, μην ανησυχείς».
«Να ‹σαι καλά παιδί μου. Σ› ευχαριστώ. Καληνύχτα».
«Καληνύχτα κυρά-Φροσύνη».
Μάζεψε τα πιάτα, καθάρισε τα τραπέζια και σκούπισε το πάτωμα. Κλείδωσε και βγήκε έξω. Ταβέρνα «Ο ΗΛΙΟΣ». Διαπόντια Νήσος Οθωνοί. Δυτικά της Κέρκυρας. Ο Γενάρης του 2012 αποχαιρετούσε αυτή τη μικρή Ελληνική γή. Είχε πιάσει ψύχρα, μα ο καιρός ήταν ακόμη γλυκός εδώ πάνω.

Ο Νίκος αγαπούσε τη θάλασσα. Οταν τελείωσε με τις σπουδές και το στρατιωτικό, γύρισε εδώ. Μάνα δε γνώρισε. Βοηθούσε το γέρο πατέρα του με τη ταβέρνα, και μαζί ξανοίγονταν με τη ψαρόβαρκα στ› ανοιχτά, πιο πάνω από την Ερεικούσσα, για φρέσκο ψάρι. Πέρασαν πολλές νύχτες ακούγοντας το τραγούδι της θάλασσας, νιώθοντας τον πόνο της υδάτινης γης. Εμαθαν να τη σέβονται και να δέχονται ό, τι εκείνη ήθελε να τους δώσει.
Τα καλοκαίρια, ο Νίκος βουτούσε από το πρωί στο βυθό και έβγαζε ό,τι σκουπίδια υπήρχαν. Οργιζόταν, όταν έβλεπε τα Ιταλικά καράβια να «ξεφορτώνουν» βρώμικα νερά στη θάλασσα, από μακριά, και το λιμενικό να μην αντιδρά. Τότε, έμπαινε μόνος του στο νερό και το καθάριζε όσο μπορούσε, για ώρες, μέχρι να μην αισθάνεται τα χέρια του από τους πόνους. Οι τουρίστριες που κάθονταν στην ταβέρνα, τον κοιτούσαν έκπληκτες να μπαινοβγαίνει στο βυθό με τη μάσκα του, να βγάζει από μέσα άδεια μπουκάλια και σακούλες, να τα αφήνει στον κάδο και να συνεχίζει. Κάποιες, κρυφοκοιτούσαν και το καλοσχηματισμένο κορμί του και δάγκωναν τα χείλη τους.
Όταν τέλειωνε, πήγαινε μέσα και βοηθούσε τον πατέρα του και την κυρά-Φροσύνη που κάθονταν στην κουζίνα και μαγείρευαν. Μετέφερε δίσκους, χαμογελούσε στις γυναίκες και τις κερνούσε κρασί. Κι εκείνες, ξανάρχονταν. Οσο κρατούσαν οι διακοπές τους. «Κι η θάλασσα γυναίκα είναι και θέλει φροντίδα» απαντούσε στον Χριστόφορο, τον πατέρα του, όταν εκείνος του έλεγε να μην κουράζεται τόσο και να κάτσει λίγο και με τις κοπέλες. Τα βράδυα, όταν εκείνες επέστρεφαν, έπιανε τη κιθάρα κι έπαιζε κάποιους σκοπούς μελωδικούς, παλιούς. «Σε όλα υπάρχεις και πλανιέσαι, δεν ξεχνιέσαι, δεν ξεχνιέσαι», τραγουδούσε, κι εκείνες δάκρυζαν. Δεν καταλάβαιναν τα λόγια, ένιωθαν όμως το συναίσθημα. Τα μηνύματα της καρδιάς, την άσβεστη φλόγα της αγάπης.
Και περνούσαν οι μήνες, κι έφευγαν τα καλοκαίρια σαν διαβατάρικα πουλιά, κι οι χειμώνες έδειχναν το άσπρο τους πρόσωπο, αλλά τα καλοκαίρια επέστρεφαν μαζί με τις κοπέλες, κι αυτός, εκεί, στην ταβέρνα, στην παραλία, στο βυθό που έπρεπε ν› ανασάνει, στο μελωδικό σκοπό του τραγουδιού, στα πυρωμένα βλέμματα, αιχμάλωτα του πόθου, του φιλιού, του λυτρωτικού έρωτα που δυναστεύει το κορμί.
Ο πατέρας του, πριν από μήνες τον «αποχαιρέτησε». «Ζήσε παιδί μου. Αγάπησε. Χάρισε και δώσε. Μην ξεχνάς τη θάλασσα, τον τόπο μας. Εχε γεια…» του είπε, κι έκλεισε τα μάτια του. Κι απόμεινε μονάχος. Μέσα στον κύκλο της ζωής. Να ξανοίγεται με τη ψαρόβαρκα και να ακούει το τραγούδι της θάλασσας. Να βουτάει με τη στολή του, ακόμη και το χειμώνα, και η σιωπή του βυθού να τον αγκαλιάζει. Να βλέπει τα φώτα της νυχτερινής Κέρκυρας. Του τόπου του. Της Ελλάδας.
