Να προσέχεις στο δρόμο!», φώναξε ο παππούς στον εγγονό του. Ο μικρός δεν γύρισε να τον κοιτάξει, καθώς απομακρυνόταν.
Στην Ειδομένη του Κιλκίς, ο χειμώνας αγκάλιαζε τα γυμνά κλαδιά των δέντρων. Στα λιγοστά σπίτια, οι καμινάδες αργοκάπνιζαν, και το τραχύ άρωμα του πεύκου σκορπούσε στον πρωινό ουρανό. Σ’ αυτά τα μικρά σπίτια με τις γλάστρες στα ξύλινα παράθυρα και τους ασπρισμένους κήπους, σ’ αυτά τα σπίτια που το φως της φωτιάς σιωπά μπροστά στα μάτια των ανθρώπων, χτυπάει η καρδιά μιας πατρίδας που δίνει υπομονή στις ανοιχτές πληγές της, μιας χώρας που περπατάει στα λιθόστρωτα στενά της και με το χέρι ψηλά σου λέει «καλημέρα!». Κι όταν το φως της νύχτας σταλάζει μέσα της, κλείνει τη ματιά της και πετάει στους ουρανούς του ονείρου. Αχ Ελλάδα μου…
Ο Γιάννος είναι 8 χρονών. Εκείνο το πρωί πήγαινε στο σχολείο του. Ζούσε με τον παππού του, αφού οι γονείς του δούλευαν στα ξένα. «Στα ξένα»… Ετσι του έλεγε ο παππούς, όταν τον ρωτούσε που είναι ο μπαμπάς και η μαμά. Δεν μπορούσε να πει στο παιδί πως οι γονείς του, ήταν η τελευταία γενιά των μεταναστών που μαράζωναν στη Γερμανία, εργάτες. Δεν τους θυμόταν καλά. Θυμόταν μόνο δυο χέρια να τον κρατούν αγκαλιά, να του δίνουν μια μεγάλη σοκολάτα, και μετά, τον καπνό κάποιου τρένου να κάνει τα μάτια του να δακρύζουν. Υστερα, τίποτα. Από τότε, ο παππούς στεκόταν δίπλα του, εδώ, στην Ειδομένη Κιλκίς, κοντά στα σύνορα με τα Σκόπια.
Τώρα κρατούσε στα χέρια του μια δερμάτινη σάκα, με τα λιγοστά του βιβλία και τετράδια. Αποβραδίς την ετοίμαζε γεμάτος χαρά που επιτέλους θα πήγαινε σχολείο με σάκα, κι όχι με το μισοσχισμένο κομμάτι καραβόπανου με το οποίο σκέπαζε τα τετράδια του. Είχε κολλήσει και το όνομά του στην μπροστινή θήκη με ψαρόκολλα, για να μην φύγει. Καμάρωνε, κι άνοιγε το βήμα του, γιατί ήξερε πως ήταν φτωχός, κι ο παππούς είχε μείνει νηστικός για μέρες για να βρει λεφτά να του την αγοράσει. «Μην ξεχνάς το σχολείο σου παιδί μου» του έλεγε. «Πρέπει να μάθεις γράμματα. Η Ελλάδα σε χρειάζεται κι ας μην το ξέρει ακόμη. Όταν θα σε χρειαστεί, πρέπει να είσαι έτοιμος».
Ηθελε λίγα λεπτά να φτάσει στο σχολείο, μιας και είχε φύγει νωρίς. Όταν έφτασε κοντά στην όχθη του Αξιού, σταμάτησε για λίγο και κάθισε κοντά στο σιωπηλό νερό. Κοίταξε μακριά, κι αντίκρισε τη Γευγελή. Τα σπίτια μόλις που φαίνονταν στα χαρούμενα μάτια του. Ένα σύννεφο προχωρούσε. «Αραγε, θα τους πάει βροχή εκεί πέρα;» αναρωτήθηκε. «Πόσα παιδιά να ’χει το σχολείο τους; Ισως πιο πολλά από το δικό μας. Όταν κάνουν παρέλαση, ο δάσκαλος τα μαλώνει; Εμάς συνέχεια μας φωνάζει». Κι έτσι απορροφημένος όπως ήταν, δεν πρόσεξε το νερό του ποταμού που είχε αγκαλιάσει τη σάκα του, πηγαίνοντας την αργά-αργά προς τα μέσα. Όταν την είδε, τα ’χασε. Απλωσε το χέρι του, μα το μόνο που κατάφερε ήταν να γλυστρίσει κα να βάλει μέσα στο νερό το δεξί του πόδι.
Το ποτάμι, έπαιρνε τώρα τη σάκα του προς τα βαθιά. Ένας δυνατός αέρας την πήγαινε μακριά, όλο και πιο μακριά από το Γιάννο. Η χαρά έφυγε από τα μάτια του μικρού παιδιού. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, όσο κρατάει ένας ψίθυρος, ικανός να διαλύσει μια ψυχή. Εμεινε αποκαμωμένος, καθώς το ποτάμι πήγαινε το δώρο του αλλού, σ’ άλλη γη, ίσως και σε άλλα χέρια.
