Η ελευθερία είναι πόθος. Ασβεστη προσμονή για μια ζωή καλύτερη. Σπίθα δημιουργικής φλόγας. Κάθε ελεύθερη ψυχή, είναι ένα αναμμένο κερί μέσα στο σκοτάδι της άγνοιας και της υποταγής στο τίποτα. Κάθε ελεύθερος άνθρωπος καταργεί αλυσίδες και σύνορα, και στέλνει το πνεύμα και το μυαλό στις αξίες που καθορίζουν και αναδεικνύουν τις αληθινές κοινωνίες: την αλληλεγγύη, τον αυτοσεβασμό, την ειρήνη, την αγάπη, τη βοήθεια. Ολα όσα φέρνουν την παντοτινή άνοιξη μέσα στις καρδιές των ανθρώπων.
Στην ευρωπαική Ελλάδα του 21ου αιώνα, δυο άνθρωποι κοιτάζονται βαθιά στα μάτια. Δυο άνθρωποι από άλλες γενιές. Οι νεότεροι, αν τους συναντούσαν στο δρόμο ίσως να αδιαφορούσαν ή να τους ειρωνεύονταν. Οι ψηφιακοί ορίζοντες βλέπετε, έχουν άλλες προτεραιότητες, αριθμητικές. Η μνήμη και το συναίσθημα ενεργοποιούνται συνήθως μετά την απώλεια, ή τερματίζουν μπροστά σε μια οθόνη υψηλής ευκρίνειας.
Ο ηλικιωμένος κύριος Αλέξανδρος κοιτούσε στα μάτια τον νεαρό Χακίμ απο το Ιράκ που στα αδύναμα χέρια του είχε περασμένες χειροπέδες. Ο Ελληνας κι ο ξένος. Ο ντόπιος και ο αλλοδαπός. Σε λίγο, όλα θα τελείωναν και ο Χακίμ θα έπαιρνε το δρόμο της απέλασης προς την πληγωμένη του πατρίδα. Η ότι απέμεινε από αυτήν ύστερα από τις επισκέψεις που δέχτηκε από τις πολιτισμένες χώρες «για ανθρωπιστικούς λόγους».
Ο Κρόκος Κοζάνης είναι όμορφο χωριό. Το παγκοσμίου φήμης προιόν του έδωσε άλλη αίγλη στην περιοχή, μα οι κάτοικοι δεν απώλεσαν τον ήρεμο τρόπο ζωής τους. Μακριά από τα χαοτικά αστικά κέντρα, η ματιά τους απλώνεται στα σιωπηλά λιβάδια, στα χορτάρια και στα ψηλά δέντρα. Δίχως την πόρωση της αυτοκίνησης, μα με την ανάγκη της κίνησης, της επικοινωνίας, της «καλημέρας», της πίστης στη δύναμη της ειλικρινούς κουβέντας. Ζούμε άσχημες εποχές, παρατεταμένης δυστυχίας και χαμογελαστού μίσους. Αν όμως τώρα δεν πορευθούμε ενωμένοι και δεν καταλάβουμε την αξία του ανθρώπου, πότε θα το κάνουμε;
Σ’ αυτό το χωριό, ο Αλέξανδρος ζούσε το βαρύ βίο του. Με μια μικρή κινητή καντίνα βιοπορούσε πουλώντας πρόχειρο φαγητό. Κάποτε είχε δικό του εστιατόριο στη Σαλονίκη με γεύσεις αληθινές και ευφάνταστες. Δεν ήταν όμως συλλέκτης χρυσού ή χρημάτων. Από την καλή του την καρδιά, δεν άφηνε κανέναν πεινασμένο. Ηξερε από παιδί τι θα πει πείνα, όταν αντίκρισε την αδελφή του να πεθαίνει από ασιτία στην κατοχή, όταν μια ελάχιστη φέτα ψωμί μοιραζόταν σε τέσσερα κομμάτια μέσα στο διαλυμένο από τις βόμβες σπίτι του.
Η καλοσύνη του, γρήγορα σκεπάστηκε από την αχαριστία. Το εστιατόριο έκλεισε, και γύρισε στη ιδιαίτερη πατρίδα του. Στη δύση της ζωής του. Το μοναδικό του παιδί, η κόρη του, ζούσε από χρόνια στο Βερολίνο της Γερμανίας. Αλλαξε και το όνομά της όταν παντρεύτηκε έναν ψηλό Γερμανό καθηγητή. Οταν τη ρώτησε αν θυμάται το όνομα της γιαγιάς της, εκείνη με απάθεια απάντησε «όχι». Ο Αλέξανδρος πικράθηκε. «Ας είναι τουλάχιστον ευτυχισμένη» σκέφτηκε όταν την αποχαιρετούσε. Κι απόμεινε μονάχος. Στο ανοιχτό τοπίο.