Το σκοτάδι τύλιξε το κορμί του. Εκλεισε τα μάτια του, κι άκουσε το κύμα να τον πλησιάζει. Το φεγγάρι κερνούσε ξενυχτισμένο φως τη σκοτεινή θάλασσα. Στα κλαδιά, τα τρυζόνια έψαχναν τις πυγολαμπίδες που περνούσαν αγέρωχες. Ο Μορφέας χαμογελούσε. Γαλήνη.

Το πρωί, σηκώθηκε με ελαφρύ πονοκέφαλο. Η θάλασσα του φάνηκε παράξενη, καθώς άνοιγε την ταβέρνα. «Τί συμβαίνει…» σκέφτηκε, καθώς έψηνε τους πρώτους καφέδες. Ο κυρ- Στρατής, μόνιμος θαμώνας, ανακάτευε μια παλιά τράπουλα κι άπλωνε τα χαρτιά στο μαρμάρινο τραπέζι. Μια παράξενη αίσθηση κύκλωσε το Νίκο, σαν κάτι άγνωστο να ερχόταν. Επιασε τη κιθάρα να ξεχαστεί. «Οταν γυρίσεις θα› μαι εδώ, και θα σε περιμένω, άφησες ίχνη στη καρδιά, κι εμένα λαβωμένο», σιγοτραγούδησε.
Ενας ξαφνικός αέρας σηκώθηκε, κι έφερε δύο δυνατά κύματα στην ακτή. Ο κυρ- Στρατής κοίταξε το Νίκο. «Νικολή, η θάλασσα κάτι έχει» του είπε, και γύρισε στα χαρτιά του. Ο Νίκος βγήκε έξω, και το βλέμμα του πλανήθηκε μακριά. Στα 100 μέτρα, είδε ένα ταχύπλοο με ξένη σημαία να περνάει και να χάνεται. Μετά από λίγο, εμφανίστηκε το σκάφος του λιμενικού που κύλαγε βαριεστημένο. Θυμήθηκε πάλι τον πατέρα του, όταν κρατούσε την πετονιά, εκεί στ› ανοιχτά: «πρόσεχε τη θάλασσα μας αγόρι μου. Ακουγε την και μην την αγνοείς. Οταν χαίρεται και όταν πονάει, θα στο δείξει. Αυτή η γή είναι ο θησαυρός μας. Αυτά τα νερά, είναι η ζωή μας. Αγάπησέ τα, και ζήσε ειρηνικά μαζί τους». Στο βάθος, σηκώθηκε ένα μικρό κύμα, κι όταν έφτασε στην ακτή, είχε σχεδόν σβήσει. Ο Ιόνιος ήλιος, φώτιζε γενναιόδωρα.

Πέρασαν ώρες ασάλευτης σιωπής. Το άρωμα του καφέ ταξίδευε στα τραπέζια. Το γλυκάνισο του τσίπουρου άπλωνε τη λεπτή του μυρωδιά στα ποτήρια. Οι λιγοστοί θαμώνες, αμίλητοι κοιτούσαν στο πουθενά, σαν κάτι να τους έλειπε, ή κάτι να νοσταλγούσαν. Κάτι που έφυγε οριστικά. Ενα βλέμμα, μια αγκαλιά, ή μια λέξη που ποτέ δεν βγήκε. Χέρια βαπτισμένα στην αρμύρα, πληγωμένα από το αγκίστρι ή την άγκυρα, μάτια ζαρωμένα από κάποιους μακρινούς ανέμους ή κάποια φωτεινά λιμάνια σε άλλες γωνιές της στρογγυλής γης. Ανθρωποι και αγωνίες. Μορφές αγαπημένες, κάπου ξεχασμένες, που σου χαμογελούν.
Kι ήρθε το μεσημέρι. Είχαν φύγει όλοι. Ηπιε λίγο νερό και πλησίασε προς την έξοδο. Κοίταξε μακριά, και είδε σ› ένα σημείο κύματα και κύκλους. Σταματούσαν και ξανάρχιζαν. Δεν του άρεσε αυτό. Εκλεισε την ταβέρνα, φόρεσε τη στολή του, μπήκε στη βάρκα και ξεκίνησε. Καθώς πλησίαζε, ένιωσε τον ήλιο να κρύβεται πίσω από ένα λευκό σύννεφο. Οταν έφτασε κοντά στους κύκλους των κυμάτων, κατάλαβε.
