Ο Νικηφόρος στάθηκε δίπλα στο κρεβάτι του γιού του Στάθη που κοιμόταν. Ηταν ακόμη σκοτάδι, αλλά η λάμπα του δρόμου έστελνε μια ασθενική δέσμη φωτός στο νεανικό δωμάτιο που τελείωνε στην άκρη του λευκού τοίχου.

Περπάτησε αθόρυβα στο δωμάτιο. Στο ξύλινο τραπέζι, ο υπολογιστής ήταν ανοιχτός. «ΕΙΣΕΡΧΟΜΕΝΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ 4» έγραφε η οθόνη. «ΑΠΟ ΑΡΧΗΓΟ». Ποιόν αρχηγό, αναρωτήθηκε ο Νικηφόρος. Κοίταξε τον τοίχο. Παράξενες αφίσες. Χρώματα έντονα, βλοσυρά πρόσωπα, παραταγμένα σαν στρατιώτες, έτοιμα να ορμήσουν σε μια μάχη. Σύμβολα, φιγούρες, σταυροί παράξενοι που θύμιζαν άλλες εποχές. Σκοτεινές. Τότε που το μίσος έσπερνε το φανατισμό κι έκανε τα όπλα να μιλάνε ασταμάτητα. Ο φόβος σκέπαζε τον άνθρωπο, έκανε λειψή την ψυχή του κι άφηνε το μυαλό ανάπηρο.

Ο Νικηφόρος κοίταξε το μοναδικό του παιδί. Με την Ειρήνη, τη γυναίκα του, δεν κατάφεραν να κάνουν άλλο, μα η αγάπη τους νίκησε τον καημό και την στεναχώρια, και η ζωή συνεχίστηκε. Δύσκολη, μα αγαπημένη. Ο πατέρας του ο Στάθης, όταν κράτησε το μωρό στα χέρια του έμεινε για ώρες ακίνητος μπροστά στο παράθυρο, αγκαλιά με το παιδί. Εκείνο, με τα μικρά του μάτια τον κοιτούσε και χαμογελούσε. Ενας αόρατος δεσμός ένωνε δυο γενιές. Σε μια χώρα ματωμένη. Ο κυρ-Στάθης «έφυγε» λίγες μέρες μετά. Ο εγγονός του πήρε το όνομα του. Η ζωή δεν σταματά. Ποτάμι ατελείωτο και αστείρευτο.

Σκούντησε ελαφρά τον ώμο του, μέχρι να ξυπνήσει. Ο Στάθης, μόλις είδε τον πατέρα του σηκώθηκε σαν ελατήριο. «Πάμε σιγά-σιγά;» του είπε και κατέβηκε στο κατώι του σπιτιού.

«Να προσέχετε» τους ψιθύρισε η Ειρήνη καθώς έφευγαν.

Νήσος Χάλκη. Δωδεκάνησα. Η βάρκα με τους δυο άντρες έφευγε από το λιμάνι του Εμπορειού.

Ξημέρωνε. Ο πρωινός ήλιος καλημέριζε τα σπίτια. Η άνοιξη έμπαινε δειλά, σκορπίζοντας αέρα, φως, χρώμα, στο κύμα και στις ψυχές των 300 κατοίκων αυτού του όμορφου νησιού. Η θάλασσα άνοιγε το χρώμα της, καθώς κοπάδια ψαριών πηδούσαν έξω από το νερό και χάνονταν στα βάθη. Τα γλαροπούλια ακολουθούσαν τα ψαροκάικα που έφευγαν στο βάθος του πελάγους.

«Ας μην ξανοιχτούμε πολύ σήμερα» είπε ο Νικηφόρος στο νυσταγμένο Στάθη.

«Πάμε όπου θέλεις» απάντησε εκείνος φτιάχνοντας το σκούφο του στο κεφάλι.

