Είχε σουρουπώσει στη ταβέρνα του Αλέξη, κοντά στο Σούνιο. Τα τραπέζια από ώρα είχαν αδειάσει. Τα ανθρώπινα ίχνη όμως, σκόρπια παντού. Αδεια ποτήρια, καφέδες ατελείωτοι, καρέκλες ψάθινες σε κάποιες γωνιές. Ο αέρας σήκωνε τα χάρτινα τραπεζομάντηλα κι έπαιζε μαζί τους σαν αδιάφορο παιδί. Η υγρασία της θάλασσας ακουμπούσε στα γυάλινα τζάμια και χανόταν στο βραδινό χρώμα.
Εδώ, ο χρόνος αναπνέει και περπατάει μαζί σου. Δεν σε κυνηγάει ούτε σε απειλεί. Αργορέει στα μάτια και στην ψυχή σου σαν κρυφό ποτάμι, σαν άστρο που κυλάει στον καθαρό ουρανό και περιμένει ένα σου βλέμμα, όταν θυμηθείς να κοιτάξεις ψηλά, όταν, μέσα στην ταραχή της ταχύτητας, για μια στιγμή σταθείς ακίνητος και αναλογιστείς έστω για λίγο τη ζωή σου, την ανάσα που ξοδεύεις ή σπαταλάς σε παρέες άκαρπες, σε πορείες αδιέξοδες, στον ψεύτικο χρυσό του μέταλλου ή στον άγονο τόπο του χρήματος.
Ο χρόνος πάντα θα σε περιμένει να του μιλήσεις. Αλλά ακόμη κι αν σιωπήσεις θα σε καταλάβει, θα νιώσει το βάρος της ψυχής σου, την αγρύπνια των ματιών σου, την αγωνία της αφής σου. Αρκεί να κλείσεις τα μάτια και να ακούσεις τον άνεμο. Μια τέτοια νύχτα. Κάθε νύχτα, που αλυχτάς για το χάδι, το αληθινό άγγιγμα.
Μέσα από την άδεια κουζίνα, εμφανίστηκε η Μαρία. Η φωτιά είχε σβήσει και μόνο ένα ασθενικό κίτρινο φως ήταν ανοιχτό στο βάθος που κοιτούσε στον κήπο.
«Θέλετε τίποτα κύριε Αλέξη;» ρώτησε με τη νεανική φωνή της.
«Οχι Μαρία, μπορείς να φύγεις. Σ› ευχαριστώ πολύ για σήμερα» απάντησε ο Αλέξης.
Η Μαρία ανέβηκε στο μηχανάκι του φίλου της που περίμενε απ› έξω κι έφυγαν μέσα στη νύχτα.
«Ο έρωτας… Η νεότης…» ψιθύρισε ο Αλέξης, καθώς τους κοιτούσε από το θολό τζάμι. «Ν› αγαπάς… Να προσδοκάς ν› αγαπήσεις…»
Βαρύς ο ίσκιος του. Σήμερα «αποχαιρέτησε» τη μάνα του. Η ψυχή του είναι βουβή. Τόσοι πέρασαν να τον δούν. Τους κοιτούσε όλους στα μάτια, κι έλεγε «ευχαριστώ». Στο μεσημβρινό τραπέζι κρατούσε το χέρι της γυναίκας του υπομονετικά. Γύρω του ένας χαλασμός απερίγραπτος από μουρμούρες, κουβέντες δυνατές και πνιχτά χάχανα. Εκείνος, αλλού. Χαμένος μέσα στην εποχή που τελείωνε. Συχνά ρωτιέμαι τι άνθρωποι είμαστε. Ακόμα και στο πόνο του άλλου, στον οριστικό και ανεπίστρεπτο πόνο του, αντί να τον σεβαστούμε και να «βγάλουμε το σκασμό», τότε θυμόμαστε μικροπρέπειες, θυμούς, άγχη και προσωπικές διαφορές, εγκλωβισμένοι μέσα στο γυαλιστερό μικρόκοσμο μας, μέσα στον απατηλό ιστό που το ψέμα χρόνια υφαίνει γύρω μας και μας εμποδίζει να δούμε την αλήθεια της ζωής. Τι άνθρωποι είμαστε…
Ο κόσμος είχε φύγει από ώρα. Η νύχτα κοιτούσε την ταβέρνα, εκεί, κοντά στο Σούνιο, στη γαλήνη του ναού και των κυμάτων.
Ο Αλέξης σηκώθηκε από την καρέκλα του και πήγε στην κουζίνα. Μετά από λίγο γύρισε με ένα μπουκάλι κρασί στα χέρια του.
«Ο πατέρας το έφτιαχνε. Για ειδικές περιπτώσεις. Για χαρές και λύπες, έλεγε, κι εμείς ακούγαμε.»
Γέμισε δυο ποτήρια και μου έδωσε το ένα.
«Γλυκό» απάντησα καθώς το δοκίμασα.
«Ο πατέρας καθόταν στη γωνιά του και παρατηρούσε. Πήγαινε καμιά φορά στα τραπέζια και ρωτούσε ΣΑΣ ΠΕΡΙΠΟΙΟΥΝΤΑΙ; Συχνά βοηθούσε στην κουζίνα όταν η μάνα ήταν κουρασμένη ή έλειπε. Εδειχνε σε μένα και στον αδερφό μου τα μυστικά της κουζίνας, μας έλεγε να σεβόμαστε τον πελάτη και να μην τον ξεγελάμε, εάν θέλουμε να ξαναέρθει. Ν› αγαπάμε αυτό που κάνουμε, αφού δεν ξέρουμε τίποτα άλλο, και δεν σπουδάσαμε. Εφυγε πρώτος, στην καρέκλα που καθόταν. Αθόρυβα, σαν φτερό.»
