«Μα τι κάνουν; Γιατί αργούν;», αναρωτήθηκε ο Κώστας καθώς έβλεπε την ουρά να μένει ίδια. Πίσω του στεκόταν ο Μάνος που κι εκείνος πρέπει να είχε την ίδια απορία. Δυο άνθρωποι. Μέσα σ΄ ένα ανόμοιο πλήθος. Υπηρεσία ΟΑΕΔ. Ανεργίας επίδομα. Βουβοί όλοι, σιωπηλοί, περίμεναν μια σφραγίδα σε κάποιο χαρτί, για να εισπράξουν μετά από την τράπεζα και να ανανεώσουν τις ελπίδες τους.
Ηταν ακόμη πρωί. Οι υδρατμοί από τις ανάσες των ανθρώπων κυλούσαν αργά στην κορυφή των ψηλών τζαμιών. Το ανέκφραστο κρύο πάγωνε τις ψυχές των διαβατών στο δρόμο. Τυλιγμένοι στα παλτά και στα χοντρά μπουφάν τους, περπατούσαν στα υγρά πεζοδρόμια με βήμα γρήγορο. Χαμηλωμένο το βλέμμα τους, σκεφτικοί, κουρασμένοι. Κάπου πήγαιναν, κάποια ελπίδα κυνηγούσαν κι αυτοί. Εστω και λειψή.
Φοβισμένες ψυχές. Ποτισμένες από τη φθορά της αγωνίας. Οχι για ένα αύριο που κανείς δεν ξέρει και ίσως να μην έρθει και ποτέ, αλλά για το σήμερα που συνεχώς αλλάζει και σε πάει σ΄ άλλες όχθες, άγνωστες, θολές. Ετσι περπατούσαν οι άνθρωποι, αυτό το πρωινό του Φλεβάρη. Κρατούσαν το χαμόγελο για τον εαυτό τους κι έφευγαν. Η ζωή αλλάζει και μας πάει μακριά.
Ξαφνικά όλα τα φώτα έσβησαν. Ταραχή και ψίθυροι απλώθηκαν στην αίθουσα. Αστραπιαία το νέο διαδόθηκε: το σύστημα κατέρρευσε και οι γεννήτριες χαλασμένες. Οι άνεργοι της μισής αίθουσας κοίταξαν τους εργαζόμενους της άλλης μισής αίθουσας και κατάλαβαν πως πλέον ήταν αργά. Η σφράγιση και συνεπώς η είσπραξη του επιδόματος ανεργίας αναβαλλόταν. Ηταν Παρασκευή.
Οι διαμαρτυρίες ανώφελες. Τι να σου κάνουν και οι υπάλληλοι. Κι αυτοί σε λόγια πίστεψαν. Για ανοιχτή διακυβέρνηση, για συμμετοχική δημοκρατία, για ψηφιακή κοινωνία, για υψηλές ταχύτητες, για λεφτά που υπάρχουν. Η αίθουσα άδειασε σε δευτερόλεπτα, αφήνοντας στο σκοτάδι ένα κομμάτι της κρατικής μηχανής. Στο βάθος, ένα ραδιόφωνο τραγουδούσε: «πάμε για άλλες πολιτείες, προσωπικές…»
Ο Κώστας κάθισε σε μια στάση κι ανάσανε βαθιά. Ενας αδέσποτος σκύλος τον πλησίασε κουνώντας την ουρά του. Τον χάιδεψε και του είπε: «μούργο μου, έχω μόνο 2 ευρώ στην τσέπη για όλο το Σαββατοκύριακο. Τι να σου κάνω…»
Ο Μάνος στάθηκε στο απέναντι πεζοδρόμιο του μικρού δρόμου. Ετριψε τα χέρια του να ζεσταθεί. Το μπουφάν του ήταν φθαρμένο και μόλις που κρατούσε το κρύο. Κοιτάχτηκαν. Ηταν σχεδόν συνομίληκοι. Ανεργοι σε μια πόλη αργοσάλευτη. Νέοι άνθρωποι, προδομένοι.
Μια λεπτή μυρωδιά τσαγιού ταξίδεψε στον αέρα. Στα 10 μέτρα μια φωτεινή πινακίδα τους καλούσε: ΣΤΕΓΗ ΕΛΠΙΔΑΣ. Προχώρησαν προς τα εκεί. Στην είσοδο, μια ηλικιωμένη κυρία τους καλωσόριζε: «Περάστε παιδιά μου» τους είπε με καλοσύνη που έλιωνε μέταλλα. Τώρα, μια άλλη ουρά ξεκινούσε. Από άγνωστους ανθρώπους, ξένους και ντόπιους, αμίλητους και πάλι. Ο Κώστας μπροστά, ο Μάνος πίσω του. Μια άλλη κυρία, άφησε στα χέρια τους ζεστό ψωμί, βούτυρο, μέλι και μια κούπα πράσινο τσάι.
«Μα δεν έχω χρήματα» ακούστηκε η φωνή του Μάνου.
