«Κάθε αποχαιρετισμός
είναι ένας μικρός θάνατος»
RAYMOND CHANDLER

Ο σκοτεινός αέρας έμπαινε από τη μικρή χαραμάδα του συνοδηγού και με χτυπούσε ελαφρά στο πρόσωπο. Τα νυσταγμένα φώτα της Ελευσίνας ανέμεναν το πρωινό φως που αθόρυβα ερχόταν. Κάποια φορτηγά κυλούσαν στον ανοιχτό δρόμο και η μυρωδιά του ώριμου φρούτου έτρεχε στον άνεμο.
Η βελόνα, εδώ και ώρα είχε κολλήσει στα 90 χιλιόμετρα. Δίπλα μου, στη θέση του οδηγού καθόταν ο Γιώργος. Ηπιε λίγο καφέ και με κοίταξε.
«Ξέρω τι σκέφτεσαι» μου είπε. «Πως από δω και πέρα, κάτι τελειώνει».
Με το Γιώργο είμασταν συμφοιτητές πριν από χρόνια στην επαρχία. Η Ελλάδα από τότε ακροβατούσε και αναζητούσε τον εαυτό της σε όλους τους άλλους, εκτός από τον ίδιο. Ετρεχε γύρω από τη σκιά της, αντέγραφε το «τίποτα», αντί να κοιτάζει μπροστά, να κυνηγάει το αύριο, να συμβαδίζει με το φιλοπρόοδο πνεύμα του χρόνου. Την ήταν αρκετό να μιλάει για την αναβάθμιση της παιδείας, αλλά την ίδια στιγμή ανεχόταν τις κομματικές νεολαίες που τσακώνονταν στα αμφιθέατρα για φαιδρές αφορμές, για την ταβέρνα ή την εκδρομή στη Μύκονο, αντί να προτείνουν λύσεις για την αναβάθμιση των υποβαθμισμένων πτυχίων, την καλυτέρευση των σπουδών ή την ανωτατοποίηση των σχολών. Μπόλικα λόγια, ψεύτικα, θλιβερές εικόνες, ουσία ανύπαρκτη.
Μέσα σ΄αυτό το στρόβιλο γνωριστήκαμε με το Γιώργο. Δύσκολα χρόνια. Ο καφές να κάνει 200 δραχμές, τα τσιγάρα συνεχώς να τελειώνουν και να ακριβαίνουν, το φαγητό στη λέσχη να μην τρώγεται, και η «μπουκιά» να κόβεται στη μέση. Το νοίκι έβγαινε με δυσκολία, αλλά ο ιδιοκτήτης ήταν άνθρωπος και όχι «ταμίας» και δεν γκρίνιαζε. (Ας είναι καλά, όπου και να ‹ναι). Τελειώσαμε στην ώρα μας.
Η ζωή περίμενε σε κάποια γωνιά, για να μας κοιτάξει στα μάτια, να μας πάει στις δικές της θάλασσες, να μας ποτίσει με τη δική της μοναδική γοητεία.
Η ζωή είναι απίστευτη. Σε πάει σε βυθούς απάτητους, σε άστρα άγνωστα, σε τοπία ανεξερεύνητα. Η γοητεία της ανθίζει την ψυχή σου με φώτα ονειρικά, με πνοές και αγγίγματα μεθυστικά. Κι εσύ, χτίζεις το δρόμο σου αλλά την ίδια στιγμή τον αρνείσαι και παίρνεις άλλον, χαμένος μέσα στις απορίες σου, στις αναστολές, στα «πρέπει» και στα «θέλω», στην αιώνια μάχη των αισθήσεων και των αποκαλύψεων.
Οι δικοί μας δρόμοι χώρισαν. Ο Γιώργος, 15 χρόνια τώρα, σε μεγάλη εταιρία τηλεπικοινωνιών. Εγώ, στον κρατικό μηχανισμό. Χαμένοι σε μονοπάτια δύσβατα, γραφειοκρατικά, στενόμυαλα ή αριθμητικά. Το ακόρεστο κέρδος από την μια, η επανίδρυση που ποτέ δεν ήρθε από την άλλη. Η ιδεολογία του χρήματος και η αναλγησία της κομματοθρεμμένης μηχανής. Οι κακοδαιμονίες της Ελλάδας που μας κράτησαν δεμένους…
Ολα αυτά μέχρι χθες. Οταν μου έδειξε την καταγγελία της σύμβασης του από την εταιρία. Της αφιέρωσε 15 χρόνια από την ζωή του και αμέτρητες ώρες που ποτέ δεν πληρώθηκαν σωστά. Η κρίση όμως δεν καταλάβαινε από θυσίες. Οι περικοπές προσωπικού διέλυσαν τα πάντα. Του ζήτησαν να πάει στη Μολδαβία να συνεχίσει την εργασία του, δίχως εγγυήσεις και με μειωμένο μισθό. Αρνήθηκε. Εισέπραξε μια κουτσουρεμένη αποζημίωση, άδειασε το μικρό γραφείο του και έφυγε. Γελαστός. Μα βαθιά πικραμένος γιατί κανείς δεν του στάθηκε. Την κρίσιμη ώρα όλοι κοίταξαν τον εαυτό τους. Του έσφιξαν το χέρι, αδιάφοροι, φοβισμένοι, και συνέχισαν.