Γύρισε στο σπίτι του. «Τι έπαθες;» τον ρώτησε ο παππούς. Όταν είδε τα άδεια του χέρια, κατάλαβε. Κοίταξε το παιδί με τα μεγάλα, κουρασμένα του μάτια, και δεν είπε τίποτα, για να μην το πικράνει περισσότερο. Ο Γιάννος έβγαλε το χαμηλό του παλτό και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Χώθηκε κάτω από το σκέπασμα, και αμίλητος ένοιωθε την πίκρα στα μάτια του. Ο κόσμος είχε χαθεί μέσα του. Κι ο παππούς, καθόταν δίπλα στο τζάκι και τον κοιτούσε.
Πέρασαν κάποιες μέρες. Ο Γιάννος πήγαινε στο σχολείο του κρατώντας μια σχεδόν διαλυμένη τσάντα που του έφτιαξε ο παππούς από χοντρές σακούλες που βρήκε σ’ ένα άδειο σπίτι. Το μολύβι του σχεδόν δεν έγραφε από την υγρασία. Προσπαθούσε να κρύψει τη λύπη του από το δάσκαλο και τους φίλους του στα διαλείμματα, στην αυλή του σχολείου. Κάποιες φορές, από το θρανίο του κοιτούσε έξω από το παράθυρο, βλέποντας τη γαλανόλευκη να κυματίζει στο δυνατό αέρα. Πλησίαζαν Χριστούγεννα.
Ένα σούρουπο Παρασκευής, βρίσκονταν στο σπίτι κι έτρωγαν μια ζεστή χορτόσουπα, όταν χτύπησε η πόρτα και μέσα μπήκε ο αστυνόμος του χωριού. Κοίταξε το Γιάννο και χαμογέλασε.
«Μου τηλεφώνησαν από τους Ευζώνους. Εκεί είναι ένα αγόρι από τα Σκόπια. Ηρθε τα ξημερώματα. Κρατούσε μια σάκα στα χέρια του που έγραφε το όνομα σου και το χωριό. Πρέπει να πάμε αύριο εκεί για να δούμε τι συμβαίνει» είπε, καθώς έπινε το τσίπουρο που τον κέρασε ο παππούς. «Να είστε έτοιμοι το πρωί» είπε καθώς έφευγε.
Ο Γιάννος κοκκίνισε ολόκληρος. Το βράδυ, δεν κοιμήθηκε σχεδόν καθόλου. Εβλεπε το ρολόι που χτυπούσε στο ξύλινο τραπέζι. Κάθε χτύπος ήταν κι ένας φόβος, μήπως είχε γίνει λάθος. Όταν έκλεισε τα μάτια του, είδε το ποτάμι να στέκεται ακίνητο μπροστά του. Ενοιωσε πως πετούσε πάνω από πόλεις φωτεινές, χωριά λευκά. Είδε τις αετοφωλιές στα ψηλά βουνά. Το σώμα του έτρεχε. Εβλεπε μια γη, ένα τόπο, ένοιωθε ένα με τους φτερωτούς ταξιδευτές.
Το πρωί, μπήκαν στο αυτοκίνητο της αστυνομίας με προσμονή και αμηχανία. Σε λίγα λεπτά έφτασαν στα σύνορα στους Ευζώνους. Δύο πανύψηλοι και βλοσυροί αστυνομικοί μίλησαν στον παππού για λίγη ώρα. Ο παππούς πήρε το Γιάννο και προχώρησαν προς τη συνοριακή γραμμή.
Σε λίγα μέτρα, η Ελλάδα τελείωνε. Ο Έλληνας στρατιώτης τους είπε να περιμένουν. Πίσω, σε μικρή απόσταση, ο στρατιωτικός διοικητής του φυλακίου, μια ομάδα φαντάρων και ο αστυνόμος του χωριού, παρακολουθούσαν αμίλητοι. Σε λίγα λεπτά, από την «άλλη όχθη», σταμάτησε ένα σκουρόχρωμο αυτοκίνητο. Στις πινακίδες του έγραφε FYROM. Από αυτό κατέβηκαν δύο αστυνομικοί, ένας στρατιωτικός, κι ανάμεσα τους ένα μικρό παιδί, κι όλοι μαζί άρχισαν να προχωρούν προς την Ελληνική πλευρά. Μετά από λίγα μέτρα, οι «μεγάλοι» σταμάτησαν, αλλά το παιδί συνέχισε να περπατάει. Στα χέρια του κρατούσε ένα πακέτο. Ο Γιάννος κοίταξε τον παππού. «Πήγαινε» του είπε.
Τα δυο παιδιά πλησίασαν το ένα το άλλο. Οι στρατιώτες απομακρύνθηκαν. Τώρα, εκεί που τελείωναν δύο χώρες, στέκονταν δυο αγόρια μόνα τους και κοιταζόντουσαν. Βαθιά στα μάτια.