“Και ποιός σας τα ζήτησε κύριε;» απάντησε η κυρία και χαμογέλασε.
Κάθισαν στο πλαστικό τραπέζι κι άρχισαν να τρώνε. Χαρακωμένα πρόσωπα γύρω τους, πικραμένα από τη ζωή και από τα μεγάλα ψέματα που πίστεψαν. Πρόσωπα αξιοπρεπή όμως. Κρατημένα στο ύψος ανθρώπου και όχι ερπετού. Το καταλάβαινες από τον τρόπο που κρατούσαν το μαχαίρι, από τον αθόρυβο τρόπο που έτρωγαν αλλά και από τον τρόπο που κάθονταν στην καρέκλα. Ευγένεια πληγωμένης ψυχής. Μια ευγένεια που αιχμαλωτίστηκε σ΄ ένα διαλυμένο πανωφόρι, αλλά δεν παραδόθηκε στην ευτέλεια των καιρών. Αυτή η ευγένεια είναι εδώ, υπάρχει και περιμένει. Το δικό της φως, τη δική της λάμψη και ελπίδα.
Ηπιαν λίγο τσάι και μίλησαν.
«Είχα δικό μου μαγαζί, είπε ο Μάνος. Με δυο υπαλλήλους. Ρούχα, κάπου στο κέντρο. Ο χώρος ανήκε σε τράπεζα. Βαρύ το ενοίκιο. Δεν ήθελα να χρωστώ πουθενά. Απαγόρευσα στους υπαλλήλους μου να με λένε ααφεντικό. Ημασταν πάνω από όλα φίλοι. Εζησαν από μένα, έζησα από αυτούς. Η τράπεζα όμως μας πίεζε όλους. Οι πωλήσεις μικρές. Απέναντί μας άνοιξε ένα κινέζικο μαγαζί με πιο φθηνές τιμές. Πρoσέχετε τι αγοράζετε! έλεγα στους πελάτες μου. Εφυγαν όλοι. Φτώχεια φίλε! Ξέρεις πόσους παλιούς πελάτες μου είδα να με περιμένουν να κλείσω για να πάνε απέναντι και να αγοράσουν; Ξέρεις; Οι υπάλληλοι έφυγαν. Δανείστηκα για να τους αποζημιώσω. Το τέλος πλησίαζε. Η τράπεζα μου έκανε έξωση. Δέσμευσε και ότι λογαριασμούς είχα. Δεν έμεινε τίποτα. Για την ώρα μένω σε μια θεία μου. Δύστροπη γεροντοκόρη, μετράει ακόμη και τις μπουκιές μου, μην τυχόν και λείψουν από τα γατιά της. Η γυναίκα μου με άφησε. Πόσο ν΄ αντέξει κι εκείνη… Τρώω μέρα παρά μέρα, κι ότι βρώ. Εχω μόνο 3 ευρώ πάνω μου. Δηλαδή χίλιες δραχμές… Ποιός νοιάζεται φίλε… Οι ιδεολόγοι της αρπαχτής ή οι ψευτοφιλόλογοι των καναλιών… Εσύ;»
«Στα Τσιμέντα είπε ο Κώστας. Ωράρια ανύπαρκτα. Ολη μέρα στη μηχανή. Τα πνευμόνια μου διαλύθηκαν. Μισθοί πείνας. Πως ν΄ αντέξεις… Σπατάλες, προγραμματισμός πρόχειρος. Ασχετοι άνθρωποι που κοιτούσαν τις τσέπες τους. Τώρα όλοι φωνάζουν, αλλά η δουλειά χάθηκε. Οι φίλοι εξαφανίστηκαν. Χαμένοι κι αυτοί στα δικά τους προβλήματα. Το κράτος ανύπαρκτο. Ερμαιο των χρηματαγορών. Ασύντακτο και χωρίς σχεδιασμό. Μας κορόιδεψαν για άλλη μια φορά. Θα το δούμε άραγε ποτέ; Ανεχόμαστε τόσα χρόνια την ασχετοσύνη και την άγνοιά τους. Τώρα πάνε να ξεπουλήσουν τα πάντα. Ν’ απολύσουν χιλιάδες ψυχές. Κόλλησε το πρωί το σύστημά τους και μια συγγνώμη δεν ζήτησαν. Ερχονται ξένοι και μας επιβάλλουν κανόνες. Ραγιάδες ξανά λοιπόν; Εκεί θα καταντήσουμε;»
Ευχαρίστησαν τις ευγενικές κυρίες και βγήκαν στο δρόμο. Το κρύο παρέμενε δυνατό. Το ζεστό τσάι τους κράτησε για λίγο.
«Τώρα, πάλι τη Δευτέρα στις ίδιες ουρές» είπε ο Κώστας.
«Καλή δύναμη» είπε ο Μάνος. Την ίδια στιγμή, από δίπλα τους πέρασε ένα αυτοκίνητο που καλούσε όλους τους πολίτες σε απεργία και πορεία στο κέντρο. Ο ήλιος κύκλωνε τα παράθυρα των ψηλών κτιρίων.