Στα χωράφια που γύριζε και πουλούσε το εμπόρευμα του, γνώρισε τον Χακίμ. Ντροπαλό παιδί, ήταν δεν ήταν 20 χρονών. Ολοι οι εργάτες αγόραζαν σάντουιτς, νερά και καφέ από τον Αλέξανδρο. Ηξεραν πόσο τίμιος και καθαρός ήταν, πόσο σεβόταν και αυτό που έφτιαχνε και αυτόν που αγόραζε. Και όλους τους κοίταζε στα μάτια, με προσδοκία ανθρώπινη.
Ενα μεσημέρι, όταν όλοι είχαν φύγει, τον πλησίασε ο Χακίμ που τόσο καιρό τον κοιτούσε από απόσταση, φοβισμένος. Είδε τα σάντουιτς, έψαξε τις σκισμένες του τσέπες και τον ρώτησε πόσο είχαν. «Πάρε παιδί μου» είπε ο Αλέξανδρος και του έβαλε στο χέρι δυο κομμάτια. Ο Χακίμ έκατσε παράμερα κι έτρωγε σιωπηλός. Σε λίγο, πλησίασε και ζήτησε λίγο νερό. Οταν ήπιε, το πρόσωπό του φωτίστηκε σαν ήλιος.
«Πως λέγεσαι;» τον ρώτησε ο Αλέξανδρος.
«Χακίμ. Είμαι από το Ιράκ» απάντησε με σπαστά Ελληνικά.
«Εμένα με λένε Αλέξανδρο» είπε.
«Ισκαντέρ!» φώναξε ο Χακίμ. «Μέγας Αλέξανδρος! Μακεδονία, Ελληνική γη!»
Γύρισαν μαζί στο χωριό. Ο μεσημβρινός ήλιος ήταν δυνατός. Λίγο πριν χωριστούν ο Χακίμ ένωσε τα χέρια του μπροστά στα μάτια, έγειρε λίγο προς τα κάτω το κεφάλι και είπε «ευχαριστώ».
Ετσι γνωρίστηκαν. Μετά από λίγες μέρες, όταν πάλι όλοι οι εργάτες είχαν φύγει, ο Χακίμ ξαναήρθε στη καντίνα. Πήρε ένα σάντουιτς, κι όταν έβγαλε 5 ευρώ να πληρώσει ο Αλέξανδρος του είπε «χρήματα θα μου δώσεις μόνο όταν σου ζητήσω».
Και μίλησαν.
Ο Χακίμ του είπε για τη Βαγδάτη, την ονειρική πόλη που η φαντασία δεν μπορεί να περιγράψει. Για τη λατρεία που έχουν για τον Μέγα Αλέξανδρο, τον μυθικό αυτό Ελληνα που το όνομα του προκαλεί παγκόσμιο θαυμασμό σε όλους τους μορφωμένους λαούς αλλά και ζήλεια σε μερικούς αμόρφωτους λαούς που προσπαθούν να τον καρπωθούν. Για τη βιβλιοθήκη της Βαγδάτης που ήταν δίπλα στο σπίτι του και τα βιβλία που διάβαζε εκεί, όταν είχε ελεύθερο χρόνο. Εκεί αγάπησε την ελευθερία, κατάλαβε την απροσμέτρητη και πολύτιμη αξία της.
Του είπε για τους Αμερικανούς στρατιώτες που έτρεμε το χέρι τους κάθε φορά που σημάδευαν με το όπλο. Για τη βόμβα που διέλυσε τη βιβλιοθήκη, τις χιλιάδες σελίδες που γέμισαν τον ουρανό, τη μυρωδιά του καμένου χαρτιού, την χαμένη γνώση που αυτός και οι φίλοι του στερήθηκαν. Για τον πατέρα του που σκοτώθηκε από αδέσποτη σφαίρα κάποιου μεθυσμένου μισθοφόρου Αμερικανού στρατιώτη που ποτέ δεν τιμωρήθηκε. Για την ιστορική αυτή χώρα, που αφού έγινε συντρίμμια, πουλήθηκε για το πετρέλαιο με αντάλλαγμα δωρεάν αναψυκτικά, τσιγάρα και CD.
