«Πως γίνεται να νοσταλγώ κάτι που δεν έζησα; Ποιά άγνωστη δύναμη με κάνει να αισθάνομαι έτσι; Η Ελλάδα μήπως; Το φως; Τι μου συμβαίνει…»
Ο Θανάσης κοίταξε έξω από το παράθυρο του δωματίου του. Η πρωινή θάλασσα αργοσάλευε στο λιμάνι. Ελληνικός Απρίλης. Εαρινός χρόνος.
Ηταν ξημέρωμα Δευτέρας στο μικρό ξενώνα «ΡΟΔΑΥΓΗ», εδώ, στην Ανάφη. Το Πάσχα είχε τελειώσει. Η τουριστική περίοδος ερχόταν με άγνωστες διαθέσεις. Η Ελλάδα υπέφερε. Ο κόσμος ήταν μουδιασμένος και σε λίγο έχουμε εκλογές.
Η ζωή άλλαζε οριστικά. Μέσα από αποτυχημένα μνημόνια και «επαχθείς όρους» η κοινωνία αιμορραγούσε. Ως πνεύμα, ως ύπαρξη. Ζητούσε άλλες λύσεις. Μα ποιές όμως; Ποιό μέλλον κρύβεται πίσω από τους αριθμούς;
Η πόρτα του δωματίου χτύπησε ελαφρά. Από το άνοιγμα ξεπρόβαλλε η νεανική μορφή της Ροδούλας.
«Mr Aster, your breakfast is ready».
«Μπορούμε να μιλάμε Ελληνικά; Σας παρακαλώ…» είπε ο Θανάσης.
«Με συγχωρείτε…» είπε η Ροδούλα και πήγε προς την κουζίνα.
Ο στενός διάδρομος γέμισε από τη ευωδία του ζεστού ψωμιού, της μαρμελάδας με το βερύκοκο και του θυμαρίσιου μελιού. Στο ξύλινο τραπέζι, κεντητό λευκό τραπεζομάντηλο κι ένα ποτήρι με γαρδένια. Στον τοίχο, δυο ασπρόμαυρες μορφές από το χθες. Κοιτούσαν το χώρο σαν να φώναζαν «ζήστε!». Ο νυσταγμένος ήλιος περνούσε το παράθυρο και άγγιζε τη γωνιά του τραπεζιού. Η απλότητα του ελληνικού χώρου. Το ψωμί, το βούτυρο, το πορτοκάλι και το νερό. Αγνή Ελλάδα, μακριά από τις κραυγές των ψηφιακών χρωμάτων, τα κίβδηλα τηλεοπτικά πάθη, τα άδεια λόγια και τα αξιωματούχα μηδενικά.
Η σιωπή κύκλωνε το λιτό χώρο. Η Ροδούλα στεκόταν διακριτικά μέσα στην κουζίνα και ψιθύριζε τις οδηγίες της προς τη βοηθό, για την ημέρα που ξεκινούσε. Ψιθυριστά… Αυτοί οι ψίθυροι είχαν τέτοια μελωδία που γιάτρευαν κάθε πληγή της καρδιάς και του μυαλού.
«Ετσι ηρεμούν εδώ…» σκέφτηκε ο Θανάσης. «Κι είναι τόσο απλό». Ευχαρίστησε τη Ροδούλα και βγήκε έξω. Η μέρα άρχιζε, στο όμορφο Κυκλαδονήσι της Ανάφης.
Στο λιμάνι οι λιγοστοί ψαράδες έφτιαχναν τα δίχτυα τους. Τα ναυτικά τους καπέλα αρμυρισμένα. Στα χείλη τους μισοσβησμένα τσίγαρα. Αμίλητοι. Δοσμένοι στη θάλασσα, στο νερό, στην κοινή τους μοίρα. Ο καθαρός ουρανός χρύσιζε τα δίχτυα. Η ψαριά ήταν μικρή, μα το χαμόγελο στήριζε την ελπίδα. Αύριο θα πάμε καλύτερα. Ελπίζουμε και επιμένουμε. Στα χέρια μας, στις δυνάμεις που μας κρατούν ζωντανούς, στο φως που γεννάει τους πόθους για την πρόοδο της ζωής.
«Καλή σας μέρα!» φώναξε ο Θανάσης. Δεν του απάντησαν εκείνοι. Αμηχανία. Προχώρησε.
Στο κοινοτικό γραφείο, ο υπάλληλος διάβαζε μια εφημερίδα. Το εξώφυλλο έγραφε «ΜΙΖΕΣ ΑΤΕΛΕΙΩΤΕΣ».
«Καλημέρα» είπε ο Θανάσης. «Λέγομαι Θανάσης Αστερόπουλος κι έχω κάνει αίτηση εγγραφής στους εκλογικούς καταλόγους». Ο υπάλληλος, δίχως να τον κοιτάξει, και με βαριεστημένο ύφος, απάντησε «καλά…». Εκείνη την ώρα, η πόρτα του προέδρου άνοιξε κι από μέσα βγήκε ένα ηλικιωμένος κύριος. Πλησίασε τον Θανάση και του έσφιξε το χέρι.
