Είναι ξημέρωμα. Σ› ένα στενό δρόμο μιας Αθηναϊκής οδού. Τα προεκλογικά διαφημιστικά φυλλάδια κάποιων τολμηρών υποψηφίων τρέχουν στο σκονισμένο οδόστρωμα. Η Ελληνική άνοιξη σκορπούσε στους πρωινούς διαβάτες το άρωμα της νεραντζιάς. Οχι όμως εδώ, σ› αυτό το ελάχιστο μέρος. Σκόνη παντού. Ερημιά παράξενη. Περιέφερε τη σιωπή της στα κτίρια, στα σταματημένα αυτοκίνητα, στις σκοτεινές βιτρίνες, όσες απέμειναν τουλάχιστον να θυμίζουν την εμπορικότητα αυτού του δρόμου. Μνημονιακή προεκλογική Ελλάδα.

Τρείς άνθρωποι στέκονταν μπροστά σε ένα χαμηλό κλειστό μαγαζί. Η ξεθωριασμένη πινακίδα έγραφε «ΤΑΒΕΡΝΑ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΦΙΛΟΙ». Αμίλητοι. Αθόρυβες οι πνοές τους. Βαριά τα βλέφαρά τους. Κοιτούσαν το σκοτάδι της ταβέρνας και οι λέξεις δεν έβγαιναν.

Ο υπάλληλος του δήμου τους πλησίασε και με αγουροξυπνημένη φωνή τους είπε «Κύριοι ξεκινάμε!». Εβαλε στο στόμα του μια σφυρίχτρα και φύσηξε δυνατά. Αμέσως από τη γωνιά του άλλου δρόμου εμφανίστηκε μια μπουλντόζα και πλησίαζε προς το μέρος τους.

Είχε ξημερώσει. Μια άλλη μέρα, μια άλλη εποχή, άγνωστη, παράλογη, κάποτε «εκσυγχρονιστική, σεμνή και ταπεινή», σήμερα απλώς άγνωστη, γεμάτη φόβους και αρνήσεις.

Η μπουλντόζα, αφού πλησίασε το κλειστό μαγαζί, άνοιξε το αχόρταγο στόμα της και άρχισε να γκρεμίζει τα πάντα. Κρύο σίδερο, αναίσθητο και απαθές. Ανοίγει την αγκαλιά του μα δεν ζεσταίνει. Σκορπάει όνειρα, ελπίδες, καημούς και πόθους. Είναι απλά μια μηχανή. Φτιαγμένη από ανθρώπινο χέρι, από κάποιο ευφυές μυαλό που ονειρεύτηκε την πρόοδο, από μια ζωή που κοιτάζει μπροστά.

Η σκόνη πλέον είχε γίνει πυκνή. Τσιμέντα, ξύλινες οροφές, γυάλινα παράθυρα, ψάθινες καρέκλες και τσίγκινες κατσαρόλες έχασκαν θρυμματισμένα. Μικρό το μαγαζί και η δουλειά τελείωσε γρήγορα. Το να χτίσεις κάτι είναι δύσκολο. Το να το γκρεμίσεις όμως πανεύκολο. Ειδικά όταν δεν είναι δικό σου. Τι παράξενο στ΄ αλήθεια…

Ο οδηγός της μπουλντόζας άναψε τσίγαρο, περήφανος για το έργο του. «Αντε να τελειώνουμε» έγραφε το μελαψό του μέτωπο. Ο υπάλληλος του δήμου πλησίασε τους τρείς κυρίους.

«Ποιός θα μου υπογράψει στο βιβλίο;» ρώτησε.

Ο ένας από τους τρείς σήκωσε το στυλό και υπέγραψε, παίρνοντας κι ένα αντίγραφο από τα χαρτιά.

«Τι σας ήταν εδώ;» ρώτησε ο υπάλληλος.