Κοντά στη βραχονησίδα Τραγούσσα, ρύθμισαν τις μπουκάλες και βούτηξαν μαζί. Με νοήματα και αργές κινήσεις, προχώρησαν προς το βυθό. Κοίταξαν τα σφουγγάρια, κι άρχισαν να τα μαζεύουν στο συρμάτινο καλάθι. Ανέβηκαν ξανά στη βάρκα. Ο Νικηφόρος ανέπνεε με δυσκολία.

«Γερνάω» είπε στο Στάθη χαμογελώντας.

«Δεν θα έπρεπε να βουτάς κάθε μέρα» είπε ο Στάθης.

«Τότε δεν θα έπρεπε να τρώμε και κάθε μέρα παιδί μου» απάντησε ο Νικηφόρος.

Τα σφουγγάρια είχαν λιγοστέψει απελπιστικά τα τελευταία χρόνια.

Μεσημέρι. Τραπέζι. Φαγητό λιτό. Όσο αντέχει μια οικογένεια τριών ανθρώπων που τους έλαχε να ζήσει σε καιρούς παράλογους, γεμάτους λόγια ψεύτικα, υποσχέσεις ανεμικές, άρχοντες οσφυοκάμπτες, «ελάχιστους» για τους δύσκολους καιρούς.

Η απλότητα όμως, δίνει χρώμα στη ζωή. Φέρνει το φως και στα πιο βαθιά σκοτάδια. Τη λάμψη της ελπίδας, στα κουρασμένα πρόσωπα. Αυτή είναι η ζωή μας. Δεν μας μένει πλέον τίποτα άλλο. Να αγαπάμε, αλλά να μην «εκχωρούμε» την αξιοπρέπεια μας. Να προσφέρουμε, αλλά να μην παραδινόμαστε. Ποτέ και για κανέναν.

Ο Στάθης κοίταξε το δεξί χέρι του πατέρα του. Ο αντίχειρας έλειπε.

«Δεν μου είπες ποτέ για το χαμένο σου δάχτυλο» είπε στο Νικηφόρο. Ο Νικηφόρος κοίταξε την Ειρήνη.

«Σύντομα Στάθη μου, σύντομα», είπε.

Το απόγευμα ο Στάθης καθόταν μπροστά στον υπολογιστή του. Δεν κατάλαβε τον Νικηφόρο που καθόταν πίσω του και κοιτούσε τις μικρές αφίσες. Άφησε τον υπολογιστή.

«Τι σημαίνουν αυτές οι ξένες λέξεις παιδί μου;» ρώτησε το Στάθη, δείχνοντας μια αφίσα.

«Έθνος πατρίδα κοινωνία», απάντησε ο Στάθης. «Τις βρήκα πριν από καιρό στο Βερολίνο, στην πενταήμερη του σχολείου».

«Γερμανικά δηλαδή» είπε ο Νικηφόρος. «Σ’ εκφράζουν;»

«Δεν ξέρω. Η χώρα μας είναι διαλυμένη πατέρα μου. Γεμάτη ξένους με αρρώστιες και σκοτεινό μυαλό. Οι νόμοι δεν τηρούνται ή υπηρετούν τους πλούσιους και όχι το κοινωνικό σύνολο. Ατιμωρησία, ανομία, κοινωνική αδικία. Πρέπει αυτό να σταματήσει. Για το καλό του τόπου, για την ιστορία της Ελλάδας».

«Σε λίγες μέρες ψηφίζεις για πρώτη φορά» είπε ο Νικηφόρος, χωρίς να πάρει τα μάτια του από τις αφίσες του τοίχου.

«Ναι πατέρα μου. Δεν ξέρεις πόσο την περίμενα αυτή τη στιγμή» απάντησε με χαρά ο Στάθης.

«Αύριο θα πάμε μια βόλτα με τη βάρκα» είπε ο Νικηφόρος. «Αρκετά κουράσαμε τη θάλασσα».

