Ο Σ. σκούπισε με το χέρι του το θολό τζάμι. Ο ατμός της αναπνοής, σβήστηκε στη θέα του λευκού χιονιού. Σήκωσε το ποτήρι και ήπιε λίγο τσάι. Κοίταξε τα κούτσουρα που σιγόκαιγαν στο τζάκι και σκέπασε τα μάτια του. Η μορφή της, άγγιξε τον ώμο του σαν χάδι νυχτερινό. Η ματιά της του χαμογέλασε καθώς έβγαζε τα χέρια της από τη ζεστή κουβέρτα και του ψιθύριζε «καλημέρα»… Ανοιξε τα μάτια του με μια προσμονή. Μα ήταν μόνος. Εντελώς μόνος. Και η φωτιά, είχε σβήσει.
Ορος Βόρας. Νομός Πέλλας. Κορυφή Κόζιακας. Κάπου στα 1600 μέτρα, σ› ένα υποτυπώδες καταφύγιο. Ο Δεκέμβρης τελείωνε, κι έπαιρνε μαζί του μια χρονιά παράλογη. Στις πόλεις, δεν προλαβαίνεις να αισθανθείς. Μια αόρατη δύναμη μονίμως σε κυνηγάει. Να ικανοποιήσεις πόθους ανικανοποίητους. Να κάνεις δώρα αγχωτικά. Να μιλήσεις σε ψυχές που δεν ακούνε.
Εδώ πάνω όμως, παραμονεύει ένα νόημα αλλιώτικο. Αν αφήσεις τη σιωπή του χιονιού να κυλήσει μέσα σου, τα «πλην» του μυαλού σου θα φύγουν μακριά. Αν ακούσεις τον άνεμο να ζητάει το δρόμο του, κάθε απόβαρο της ψυχής σου θα μείνει γυμνό κι ανυπεράσπιστο, χαμένο για πάντα.
Το χιόνι. Ο άνεμος. Η ψηλή κορυφή. Βαπτίζουν το κορμί σου. Την καρδιά και το «είναι» σου. Αρκεί να σταθείς για λίγο σιωπηλός μπροστά στην αληθινή φύση. Κι εκείνη θα σε καταλάβει. Και θα σε λυτρώσει. Γιατί έχεις μια ζωή. Μόνο μια. Ολα τα πλάσματα στη γη, μια ζωή έχουν.
Ο άνεμος δυνάμωνε κατά διαστήματα. Ο χειμώνας εδώ πάνω είναι βαρύς. Δεν συγχωρεί λάθη ή λεονταρισμούς.
Ο Σ, ντύθηκε καλά, ξεκρέμασε από τον τοίχο το όπλο του και βγήκε έξω. Οι βοσκοί στη πλαγιά του το είπαν καθαρά: «αν δείς τη λύκαινα, τέλειωσέ την. Μας έχει ρημάξει τα ζώα. Εχασε το ταίρι της και είναι αγριεμένη». Δεν το είχε χάσει όμως. Το είχανε σκοτώσει για το δέρμα του. Ο πολιτισμός μας… Ο κορυφαίος μας πολιτισμός…
Ο καθαρός αέρας του βουνού άγγιξε το πρόσωπό του. Καθώς προχωρούσε στο ίσιωμα, τα ψηλά δέντρα λύγιζαν και έριχναν πάνω του χοντρές νιφάδες. Ενιωθε λίγη υγρασία στα πόδια του, και τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού πονούσαν. Δεν σταμάτησε όμως. Συνέχισε να περπατάει. Του άρεσε αυτό. Τον βοηθούσε να μην σκέφτεται το «ναρκοπέδιο» της πόλης. Γαλήνευε τη φορτωμένη του ψυχή και τον βοηθούσε να καταλάβει τα λάθη του. Να μια μεγάλη αδικία που έπρεπε να διορθώσει: ό,τι μας γεννάει και ό,τι μας στηρίζει το θυμόμαστε πάντα τελευταίο. Είτε λέγεται μάνα, είτε φύση. Ο Σ, πονούσε βαθιά μέσα του, γιατί τις είχε αδικήσει και τις δύο.
Περπάτησε αρκετή ώρα. Σε μικρή απόσταση, το αλύχτισμα κάποιου ζώου ακούστηκε καθαρά. Κοίταξε τον κορμό του δέντρου. Είδε χαρακιές. «Ισως να πέρασε από εδώ. Τί γυρεύει; Τί θέλει; Δεν ξέρω…» Το τοπίο ήταν σιωπηλό. Κυλούσε μέσα του. Σαν ρεύμα αργό. Σαν φώς νεογέννητο. Σαν έξοδος που σε κοιτάει στα μάτια, λίγο πριν χαθεί για πάντα. Η ζωή του Σ, άλλαζε. Η γυναίκα του είχε «φύγει». Νέα. Μίσχος της άνοιξης που δεν πρόλαβε να γεννήσει χρώματα. Αστέρι που έχασε το φώς του. Και από τότε, ήρθε ο χειμώνας.
Γύρισε στο καταφύγιο. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Οι κορυφές των δέντρων έγερναν κουρασμένες. Το αλύχτισμα ακούστηκε ξανά. Μακρινό. Ξαφνικά, το τηλέφωνο του χτύπησε και μια αδύνατη φωνή ακούστηκε.
«Μπαμπά πότε θα έρθεις;» ρώτησε ένα κοριτσάκι.
«Θα έρθω αγάπη μου. Μην ανησυχείς».
