ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΟΥΣΤΑΚΗ

Αυτές τις ημέρες η κοπή της «Βασιλόπιτας» έχει την τιμητική της.
Δήμοι, σύλλογοι και άλλοι φορείς υποδέχονται το Νέο Χρόνο με τον παραδοσιακό τρόπο, που εκφράζει νότα χαράς και ελπίδας.
Οι ευχές πάνε και έρχονται, αλλά και οι πολιτικοκομματικές παρατηρήσεις για την οικονομική κατάσταση της χώρας, πήρανε και δώσανε και μάλιστα από κάποιους, οι οποίοι δεν δικαιούνται να θεωρούν τους εαυτούς τους, ή την κομματική τους τοποθέτηση αμέτοχη και αθώα.
Ακόμη θεωρώ, ότι είναι λάθος, αυτές οι στιγμές της ανταλλαγής ευχών, να χρησιμοποιούνται για ανούσια γκρίνια και αντιπολίτευση! Είναι απρέπεια απέναντι στις άγιες μέρες και στους συμμετέχοντες.
Η μιζέρια και η γκρίνια ποτέ δε ήταν ίδιον των φτωχών, αλλά εκείνων, που αισθάνονται ότι χάνουν κεκτημένα και μειώνεται ο πλούτος τους. Οι φτωχοί έχουν μάθει να εργάζονται σκληρά και να παλεύουν για την αξιοπρέπειά τους και την επιβίωση τη δική τους και της πατρίδας τους.
Χειρότερο όλων είναι να ακούς από στόματος ιερωμένων τον ισχυρισμό ότι το έργο της εκκλησίας δεν είναι η δημιουργία «κοινωνικού παντοπωλείου», αλλά της πολιτείας. Και ότι, έργο της εκκλησίας είναι η πνευματική τροφή!
Άκουγα και δεν πίστευα στα αυτιά μου. Μέχρι σήμερα ήξερα ότι η εκκλησία πρωτίστως φροντίζει για τους φτωχούς και τους κατατρεγμένους, για τους «ασθενείς και τους οδοιπόρους», και αντ’ αυτού άκουσα διαμαρτυρίες τύπου «γιατί εμείς και όχι η πολιτεία» να φροντίσει τους φτωχούς!
Παράδοξη συμπεριφορά αλήθεια. Και εγώ δεν ξέρω πως κρατήθηκα και δεν πετάχτηκα επάνω διαμαρτυρόμενη. Σεβάστηκα την ημέρα. Αλλά είμαι βεβαία ότι τα ίδια συναισθήματα γεννήθηκαν και σε πολλούς άλλους, από τους παρευρισκόμενους.
Κούνησα το κεφάλι μου απογοητευμένη. Θυμήθηκα τη ρήση του Χριστού «Αγαπάτε αλλήλους» και το «όποιος έχει δύο χιτώνες να δώσει τον έναν» και «Μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται».
Η εκκλησία πρέπει να συσσωρεύει πλούτη και για ποιόν; Ποιος ο σκοπός; Και με ποια παραδείγματα αλληλεγγύης και προσφοράς, στους έχοντες ανάγκη, θα πείσει τους «άπιστους» και θα προσφέρει πνευματική τροφή;
Αυτοί οι συγκεκριμένοι ιερωμένοι, επειδή ασφαλώς δεν είναι όλοι ίδιοι, θα πείσουν για τον λόγο του Κυρίου;
Μέσα μου φούσκωνε η οργή για τόση αναλγησία. Αυτόματα στο μυαλό μου εμφανίστηκε η σιλουέτα του Επισκόπου Κισσάμου και Σελίνου, του Ειρηναίου, μακαριστού πλέον.
Είχα την τύχη να τον γνωρίσω και να τον συναντήσω στο «Επισκοπικό Μέγαρο», κατ’ ευφημισμόν βέβαια μέγαρο, και αυτόματα τον συνέκρινα με κάποιους άλλους «εκπροσώπους του Θεού» επί της γης και διαπίστωσα με θλίψη μια αγεφύρωτη διαφορά στις αντιλήψεις και στις πράξεις τους.
Η ασκητική μορφή του Ειρηναίου ξεπρόβαλε μπροστά μου τη ώρα, που από τα χείλη κάποιου ιερωμένου βγαίνανε φράσεις που πλήγωναν. Αυτή η μορφή με ηρέμησε και με συγκράτησε να μην ουρλιάξω από τον «πόνο» και την απογοήτευση που μου προκάλεσαν οι άστοχες φράσεις, που μου τριβέλιζαν το μυαλό. Ακούς εκεί: «Δεν είναι δουλειά μας η πρόνοια, είναι δουλειά του κράτους»!
Θα ήταν καλοκαίρι του 1997, αν θυμάμαι καλά. Ο Ειρηναίος με υποδέχτηκε στην αυλή της Επισκοπής, αφού είχε προηγηθεί συνεννόηση για την επίσκεψή μου και το αντικείμενο συζήτησης. Φορούσε ένα απλό, τριμμένο και ξεβαμμένο από το χρόνο ράσο. Η μορφή του χαρακωμένη από τον χρόνο και τον ήλιο. Τα χέρια του πρόδιδαν άνθρωπο δουλευτή της γης, ξερακιανά μαυρισμένα και σκληρά. Ήταν ένας άσαρκος, μικρός το δέμας, ασκητής, που με την πρώτη ματιά σε κέρδιζε. Με οδήγησε ο ίδιος χωρίς γραμματείς και παρατρεχάμενους, στο γραφείο του.
Ανεβήκαμε μια παλιά ξύλινη σκάλα, που έτριζε, και βρεθήκαμε σε ένα χώρο ανάλογο της υπόλοιπης λιτότητας, θα ήταν περίπου τρία επί τρία, ίσα που χωρούσε ένα μικρό γραφείο, μια βιβλιοθήκη και τρεις καρέκλες.
Μια ηρεμία με είχε κατακλύσει. Κατάλαβα τον λόγο. Όλη αυτή η απλότητα, στην οποία ζούσε αυτός ο ιερωμένος, σε οδηγούσε σε υψηλά επίπεδα σκέψης και αυτογνωσίας.
Η συζήτηση μαζί του ήταν τόσο βαθειά ανθρώπινη, όσο και εποικοδομητική, που όταν τελείωσε ένοιωσα μια πληρότητα και μια ψυχική ανάταση τέτοια, που ελάχιστες φορές στη ζωή μου είχα αισθανθεί μέχρι σήμερα.
Με ξενάγησε στα καταλύματα, εν είδει κελιών, που είχε κτίσει στην αυλή της Επισκοπής για να φιλοξενεί άστεγους.
Ο ίδιος έσκαβε και καλλιεργούσε τον λαχανόκηπο, που διατηρούσε για τις ανάγκες των προστατευομένων του.
Με ξεπροβόδισε μέχρι έξω στο δρόμο, όπου μερικές οικογένειες Αλβανών μεταναστών είχαν έρθει για να προσφέρουν χειρωνακτικές εργασίες. Μου είπε ότι δεν είχαν που να κοιμηθούν και θα τους φιλοξενούσε μέχρι να μπορέσουν να τακτοποιηθούν! «Είναι παιδιά του Θεού, συνάνθρωποί μας, έχουν ανάγκη από τη βοήθειά μας» είπε χωρίς στόμφο, έτσι απλά.
Η συμπεριφορά του και ο τρόπος ζωής του, μου έδειξε τον Θεό και πως θα έπρεπε να είναι οι εκπρόσωποί του επί της γης.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.