Ο «ιδανικός» κόσμος που μας έφτιαξαν οι εθνοσωτήρες, ήταν απλά μια φτηνή απομίμηση, ένα ψέμμα που δεν έχει τελειωμό, μέσα στη δίνη των αποτυχημένων ιδεολογιών τους. Φτάσαμε ως εδώ, κι ανεχόμαστε ακόμη όλους αυτούς τους άχρηστους πωλητές ιδεών που μας ζητούν την ψήφο μας, τους ευνούχους στο μυαλό και στην ψυχή που χρέωσαν τη χώρα αλλά γέμισαν τις τσέπες τους με κόπους άλλων και τώρα, αυτοί και οι πλαστικοχειρουργημένες γυναίκες τους κάνουν τους θιγμένους, όλους αυτούς που παρίσταναν τους τιμητές της Ελλάδας και ορκίζονταν εις το όνομα του λαού, αλλά υποθήκευσαν το μέλλον του. Τους προδότες που αφού πουλήθηκαν, πούλησαν ότι τους εμπιστεύθηκε το «σώμα» της Ελλάδας. Και επιστρέφουν και μας ζητούν… Η Νέμεσις όμως πλησιάζει.
Το πεπρωμένο του Γιώργου ήταν η Γιώτα. Και τώρα, αυτό το πεπρωμένο κοιμόταν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Δίπλα της, κοιμόταν η μικρή Καλλιρόη. Ενα μικρό, ξανθό κορίτσι, αγκαλιά με την κούκλα της. Οι δυο γυναίκες παραδομένες στο όνειρο. Και όλοι μαζί, εγκατέλειπαν την Αθήνα. Επέστρεφαν στη γενέτειρα του Γιώργου, στον Πύργο Ηλείας.
«Κουράστηκα, είπε. Ισως εκεί το παιδί να μεγαλώσει καλύτερα. Το σπίτι του πατέρα είναι μικρό, μα έχει μεγάλο κήπο και το παιδί θα παίζει. Στην Αθήνα στέναζε στο τσιμέντο. Θα καλλιεργήσω βότανα και μυρωδικά. Ισως πάρουμε και μια επιδότηση. Θα δούμε…»
Ετσι μου είπε λίγες μέρες πριν. Μα τώρα είναι σιωπηλός. Οδηγεί ανέκφραστος. Κατά βάθος λυπάται αλλά δεν το δείχνει. Λένε πως η νιότη νικάει τα πάντα. Δεν ξέρω. Οι εποχές πια είναι πολύ περίεργες.
Σταματήσαμε σ› ένα αυτοσχέδιο ΚΑΦΕ έξω από την Κόρινθο. Μια πρόχειρη καντίνα για τους περαστικούς, για όσους φεύγουν ή επιστρέφουν. Δεύτερος καφές. Τα μάτια ήταν βαριά. Οντως κάτι τέλειωνε. Και τέλειωνε, στο πρώτο φως του ήλιου που μόλις είχε βγεί. Ζήσαμε τόσα.
Στα επόμενα διόδια αποχαιρετιστήκαμε. Τον κοίταξα με αδιέξοδο τρόπο. Δεν ξέρω αν θα ξαναβρεθούμε. Τα σχέδια είναι για τα χαρτιά. Οι άνθρωποι μετρούν. Οι καρδιές και τα αισθήματα τους. Και η φωτιά της μνήμης.
Τους έβλεπα να φεύγουν, να χάνονται μέσα στην υγρασία του μεγάλου δρόμου. Αυτού του άδειου δρόμου που με κοιτούσε με τη μοναξιά του. Πήγαιναν σε μια άλλη Ελλάδα που είναι δίπλα μας, μας ψιθυρίζει και μας περιμένει μέσα στην ανεξάντλητη υπομονή της. Μέσα στις ελπίδες τους που δεν παρέδωσαν ούτε εξαργύρωσαν.
Εκατσα σ› ένα πεζούλι. Ο ήλιος γελούσε στα αραιά σπίτια.
Κάποτε θ› ανταμώσουμε Γιώργο. Σε κάποιο σπίτι, σε κάποια πλατεία.. Τα μάτια δεν θα μας γελάσουν. Δίχως γραβάτες και ψεύτικα φώτα. Χωρίς σειρήνες και κραυγές. Με την ίδια ορμή που κάποτε μας μεγάλωσε και μας γέμισε πίστη αληθινή, θετική. Με το ίδιο όραμα που έκανε την άγνοια μας, γνώση, επιστήμη, ανθρωπιά. Δεν είχαμε τίποτα άλλο τελικά, πέρα από αυτή την ανθρωπιά μας. Αυτή ήταν και είναι ο πλούτος μας. Οσες βαλίτσες κι αν πάρουμε στα χέρια, πάντα θα κοιτάμε πίσω, στις μέρες που είχαμε λίγα, σ› αυτά τα λίγα που δεν μας έφταναν, αλλά ξέραμε να τα μοιραζόμαστε, με μια ελπίδα και μια προσμονή για ένα αύριο καλύτερο.
Κι όταν βρεθούμε, μέσα από τις σκιές του «σήμερα» που τώρα μας χωρίζει, ένα άλλο φως θα γεννηθεί. Και σ› αυτό θα βαδίσουμε. Γελαστοί. Πλήρεις. Θ› απογειώσουμε τις σιωπές μας, μέσα σ› ένα ταξίδι που δεν θα σταματήσει ποτέ.
Μην γελαστούμε μόνο, Γιώργο. Μην ξεχάσουμε την ανθρωπιά μας. Αυτή είναι η αληθινή πορεία μας. Ο άνθρωπος. Η καλοσύνη του. Μην το ξεχάσουμε ποτέ αυτό.
Καλή τύχη φίλε!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.