Τότε πικράθηκε πολύ. Εφυγε και για πολύ καιρό περιπλανήθηκε. Ο πόθος του ήταν να ζήσει ελεύθερος, να μορφωθεί. Εφτασε στην Τουρκία και από τη Βουλγαρία μπήκε στη Μακεδονία. Μ’ ένα διαβατήριο, με μια ξεθωριασμένη φωτογραφία και λίγα χρήματα κρυμμένα στα παπούτσια του. Πέρασε πολύ άσχημες στιγμές που τον έκαναν ν’ απορεί για την ανθρώπινη φύση, για το θηρίο που κρύβεται σε κάποιες ψυχές. Μα δεν έπαψε ποτέ να πιστεύει στον άνθρωπο.
Κι έφτασε εδώ. Δουλεύει συνεχώς. Δεν μιλάει πολύ και κάνει ότι του λένε. Περιμένει να φτιάξει τα χαρτιά του για να ζήσει. Αγαπάει την Ελλάδα και πιστεύει σ’ αυτήν. Τώρα ακούει για στρατόπεδα φιλοξενίας μεταναστών. Η φιλοξενία όμως πως μπορεί να χωρέσει σ’ ένα συρματόπλεγμα; Ελπίζει πως θα βρεθεί λύση. Δεν είναι όλοι οι ξένοι ίδιοι.
Ο Αλέξανδρος κοίταξε αυτό το νεαρό παιδί. Πόσες τέτοιες ψυχές ταξιδεύουν με τα όνειρα τους… Σκέφτηκε τον κόσμο που η δική του γενιά έφτιαξε. Θύμωσε με τον εαυτό του, γιαί τώρα που αυτή η γενιά «φεύγει» ένιωσε πως δεν προσπάθησε αρκετά, δεν αγωνίστηκε με λυσσαλέο πείσμα για να διορθώσει τον κόσμο, να συντρίψει την αδικία που καταστρέφει τα όνειρα, τους πόθους και τους στόχους κάθε νέου ανθρώπου, από όπου κι αν έρχεται, όποια γλώσσα κι αν μιλάει. Γιατί όταν με τις πράξεις ή το πείσμα σου σκοτώνεις τα όνειρα των νέων, αφήνεις πίσω σου μυαλά και ψυχές ανάπηρες. Και τότε είσαι εγκληματίας, γιατί κι εσύ κάποτε ήσουν νέος. Ποιόν εκδικείσαι λοιπόν; Που κατευθύνεις την οργή σου; Σε κάποιον που δεν σου φταίει;
Εγιναν φίλοι. Ο Αλέξανδρος βοηθούσε αυτό το νέο παιδί όσο μπορούσε. Σαν το γιό που δεν έκανε ποτέ. Η ζωή του απέκτησε άλλο νόημα. Χρώμα άνοιξης αλλά και ανθρωπιάς.
Μια μέρα, ένα περιπολικό ήρθε στα χωράφια και συνέλαβε τον Χακίμ. Η προσωρινή του άδεια είχε λήξει. Κάποιος τον είχε καταδώσει, προφανώς για να τον ξεφορτωθεί. Το παιδί αυτό δεν είχε πειράξει κανέναν, δεν χρωστούσε πουθενά και ήταν πάντα χαμογελαστό. Και ήθελε να ζήσει ελεύθερος. Στην Ελληνική Δημοκρατία.
Εμεναν λίγα λεπτά προτού η κλούβα της αστυνομίας αναχωρήσει για τα σύνορα. Ο Χακίμ χαμογελούσε στον Αλέξανδρο, σαν να πήγαινε βόλτα. Μα ήξερε πολύ καλά που πήγαινε. Μακριά, ξανά.
«Να προσέχεις παιδί μου. Συγχώρεσέ με» ψιθύρισε ο Αλέξανδρος. Η ηλικιωμένη του φωνή μόλις που ακουγόταν.
«Δεν θα σας ξεχάσω ποτέ κύριε Αλέξανδρε» είπε ο Χακίμ. Ενωσε τα χέρια του ξανά και υποκλίθηκε.
«Αντε φεύγουμε!» ακούστηκε η αγριωπή φωνή του αστυνόμου με τα σκούρα γυαλιά.
Καθώς η κλούβα ξεκινούσε, ο Χακίμ κοιτούσε τον Αλέξανδρο από το συρμάτινο παράθυρο, σαν να του έλεγε: «ίσως κάποτε ξαναβρεθούμε. Σ’ ένα κόσμο για όλους μας. Ισως…»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.