«Καλημέρα σας κύριε» απάντησε αυτός που υπέγραψε, με βλέμμα που δεν σήκωνε πολλές κουβέντες.

Μηχανή και υπάλληλοι έφυγαν αδιάφοροι. Έμεινε το έρημο τοπίο. Μια άδεια γωνιά, ανάμεσα στις πολυκατοικίες. Κι ένα λεπτό σύννεφο σκόνης που αργά σηκωνόταν προς τον ουρανό.

Οι τρεις άνθρωποι, κοιτάχτηκαν στα μάτια. Είχαν πολύ καιρό να συναντηθούν. Προχώρησαν προς τη μέση του άδειου οικόπεδου και στάθηκαν. Το παρελθόν περιφερόταν πάνω από τα καλοκουρεμένα κεφάλια τους. Κοφτερό, σαν λεπίδι καλογυαλισμένο. Οπως είναι πάντα το παρελθόν, όταν νιώθει πως το έχεις προδώσει.

Συμφοιτητές στο πανεπιστήμιο. Συγκάτοικοι. Δεκαετία του ΄60, τότε που οι δρόμοι άνοιγαν από τις κραυγές, τα συνθήματα, τον πόθο και την αγωνία για μια καλύτερη ζωή. Κι αυτοί, νεαροί φοιτητές. Σήκωναν τα λάβαρα κι έφευγαν μπροστά. Έβλεπαν τον Θεοδωράκη, τον «Μίκη», να κάθεται δίπλα τους και να τους εμψυχώνει, έβλεπαν τον αμόρφωτο χαφιέ της Ασφάλειας να τους ακολουθεί και να του φωνάζουν «εδώ είμαστε κακομοίρη!». Έλεγαν στις νεαρές κοπέλες «σ› αγαπώ», και η ψυχή ράγιζε, μα το συναίσθημα ξεχείλιζε σαν ποταμός ασυγκράτητος.

Στο τέλος της μέρας, τους περίμενε ο κυρ-Θανάσης. Ταβέρνα «ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΦΙΛΟΙ». «Εσείς είστε οι νονοί της» τους έλεγε με καμάρι. «Δεν έχω ξαναδεί τόσο δεμένους φίλους». Μεγάλη καρδιά ο κυρ-Θανάσης. Γέμιζε τα πιάτα τους. Σκέτο από γιουβέτσι του ζητούσαν τα παιδιά αυτά. Κι αυτός γελούσε και τους έλεγε «και το κρέας τι θα το κάνω μόνο του βρε λεβέντες;». Μα μέσα του καταλάβαινε πως τα λεφτά τους ήταν λίγα. Και τους έβαζε και κρέας. Και λεφτά δεν έπαιρνε. «Όταν γίνετε μεγάλοι και τρανοί, ελπίζω να μην με ξεχάσετε».

Ο κυρ-Θανάσης δεν είχε παιδιά. Έχασε τη γυναίκα του νωρίς κι απόμεινε μονάχος. Μα δεν ξέχασε να χαμογελάει. Κι όταν έβλεπε αυτά τα παιδιά να είναι πικραμένα, αμέσως καταλάβαινε. Έβγαζε το μικρό πορτοφόλι με το λάστιχο στη μέση, κι αφού το άνοιγε τους έδινε λίγα χρήματα. «Πρέπει να ζήσετε, να μορφωθείτε, να γίνετε χρήσιμοι στην κοινωνία». Παράξενο σχήμα είχε αυτό το πορτοφόλι. Άνοιγε στη μέση κι από μια άκρη του έβγαιναν τα νομίσματα. «Μου το χάρισε ο πατέρας μου λίγο πριν τον εκτελέσουν στην κατοχή» τους έλεγε κι εκείνοι τον κοιτούσαν αμίλητοι. Σπουδαίος άνθρωπος. Πονεμένος, μα άνθρωπος.