«Μπαμπά η μαμά που είναι; Είναι μαζί σου;»
«Οχι παιδί μου. Λείπει. Εγώ όμως θα έρθω σύντομα».
«Μπαμπά, η μαμά έκλαιγε πριν φύγει. Της έκανα κάτι;»
«Οχι μάτια μου. Κοιμήσου τώρα. Κοιμήσου».
Η οθόνη του τηλεφώνου έσβησε αργά. Ο Σ, έκλεισε τη λάμπα στο τραπέζι και ξάπλωσε στο κρεβάτι. «Πως έφυγες…» ψιθύρισε. Η νύχτα σκέπαζε τα πάντα. Ο Σ, ταξίδευε στο άγνωστο.
Είχε σχεδόν ξημερώσει, όταν άκουσε την πόρτα να τρίζει. Κάποιος την πίεζε ελαφρά στη βάση της. Σηκώθηκε αργά και κοίταξε από το παράθυρο. Η λύκαινα στεκόταν έξω από την πόρτα και τη γρατζούνιζε με τα νύχια της. «Ηρθες λοιπόν» είπε. Πήρε το όπλο και πλησίασε προς τη πόρτα. Τη χτύπησε με δύναμη για να τρομάξει το ζώο. Εκείνο, έκανε λίγα μέτρα πίσω. Ο Σ, άνοιξε τη πόρτα γρήγορα. Το ζώο έκανε ακόμη πιο πίσω και άρχισε να τρέχει προς τα δέντρα. Φόρεσε τα ρούχα του και βγήκε έξω. Με γοργό βηματισμό και τεταμένη την προσοχή του προχώρησε στο χιονισμένο δρόμο. Η λύκαινα τον κοιτούσε. Τα μάτια της γυάλιζαν.
Στην άκρη του δρόμου, κάτω από τη ρίζα ενός μεγάλου χιονισμένου έλατου, και σε τρία μέτρα βάθος, είδε δύο μικρά λυκόπουλα να έχουν σφηνωθεί μέσα σε κλαδιά, χώματα και μικρές πέτρες. Τον κοιτούσαν φοβισμένα.
Ετρεξε προς το καταφύγιο. Εβαλε σε μια τσάντα λίγο ψημένο κρέας, ξερό ψωμί και σχοινί. Γύρισε στο σημείο. Η λύκαινα στεκόταν από πάνω. Την κοίταξε μέσα στα γυαλισμένα της μάτια. Είδε τα ασπρισμένα της δόντια, μα στάθηκε ακίνητος. Εκείνη, σαν να κατάλαβε και έφυγε τρέχοντας.
Δέθηκε με το χοντρό σκοινί στον κορμό του δέντρου και άρχισε να κατεβαίνει. Οταν έφτασε κάτω, τα μικρά άρχισαν να φωνάζουν. Εβγαλε το κρέας και το ψωμί και τα άφησε μπροστά τους. Εκείνα άρχισαν σιγά-σιγά να τρώνε. Οταν τελείωσαν, φόρεσε τα χοντρά του γάντια, απομάκρυνε χώματα κλαδιά και πέτρες και με γρήγορες κινήσεις έβαλε τα μικρά μέσα στην τσάντα αφήνοντας την μισάνοιχτη. Εκείνα ήταν σχεδόν ναρκωμένα από την κούραση.
Με μεγάλη δυσκολία ανέβηκε πάνω. Τα χέρια του σχεδόν δεν τα ένιωθε. Τα πόδια του είχαν παγώσει. Στον άδειο δρόμο, αφού βρήκε την ανάσα του, άνοιξε την τσάντα και ακούμπησε στο χιόνι τα δύο λυκόπουλα. Εκείνα, σάστισαν στην αρχή, μα γρήγορα ξεθάρρεψαν. Η μητέρα τους ξεπρόβαλλε από ένα άλλο δέντρο πιο κάτω. Μόλις την είδαν, έτρεξαν αμέσως και χώθηκαν στον κόρφο της.
Ο Σ, γύρισε στο καταφύγιο. Μάζεψε ό,τι τρόφιμο είχε και το πήγε στην άκρη του δρόμου. «Δεν θέλω τίποτα πια, είπε. Όλα τα πλάσματα στη γη, μια ζωή έχουν». Έκανε μερικά μέτρα πίσω, και τότε είδε τη λύκαινα με τα παιδιά της να πλησιάζουν το φαγητό, να το γραπώνουν και να φεύγουν. Τα μικρά τριγύριζαν τη μάνα χαρωπά. Εκείνη τα ακουμπούσε με τα αυτιά της και τα έσπρωχνε μπροστά. Είχε αρχίσει πάλι να χιονίζει. Η φύση μέσα στη φύση. Η μητρότητα και η ζωή. Η πορεία, μέσα στο χρόνο.
Σήκωσε το όπλο και με μια δυνατή κίνηση το χτύπησε στο πλακόστρωτο μέχρι να διαλυθεί. Πήρε τις σφαίρες και τις πέταξε μακριά. Σήκωσε τα χέρια του, και με όση δύναμη είχε, φώναξε: «ζήστε! Φύγετε μακριά! Ελεύθερα! Για πάντα!» Από μακριά, άκουσε ένα αλύχτισμα. Δυνατό. Ηχηρό.
Μάζεψε τα πράγματά του. «Παιδί μου, έρχομαι!» είπε, καθώς το αυτοκίνητο ξεκινούσε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.