Απόγευμα Κυριακής. Σε μια πόλη άγρυπνη, αιώνες τώρα. Τα ποτάμια των ανθρώπων αργοκυλούσαν προς την πηγή των αποφάσεων, εκεί που ο χρόνος σταματάει, εκεί που η ιστορία βουτάει την πένα της στο μελάνι και περιμένει.
Και οι άνθρωποι προχωρούσαν μπροστά, στην κοινή τους μοίρα που δεν ορίζουν, στην κρυφή ελπίδα που γεννάει θαύματα, στην πίστη μιας αλλαγής ανθρώπινης. Στα χέρια τους κρατούσαν σημαίες κοφτερές, σύμβολα οργής δημιουργικής. Στα μάτια τους αντιφέγγιζε το φως μιας αλήθειας που δεν σκύβει το κεφάλι, δεν υποκύπτει, δεν παραδίνεται. Κάθε μια ύπαρξη και μια προοπτική. Κάθε ένα «ΕΜΠΡΟΣ!» κι ένας νέος τόπος.
Και το ποτάμι δυνάμωνε. Και ο ήλιος έφευγε, μα έστελνε τη ζέστη του απλόχερα, γενναιόδωρα. Ενας λαός πληγωμένος, κουρασμένος από το ψέμα και την ανικανότητα. Μια χώρα, λίγο πριν από τις κόκκινες γραμμές. Της αντοχής, της υπομονής και του ήθους της.
Μέσα στο λυτρωτικό και ελπιδοφόρο πλήθος, ο Κώστας αντίκρισε το Μάνο. Πήγε κοντά του. Εσφιξαν τα χέρια κι αγκαλιάστηκαν σαν φίλοι παλιοί.
«Εχω ακόμη 3 ευρώ στην τσέπη μου» είπε ο Μάνος.
«Κι εγώ δύο, είπε ο Κώστας. Μα δεν θα το χάναμε αυτό το σκηνικό, έτσι;» ρώτησε τον Μάνο.
«Όχι! Ποτέ! απάντησε ο Μάνος. Πάμε φίλε! Τώρα είναι η ώρα μας! Αυτή είναι η ζωή μας!»
Κι εκεί, στα 2 μέτρα, έσκασε το πρώτο χημικό. Το νέφος τύλιξε τον κόσμο. Η παραζάλη και η ασφυξία σάρωσε τους πάντες. Πήγαν στα τυφλά λίγα μέτρα πιο κάτω. Από το πουθενά, σαν σκιά μοχθηρή, ένας ένστολος βρέθηκε μπροστά τους και αστραπιαία χτύπησε στο πρόσωπο το Μάνο. Εκείνος έπιασε το κεφάλι του. Σταγόνες αίμα τινάχτηκαν στα μάτια του Κώστα.
Ο κόσμος έτρεξε προς τα πίσω. Ο Μάνος ξάπλωσε στο δρόμο. Ο Κώστας τον κράτησε μα πριν προλάβει να κάνει κάτι άλλο, ένας άλλος ένστολος τον χτύπησε δυνατά στο πόδι κι έφυγε τρέχοντας προς κάποιο σκοτεινό στενό. Το οξυγόνο ελάχιστο. Απίστευτος ο πόνος.
Ο Κώστας πλησίασε τον Μάνο. «Μην φοβάσαι. Είμαι καλά» είπε ο Μάνος. «Τώρα ξέρω. Γι’ αυτό είμαι καλά». Σκούπισε τα αίματα από το πρόσωπό του και προσπάθησε να σηκωθεί. Κάπου εκεί, έχασε τις αισθήσεις του.
Το πλήθος ήταν αλαφιασμένο. Ετρεχε προς κάθε κατεύθυνση, ενώ οι ένστολοι χτυπούσαν πλέον συνεχώς. Κανένας σεβασμός προς την ανθρώπινη ύπαρξη. Το δικαίωμα στην διαδήλωση είχε ποδοπατηθεί. Η δημοκρατία νοσούσε. Και την κρατούσαν χέρια επικίνδυνα.
Ο Κώστας έριξε λίγο νερό στα πρόσωπο του Μάνου, τον σήκωσε από το οδόστρωμα και τον κράτησε από τους ώμους. Ολοι, είχαν υποχωρήσει. Δυο άντρες ματωμένοι, τραυματισμένοι. Ανεργοι, άφραγκοι, με προδομένα όνειρα. Στάθηκαν όρθιοι, μέσα στα χημικά που τους είχαν περικυκλώσει.
«Φονιάδες!» φώναξε δυνατά ο Κώστας. «Φονιάδες!»

Κι άρχισαν να προχωρούν. Μπροστά. Με όση ζωή είχαν.
Μπροστά. Προς τη μεγάλη πλατεία. Προς τις μεγάλες αποφάσεις.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.