Σε βάθος 5 μέτρων, είδε μια σειρά διχτυών. Φόρεσε τη μάσκα του και βούτηξε. Στα 3 μέτρα, αντίκρισε ένα δελφίνι μπλεγμένο μέσα στα δίχτυα. Ανέβηκε στη βάρκα και ανάσανε βαθιά. «Μάλιστα…» είπε. Πήρε το μεγάλο μαχαίρι που είχε στη βάρκα, φόρεσε ξανά τη μάσκα και βούτηξε.
Το δελφίνι ήταν τρομαγμένο. Είχε μπλεχτεί γερά, και οι απότομες κινήσεις του ανέβαζαν κύματα στην επιφάνεια. Ο Νίκος το πλησίασε αργά. Είχε γερή ανάσα, αφού δεν κάπνισε ποτέ. Κοίταξε το δελφίνι στα μάτια. Μια λύπη τα είχε ποτίσει, για τα έργα των ανθρώπων. Για την άπληστη και αχόρταγη ψυχή τους. Οι Οθωνοί ήταν πέρασμα για τα δελφίνια. Αυτό όμως, ποιός ξέρει πως είχε ξεμείνει… Και τώρα, τον κοιτούσε, και περίμενε την τύχη του. Η το τέλος του. Ενας άνθρωπος, μια υδάτινη σιωπηλή ψυχή που αγαπάει τον άνθρωπο αλλά τώρα είναι αιχμάλωτη από τον άνθρωπο, και η σιωπή της θάλασσας. Τί κόσμος κι αυτός στ› αλήθεια… Φυλακίζει την αθωότητα, ελευθερώνει την ενοχή…
Το μαχαίρι άστραψε ξαφνικά. Ο ήλιος είχε φύγει από το λευκό σύννεφο και πότιζε τη θάλασσα με το δυνατό του φως. Ο Νίκος άγγιξε το δελφίνι και προσπάθησε να το ηρεμήσει. «Μην φοβάσαι» του είπε με τα μάτια. «Μαζί θα φύγουμε από δω». Αρχισε να κόβει τα χοντρά δίχτυα ώσπου το κεφάλι του δελφινιού να αρχίσει να βγαίνει σιγά-σιγά. Με μεγάλη προσοχή, τράβηξε το δίχτυ που είχε κολλήσει στο υπόλοιπο σώμα, κόβοντας το κι αυτό, προσέχοντας μην πληγώσει το ζώο. Τα χέρια του πονούσαν, μα δεν τον ένοιαζε. Μια ψυχή περίμενε λυπημένη. Δεν έφταιγε σε τίποτα. Ηταν ανάγκη λοιπόν να ζήσει.
Οταν έκοψε και το τελευταίο σχοινί, το δελφίνι προχώρησε μερικά μέτρα διστακτικά, και μετά όρμησε με δύναμη μπροστά. Ο Νίκος ανέβηκε στην επιφάνεια και ανάσανε λίγο. Βούτηξε πάλι, και όταν έφτασε βαθιά, είδε το δελφίνι να τριγυρίζει γύρω του, χαρούμενο, ελεύθερο, παίζοντας μαζί του. Το έπιασε από τη ράχη και κολύμπησαν μαζί. Το χάιδευε πάνω από τα μάτια, κι εκείνο έφευγε κι ερχόταν. Κάποια στιγμή, κοιτάχτηκαν. Ο Νίκος σήκωσε το χέρι του και το χαιρέτησε. Εκείνο, κοντοστάθηκε, και μετά χάθηκε. Στους γαλάζιους δρόμους. Στο υδάτινο σύμπαν των διαπόντιων νήσων.
Οταν βγήκε στην ακτή, είδε μια άγνωστη κοπέλα να κοιτάζει τη θάλασσα. Εβγαλε τη μαύρη στολή του και της χαμογέλασε. «Κοιτάξτε!» φώναξε εκείνη. «Ενα δελφίνι που σηκώνεται ψηλά!» Ο Νίκος κοίταξε στο βάθος, είδε το ζώο να πετάει στον αέρα και να προσγειώνεται στο νερό με δύναμη. Τα μάτια της κοπέλας άστραψαν από ενθουσιασμό για το αναπάντεχο θέαμα.
«Φύγε αγόρι μου…» ψιθύρισε.
«Ελάτε μέσα» της είπε, καθώς άνοιγε την ταβέρνα. «Είναι πιο ζεστά».
Εκείνη τον κοίταξε, και κάτι απροσδιόριστο την έκανε να τον εμπιστευτεί.
Η θάλασσα, είχε ηρεμήσει. Ο ήλιος είχε αγκαλιάσει το νερό. Τα μάτια της κοπέλας, ήταν ζεστά. Οταν η ψυχή γαληνεύει, η ομορφιά επιστρέφει. Μαζί με την ελπίδα.


ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.