Τα παιδιά αυτά μορφώθηκαν. Φυλακίστηκαν από τους αστοιχείωτους συνταγματάρχες, μα άντεξαν. Η ζωή όμως τους έριξε σε άλλα μονοπάτια. Η φιλία τους χώρισε, όταν έπρεπε να αποφασίσουν για τις ζωές τους. Η ιδεολογία τους πάλεψε με το χρήμα. Θαμπώθηκαν από το χρυσό, κι από φίλοι έγιναν εχθροί. Δεξιός, αριστερός, σοσιαλιστής. Ξέχασαν τη φιλία τους, τις αφραγκιές τους, τα τσιγάρα που έκοβαν στη μέση, την πίστη για μια καλύτερη Ελλάδα.

Ο κυρ-Θανάσης τους περίμενε. Η ταβέρνα έχανε το χρώμα της, μα όχι και το κέφι της. Συνέχιζε να βάζει γενναίες μερίδες στο φαγητό, μα τώρα οι εποχές άλλαξαν. Ολοι έτρεχαν στο γρήγορο φαγητό, έτρωγαν στο πόδι, μιλούσαν βιαστικά, γέμιζαν τις καρδιές τους άγχος, και συνέχιζαν να τρέχουν κυνηγώντας τον εφήμερο πλούτο ή την επίπλαστη ηδονή. Τα χρέη του μεγάλωσαν. Κι εκείνοι, δεν ήρθαν να τον δουν Χαμένοι μέσα στις εργολαβίες τους, στους πλουτοπαραγωγικές και μεγαλοϊδεατικές παρέες τους, στα δάνεια και στις πολύχρωμες πιστωτικές τους, που να βρούν χρόνο για τον κυρ-Θανάση…

Η ταβέρνα έκλεισε. Τραπεζική κατάσχεση.

Τώρα στέκονται ανήμποροι μέσα στο παρελθόν τους που μόλις γκρεμίστηκε. Και όταν τα μάτια κατάφεραν να μιλήσουν, μια αλήθεια ήρθε μπροστά τους.

Απόγευμα. Έξω από κάποιο δωμάτιο στον Ευαγγελισμό. Οι τρεις καλοντυμένοι κύριοι, αμίλητοι, περίμεναν τον γιατρό. Ο κυρ-Θανάσης νοσηλευόταν με έμφραγμα μέρες τώρα. Αυτό που οι τρεις φίλοι είδαν σήμερα το πρωί, εκείνος δεν μπόρεσε να το αντέξει ούτε ως σκέψη. Κι έφτασε εδώ. Η ζωή τελείωνε.

Πέρασαν ώρες. Η πόρτα του θαλάμου άνοιξε κι από μέσα βγήκε ο γιατρός. Οι τρείς φίλοι σηκώθηκαν και πήγαν κοντά του.

«Λυπούμαι κύριοι. Δεν υπάρχει ελπίδα. Αποχαιρετήστε τον».

Σιωπή.

«Στο χέρι του κρατούσε επίμονα αυτό. Αφού δεν είχε δικούς του ανθρώπους, σας το παραδίδω» είπε ο γιατρός κι έφυγε.

Στα χέρια του ενός από τους τρείς φίλους, κρεμόταν το πορτοφόλι του κυρ-Θανάση. Αυτό που όταν ήταν φοιτητές, άνοιγε με καλοσύνη και τους έδινε ότι είχε. Το μικρό λάστιχο ήταν στη θέση του. «Μη με ξεχάσετε» τους είχε πει. Κι όμως, τον ξέχασαν.

Τι μας κάνει να ξεχνάμε άραγε… Πως μπορούμε… Γιατί θυμόμαστε όταν είναι αργά…

Κοίταξαν από το τζάμι στο θάλαμο. Η νοσοκόμα σκέπασε το πρόσωπο του κυρ-Θανάση. Τέλος.

Κοιτάχτηκαν ξανά. Ο εγωισμός τους ψέλλισε «συγγνώμη»…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.