«Κύριε Αστερόπουλε, καλώς ορίσατε! Τιμή μας που ήρθατε! Περάστε στο γραφείο μου!»
Ο υπάλληλος σάστισε. «Εγώ κύριε πρόεδρε…»
«Εσύ να κοιτάς την δουλειά σου!» είπε αυστηρά ο πρόεδρος.
Κάθισαν στο γραφείο.
«Σας περίμενα, κύριε Αστερόπουλε. Θα πιείτε έναν καφέ;»
«Οχι ευχαριστώ» είπε ο Θανάσης.
«Ομολογώ πως εξεπλάγην όταν έμαθα πως θα μεταφέρετε τα εκλογικά σας δικαιώματα στο νησί μας. Εσείς, ένας διαπρεπής οικονομολόγος στο εξωτερικό, με τόσες περγαμηνές και τόσο νέος και να διαλέξετε το νησί μας!»
«Κατάγομαι από εδώ. Μπορεί να ζω έξω, μα αυτός ο τόπος είναι μέσα μου. Θα προσφέρω όσο και ό,τι μπορώ, αρχίζοντας από την ψήφο μου» είπε ο Θανάσης.
Ο πρόεδρος άνοιξε το συρτάρι του σκονισμένου γραφείου του, έβγαλε μια απόφαση και του την έδωσε στα χέρια.
«Είστε πλέον μέλος της κοινωνίας μας. Ερχονται εκλογές, όπως γνωρίζετε. Η χώρα χρειάζεται νέους ανθρώπους που θα μας οδηγήσουν σε δρόμους ανάπτυξης και ευημερίας» είπε με καμάρι ο πρόεδρος. Πομπώδεις εκφράσεις. Επικίνδυνες.
Κοίταξε το χαρτί. «Αστερόπουλος Αθανάσιος. Ετών 39. Κάτοικος Ανάφης».
«Σας ευχαριστώ» είπε ο Θανάσης, χαιρετώντας τον πρόεδρο.
«Κι εγώ, κύριε Αστερόπουλε! Και πάλι, καλώς ήλθατε!»
Περπάτησε πολύ. Εφτασε έξω από ένα εγκαταλειμμένο χωριό, στην άλλη άκρη του νησιού. Από μακριά, ακουγόταν το κύμα που τέλειωνε στις ακτές. Γκρεμισμένα σπίτια, χαλάσματα, χώματα και σάπια ξύλα. Στάθηκε μπροστά σ’ ένα σπίτι χωρίς πόρτες και οροφή.
«Εδώ λοιπόν είναι…» ψιθύρισε, γα να μην χαλάσει τη σιωπή του τοπίου. Ενιωσε πως κάποιος ή κάτι τον παρακολουθεί από μακριά.
Πέρασε την είσοδο. Τρομαγμένα περιστέρια πέταξαν μακριά. Στο πάτωμα, κεραμίδια σπασμένα, σκουριασμένα σίδερα, πέτρες. Τοίχοι λειψοί. Αδειοι. Οι άνθρωποι έφυγαν από εδώ μέσα πριν από πολλά χρόνια. Ο παππούς και η γιαγιά. Ο πατέρας και η μάνα. Ολοι παρελθόν. Εμειναν τα χαλάσματα να περιμένουν. Μάρτυρες μιας ζωής που έφυγε ταξιδεύοντας.
«Δεν θυμάμαι τίποτα. Κι όμως τα νοσταλγώ. Οι μορφές τους χάνονται μέσα μου. Μα είναι αίμα μου» σκέφτηκε.
Στάθηκε στην κορυφή του μικρού λόφου. Η θαλασσινή αύρα δάκρυσε τα μάτια του. Το Αιγαίο πέλαγος του χαμογελούσε σιωπηλό. Ρέουσα αιωνιότητα.
Οταν γύρισε στον ξενώνα, η Ροδούλα τον περίμενε στην πόρτα.
«Με συγχωρείτε, δεν ήξερα ποιός είστε. Βλέπετε, τα νέα εδώ έρχονται με καθυστέρηση και το διαδίκτυο δεν είναι γρήγορο. Ευτυχώς που σήμερα λειτουργεί και μπόρεσα να διαβάσω το βιογραφικό σας».
Ο Θανάσης κοίταξε τη Ροδούλα. Πίσω από τα πράσινα, νεανικά της μάτια, έβλεπε την αγωνία του νέου ανθρώπου, του εγκλωβισμένου σ’ έναν κόσμο ακατανόητα βιαστικό και αγχωτικό. Ενιωθε την απορία ενός πολίτη που θέλει να προσφέρει στην κοινωνία του, μα μονίμως πέφτει στις παγίδες των ψεύτικων υποσχέσεων κι όλων εκείνων που υποθηκεύουν παρόν και μέλλον.
«Το βράδυ είστε καλεσμένος μου» είπε η Ροδούλα με αποφασιστικό ύφος.
Και ήρθε το βράδυ. Από το μπαλκόνι φαίνονταν καθαρά τα φώτα της Σαντορίνης. Μικρά πυροφάνια ταξίδευαν στη γαληνεμένη θάλασσα.