Από μακριά ακούστηκε ο χτύπος κάποιου κινητού. Ενα αυτοκίνητο πέρασε με ταχύτητα από τον ανοιχτό δρόμο και μια άναρχη μουσική σκόρπισε για λίγο στον αέρα. Το νυχτερινό φως απλωνόταν στη σκοτεινή θάλασσα, κι ο φωτισμένος ναός στεκόταν μόνος, αλλά αγέρωχος. Σύμβολο πραγματικής ενότητας.
Ιδιαίτερη ματιά η κυρία Φανή. Στην καλημέρα τη δική σου, σήκωνε το χέρι ψηλά και χαιρετούσε, με διάθεση αγωνιστική αλλά πάντα ανθρώπινη. Ολιγόλογη και χαμογελαστή, ακόμα και σε ακραίες καταστάσεις. Οταν οι γιοί της τσακώνονταν για λίγα μέτρα γη, εκείνη, σιωπηλή, μοίραζε ότι είχε με δικαιοσύνη και πειθώ. Μια πειθώ που δεν χρειάζεται δικαστή ή νομικό για να επιβληθεί, αλλά την ανθρωπιά ενός πραγματικά βασανισμένου ανθρώπου.
Του ανθρώπου που αντίκρισε τους πρόσφυγες του ΄22 να κοιμούνται ρακένδυτοι στην ερημική παραλία και μέσα στη πίκρα τους να στήνουν χορό και να τραγουδούν τη χαμένη πατρίδα, να σκάβουν τη γη και να ανθίζουν ακόμη και τη πέτρα. Του ανθρώπου που είδε το Γερμανό εισβολέα να μπαίνει στη μικρή κουζίνα και να αρπάζει το ψωμί της, χτυπώντας τον πατέρα της. Της νεαρής κοπέλας που με χαμηλωμένα μάτια πρόσφερε γλυκό κυδώνι στον μέλλοντα σύζυγο της, όταν εκείνος την ζήτησε σε γάμο. Της ώριμης γυναίκας που ένιωσε τη πνιγηρή ανάσα του χωροφύλακα να τη ρωτάει «πότε θα› ρθει ο άντρας σου και γιατί πήγε στη Ρουμανία;»
Μικρά γεγονότα, μακριά από τα ασύρματα ποτάμια του διαδικτύου, του οκνηρού τηλεχειριστηρίου ή της κινητής αποξένωσης του SMARTPHONE. Είμαστε υπόλογοι για πολλά στις μελλοντικές γενιές μα κυρίως για την ελευθερία που θα στερηθούν, ή τη γνώση που θα τους είναι άχρηστη, αφού λίγα πράγματα θ› αντιπροσωπεύει σε μια κοινωνία ανθρωποφαγική και αργυρώνητη.
Ο Αλέξης ξαναγέμισε τα ποτήρια.
«Πολύ την πίκρανα, μου είπε. Το κακό είναι πως τη συγνώμη τη τσιγκουνεύτηκα, και τώρα είναι αργά».
Στο πλάνο μπήκε από το πουθενά ο αδερφός του. Χαιρέτησε αδιάφορα και έφυγε.
Ο Αλέξης σηκώθηκε και πήγε κοντά σ› ένα παλιό στερεοφωνικό. Πάτησε ένα κουμπί κι άρχισε να παίζει το «ΠΡΕΠΕΙ» με τη Μοσχολιού. Στάθηκε στη μέση του κλειστού χώρου ακίνητος, βαρύς, σαν δέντρο ριζωμένο. Εκλεισε τα μάτια και μπήκε στο τραγούδι. Ακίνητος.
«Κάνε εκείνο που πρέπει, όλα τα επιτρέπει, το δικό σου το πρέπει, ένα πρέπει θαμπό».
Και περνούσαν οι ώρες. Σαν την άμμο της κλεψύδρας που βιάζεται να κάτσει σ› ένα πάτο μικρό. Μέσα στη σιωπή, στη μνήμη, στο τίποτα του χρόνου.
Κράτησα τον Αλέξη από τον ώμο. Περπατήσαμε μέχρι το κρεβάτι εκστρατείας που είχε στο πίσω δωμάτιο της ταβέρνας. Τον σκέπασα με τη κουβέρτα κι απομακρύνθηκα.
«Μάνα μου…» τον άκουσα να ψιθυρίζει, πριν αποκοιμηθεί.
Βγήκα στη νύχτα. Ο γκιώνης τραγουδούσε σε κάποιο δέντρο, κι ένα αδέσποτο σκυλί καθόταν κάτω από την κολόνα της ΔΕΗ, αμέριμνο, αδιάφορο, μόνο.
Η νύχτα προχωρούσε. Ταξίδευε τους ανθρώπους και τ› αστέρια. Τους πόθους, τις λέξεις, τους ψιθύρους. Το τραγούδι της θάλασσας γινόταν ανάσα στις καρδιές. Η μοναξιά του άδειου χώρου γύρευε το φως της το λυτρωτικό. Που είναι το άγγιγμα που θα εξαγνίσει τις ψυχές μας…
Στη βουή και στην ερημιά γυρεύουμε τους ανθρώπους, μέσα στις μνήμες και στις προσδοκίες ενός χρόνου που μας ακολουθεί σαν σκιά και σαν ήλιος. Αλλοτε αβοήθητοι κι άλλοτε πλήρεις, χαμένοι μέσα στα νήματα του ταξιδιού.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.