Ο Στάθης σάστισε. «Καλά» είπε, και γύρισε στον υπολογιστή του.

Στο υπνοδωμάτιο, η Ειρήνη κοίταξε τον Νικηφόρο.

«Μην τον αποπάρεις αύριο», του είπε.

«Όχι μάτια μου. Μην ανησυχείς» της είπε αυτός.

Η βάρκα γλιστρούσε στα ήρεμα κύματα. Γλυκός καιρός της άνοιξης. Η ζέστη αυλάκωνε τα πρόσωπα, αυτά τα δυο πρόσωπα του πατέρα και του γιου

Έφτασαν στο βόρειο τμήμα του νησιού, στην παραλία της Αρέτας. Ο Νικηφόρος έριξε την άγκυρα κι έβγαλε από το σάκο του ένα γυάλινο μπουκάλι με κόκκινο κρασί. Έβαλε σε δυο ποτήρια κι έδωσε το ένα στο Στάθη. Δοκίμασαν.

«Δυνατό κρασί» είπε ο Στάθης.

«Έτσι το έφτιαχνε ο παππούς σου» απάντησε ο Νικηφόρος.

Κοίταξαν την ανοιχτή θάλασσα. Τη γαλήνια σιωπή της.

«Θα σου μιλήσω για το χέρι μου. Μα πρώτα θέλω να σε ρωτήσω κάτι άλλο. Μ’ εμπιστεύεσαι; Ξέρεις πως δεν θα σου έλεγα ψέματα ποτέ;»

«Ναι πατέρα μου. Σε πιστεύω. Ήσουν πάντα ανεκτικός και ειλικρινής μαζί μου. Πατέρας αλλά και φίλος».

«Χαίρομαι για τα λόγια σου. Θα σου μιλήσω σαν άντρας λοιπόν. Ήμουν μικρό παιδί. Καλοκαίρι του 1942. Ερχόμασταν εδώ με τον παππού και βουτούσαμε για σφουγγάρια. Εκείνος δηλαδή, γιατί εγώ πρόσεχα τη βάρκα. Τότε ο βυθός ήταν γεμάτος. Χαιρόσουν να τον βλέπεις. Ασύλληπτη ομορφιά. Εκείνο το πρωί πήγαμε πολύ καλά, μα ο παππούς ήταν ανήσυχος. Είχαμε κατοχή. Πως να χαρείς, όταν ήξερες πως η πατρίδα μας ήταν σκλαβωμένη στους πολεμόχαρους; Μετρούσαμε τα σφουγγάρια, όταν από μακριά είδαμε να μας πλησιάζει ένα μεγάλο καίκι. Ο παππούς κατάλαβε και μου είπε να μη μιλήσω, ότι κι αν συμβεί».

Το πρόσωπο του Νικηφόρου έγινε σκυθρωπό. Ο Στάθης το πρόσεξε, μα δεν φαντάστηκε τη συνέχεια.