Στρωμένο τραπέζι. Ψωμί ζυμωτό. Σαλάτα από τον κήπο. Πίτα χειροποίητη. Κόκκινο κρασί. Και δυο άνθρωποι αντικριστά, να ζουν τη στιγμή, να βυθίζονται στο τοπίο, να κοινωνούν τις ματιές τους, να νιώθουν το βάρος αλλά και τη λύτρωση των λέξεων.
«Εφυγα μικρός. Οι μνήμες μου είναι ανύπαρκτες. Το πρώτο βλέμμα ήταν τα ψηλά κτίρια της Ρώμης. Εκεί μεγάλωσα. Ο παππούς και η γιαγιά σε μια γωνιά μαραζωμένοι, αμίλητοι. Δεν έβγαιναν έξω. Ο κόσμος γι’ αυτούς χαοτικός. Εφυγαν αμίλητοι. Ο παππούς, λίγο πριν αποχαιρετήσει, με κοίταξε σχεδόν ικετευτικά, σαν να μου έλεγε «γύρισε πίσω! Μην ξεχάσεις τον τόπο σου!». Ο πατέρας, αυστηρός. Να σπουδάσω, να μορφωθώ, να ξεφύγω από την ετικέτα του ξένου. Το έβλεπα παντού. Στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο. Εκλεινα τ’ αυτιά μου στις προσβολές και έλεγα «προχώρα. Μην κρατάς κακία. Γίνε αυτό που εσύ θέλεις».
«Και γίνατε» είπε η Ροδούλα.
«Ναι, μα η ψυχή μου στέγνωσε. Τώρα λένε πως είμαι διάσημος, μα εγώ στο μυαλό μου είχα πάντοτε τον άνθρωπο. Τι να τις κάνεις τις θεωρίες όταν οι άνθρωποι υποφέρουν; Δεν ξέρω τι θα πει πατρίδα. Δεν πρόλαβα να το νιώσω μέσα μου. Μόνος μου έμαθα Ελληνικά. Οι γονείς μου δεν μιλούσαν για την Ελλάδα. Και ήταν δίπλα, τόσο κοντά. Μόνο μια βραδιά, στον πυρετό του ο πατέρας μου παραμίλησε και είπε «η Ανάφη πατέρα μου, η Ανάφη είναι μπροστά μας!» Δεν ξαναμίλησε ποτέ. Σε κανέναν. Τώρα είμαι εδώ, και θέλω να προσφέρω. Μέσα από την ψήφο μου και την παρουσία μου».
«Η χώρα μας είναι τόπος πονεμένος, είπε η Ροδούλα. Χαλάσματα. Παρατημένα αρχαία μνήματα. Ημιτελή κτίρια και προθέσεις. Οι πόλεμοι διέλυσαν οικογένειες, τα πάθη μόλυναν χέρια και ψυχές. Πάντα κάποιος άλλος μας «επιτηρούσε», αφού μόνοι μας δεν μπορούσαμε. Και τώρα, η γη και ο αέρας μας από πολύτιμα δώρα της φύσης κινδυνεύουν να γίνουν «περιουσιακά στοιχεία» τράπεζας. Αν το μυαλό παραδοθεί, η ψυχή θα σβήσει. Σε μας έλαχε αυτή η ώρα, αυτό το ύστατο σημείο, όχι απλώς να αρνηθούμε την άνευ όρων παράδοση που μας ζητούν, αλλά να εξοπλίσουμε τη γνώση, την αλληλεγγύη, την ανεξαρτησία και την ισονομία, και με αυτά τα όπλα να πολεμήσουμε. Να μην τα αποθέσουμε μπροστά σε καμμιά «συμφωνία», αλλά να τα κουβαλάμε μέσα μας, για πάντα. Ετσι, τα χαλάσματα θα ξαναγίνουν σπίτια. Και οι κοινωνίες θα ανθίσουν με τους ανθρώπους. Βαρύ το φορτίο μας, μα δεν έχει νόημα αλλιώς».
Ο Θανάσης άγγιξε τα χέρια της Ροδούλας.
«Αληθινή Ελληνίδα» είπε και της τα φίλησε. Η Ροδούλα κοκκίνησε, μα δεν μίλησε.
Το βράδυ ταξίδευε σαν άστρο. Και μαζί με το βράδυ, οι αγωνίες, τα συναισθήματα, οι ελπίδες.
Το πρωί, στο λιμάνι, οι δυο νέοι κοιτάχτηκαν ξανά. Ο Θανάσης σήκωσε το γιακά της Ροδούλας. «Κάνει ψύχρα. Πρόσεχε» της είπε.
«Είμαι καλά. Μην ανησυχείς» του απάντησε.
«Επιστρέφω Ροδούλα. Σε λίγο, επιστρέφω».
«Θα είμαι εδώ. Η Ελλάδα μας χρειάζεται. Εσένα, εμένα, όλους».
Η μηχανή της μεγάλης βάρκας άναψε δυνατά. Οι ελπίδες παραμένουν. Και όταν υπάρχει θέληση, επιστρέφουν ισχυρές.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.