«Με λένε Γιάννο».
«Είμαι ο Κύρος».
Τα παιδιά ήταν συνομήλικα. Φορούσαν σχεδόν τα ίδια φθαρμένα ρούχα. Αθώα, μέσα στη μοναδικότητα της ηλικίας τους. Αγνά. Δίχως την ψευτιά των μεγάλων και την κάλπικη διπλωματία τους. Αρκεί να τα κοιτούσες, και θα καταλάβαινες πως το μέλλον είναι συχνά μπροστά μας μα δεν το βλέπουμε, γιατί καμία τηλεόραση δεν θέλει να δείξει αυτό το χρώμα.
Ο Κύρος άπλωσε τα μικρά του χέρια και έδωσε στο Γιάννο το πακέτο που κρατούσε. Μέσα από το πακέτο, ο Γιάννος έβγαλε σιγά-σιγά τη δερμάτινη σάκα του. Μπροστά στη θήκη του, έγραφε το όνομά του και το χωριό του. Ηταν γυαλισμένη και σε καλή κατάσταση. Τα μάτια του άστραψαν.
«Τη βρήκα στην άκρη του ποταμού, είπε ο Κύρος με σπασμένα Ελληνικά. Κοντά στο σπίτι μου στη Γευγελή. Την άφησα κάτω από τη λάμπα να ζεσταθεί. Έπρεπε να σου τη φέρω όμορφη». Έβγαλε από την τσέπη του ένα λεμόνι.
«Δεν έχω κάτι άλλο, είπε ο Κύρος. Ο κήπος μου είναι φτωχός. Ο,τι φύτεψα μαράθηκε. Κάτι κάνω λάθος. Μόνο η λεμονιά της γιαγιάς μου έμεινε, κι αυτή είναι πολύ αδύνατη».
Ο Γιάννος έβγαλε από τη δική του τσέπη μια σοκολάτα. Την έδωσε στον Κύρο. «Και η δική μας γη είναι φτωχή, είπε. Στο σχολείο κρυώνουμε. Είμαστε λίγα παιδιά. Ο δάσκαλος κάθεται μπροστά στη σόμπα και συνεχώς γκρινιάζει. Όποτε κάποιο παιδί του πάει λίγο ρύζι, γίνεται γελαστός. Για λίγο».
Οι βαθμοφόροι κοιτούσαν τα δυο παιδιά, κι αναρωτιόντουσαν μεταξύ τους τι να λένε. «Τι να λένε μωρέ, είπε κάποιος βαριεστημένα. Η για ποδόσφαιρο ή για κορίτσια θα λένε». Οι άλλοι τον κοίταξαν παράξενα.
«Οι γονείς σου;» ρώτησε ο Γιάννος.
«Δεν ζούν. Δεν τους θυμάμαι σχεδόν καθόλου. Εσένα;» ρώτησε ο Κύρος.
«Στα ξένα, απάντησε ο Γιάννος. Ούτε εγώ τους θυμάμαι. Μια φωτογραφία τους δεν έχω. Πότε θα γυρίσουν άραγε…»
Ο Κύρος κοίταξε πίσω του. «Αυτοί μου είπανε να μην σου μιλήσω πολύ. Είμαστε εχθροί, λένε. Τι θα πει εχθροί; Δεν θέλω να έχω εχθρούς. Χρωματίσανε αυτή τη γραμμή που πατάμε, λες κι ο αέρας σταματάει να φυσάει εδώ ή γυρίζει πίσω επειδή η χώρα αλλάζει. Είμαστε φίλοι;»
«Θα είμαστε για πάντα, είπε ο Γιάννος. Σ’ ευχαριστώ για όλα. Αυτό που έκανες, δεν θα το ξεχάσω ποτέ».
Με μια γρήγορη κίνηση τα δυο παιδιά αγκαλιάστηκαν. Κοιτάχτηκαν βαθιά μέσα στα μάτια ξανά. Και γύρισαν πίσω.
«Τι σου έλεγε;» ρώτησε ο παππούς το Γιάννο.
«Πάμε παππού», είπε ο Γιάννος.
«Τι λέγατε τόση ώρα;» ρώτησε ο Σκοπιανός αστυνόμος τον Κύρο.
«Ακόμη τίποτα» απάντησε ο Κύρος, στη μητρική του πλέον γλώσσα.
Το πρωί της Κυριακής, ο Γιάννος στεκόταν στις όχθες του Αξιού ποταμού. Από μακριά, φαινόταν η Γευγελή. Εκανε κρύο, μα η καρδιά του ήταν ζεστή.
Από την τσέπη του παλιού του παλτού έβγαλε ένα μικρό κλαδί ελιάς. Το άφησε στο νερό και το είδε να ταξιδεύει στην επιφάνεια.
Στον ουρανό, πετούσαν δυο περιστέρια. Ελεύθερα. Κοιτούσαν μόνο μπροστά.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.