«Στο καΐκι ήταν 4 Γερμανοί και στο τιμόνι ένας Έλληνας προδότης που τώρα ο γιος του παριστάνει το σοσιαλιστή στην Αθήνα. Μας πλησίασαν κι άρχισαν να φωνάζουν. Ο παππούς δεν καταλάβαινε Γερμανικά. Κούναγε τα χέρια του με απορία. Τότε, δυο Γερμανοί ανέβηκαν στη βάρκα μας και άρπαξαν τα σφουγγάρια. Όταν ο παππούς πήγε να μιλήσει, τον χτύπησαν με τα όπλα τους. Δεν άντεξα. Όρμησα κι έσπρωξα έναν από αυτούς. Έπεσε και χτύπησε στην κουπαστή. Ο παππούς ζαλισμένος με αίματα στο κεφάλι και στο στόμα. Ο ένας Γερμανός με έπιασε από το λαιμό, κι ο άλλος, αφού σηκώθηκε, με χτύπησε δυνατά στο πόδι με την μπότα του. Άρπαξα τα σφουγγάρια και τα κρατούσα σφιχτά. Τότε εκείνος έβγαλε ένα μεγάλο μαχαίρι από τη ζώνη του και μου έκοψε το μικρό δάχτυλο. Γελώντας, κράτησε το σφουγγάρι στα χέρια του και μαζί με τον άλλο Γερμανό ανέβηκαν στο καΐκι Ο «Έλληνας» οδηγός, γελούσε κι αυτός συνεχώς. Έφυγαν σαν να πήγαιναν βόλτα, υπερήφανοι για το κατόρθωμα τους. Πονούσα πολύ, μα όταν είδα τα αίματα στο πρόσωπο του παππού ανησύχησα περισσότερο. Με δυσκολία γυρίσαμε πίσω. Για μέρες ο παππούς δεν μιλούσε. Ένας γιατρός, καλή του ώρα όπου και να ‘ναι, έκλεισε τις πληγές μας. Ζήσαμε Στάθη μου. Με δυσκολία, αλλά ζήσαμε».

Ήπιαν λίγο κρασί ακόμη. Ο ήλιος ήταν ζεστός, αλλά ένας δυνατός αέρας σκορπούσε τα μαλλιά τους. Και ήταν δυο φιγούρες, μέσα στη ροή του χρόνου, στους ίσκιους της Ιστορίας, στην ασίγαστη ζωή.

«Πάμε πίσω» είπε ο Στάθης.

Το απόγευμα κύλησε μέσα στη σιωπή. Όπως και οι επόμενες μέρες.

Ο Στάθης έμοιαζε χαμένος. Δούλευε συνεχώς μα το μυαλό του ήταν αλλού. Φιλότιμο παιδί. Ο Νικηφόρος άγγιζε το χέρι της Ειρήνης και χαμογελούσε.

Ένα πρωί, ο Στάθης κατέβηκε στο τραπέζι κρατώντας διπλωμένες τις αφίσες του τοίχου του. Κοίταξε τους γονείς του βαθιά στα μάτια.

«Αυτές είναι κάποιες ζωγραφιές. Δεν ξέρω πως βρέθηκαν στον τοίχο μου, μα δεν τις χρειάζομαι μάνα» είπε στην Ειρήνη.

Ο Νικηφόρος κοίταξε τον Στάθη.

«Είμαστε η οικογένειά σου παιδί μου. Πότε μην το ξεχάσεις αυτό. Αυτή η χώρα έχει πληγωθεί. Εγώ έχασα ένα δάχτυλο. Άλλοι συνάνθρωποί μας όμως αντιστάθηκαν για τα ιδανικά τους κι έχασαν τη ζωή τους. Δεν πρέπει να τους ξεχάσουμε Στάθη μου. Nα συγχωρέσουμε, αλλά να μην ξεχάσουμε. Όχι άλλο μίσος. Ούτε φανατισμό. Αλλά συμμετοχή, αλληλεγγύη, κατανόηση, διάλογο. Μ’ αυτές τις αξίες μεγαλώσαμε, παρά τις απώλειες. Αυτές οι αξίες όμως χαλύβδωσαν τις συνειδήσεις μας, φώτισαν την ανθρωπιά μας. Κι ο αληθινός πλούτος, είναι η ανθρωπιά σου».

Ο Στάθης άκουγε βουβός.

«Η ΠΡΩΤΗ ΔΥΝΑΜΗ είναι η ψήφος σου. Τίμησε την. Μην τη χαρίσεις. Μην ξεγελαστείς».

Τα μάτια του Στάθη δάκρυσαν. Από το ανοιχτό παράθυρο, ο άνεμος κύκλωσε την οικογένεια.

Ο ήλιος, το φως. Η ενωμένη ελπίδα που ταξιδεύει στον καθαρό ουρανό.

•

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.