«Να είστε μαζί. Για πάντα»
«Πώς είναι;»
«Πολύ ζεστή. Τι θα κάνουμε;»

Ο Λ. έβλεπε την αγωνία να κυκλώνει τα μάτια της γυναίκας του. Την αγωνία της νεαρής μάνας που βλέπει το μοναδικό της παιδί άρρωστο. Και αβοήθητο.
Διποταμιά Καστοριάς. Ασπρα σπίτια, καμινάδες καπνισμένες, δέντρα γυμνά. Σαν το νεογέννητο έτος που έψαχνε να βρει τους ανθρώπους στην άδεια πλατεία, μα το μόνο που αντίκρισε ήταν άδειες καρέκλες.
Μουδιασμένοι οι λιγοστοί κάτοικοι του χωριού, κοιτούσαν τον βασανισμένο Γράμμο απέναντί τους και το μόνο που ευχήθηκαν ήταν να είναι μαζί, όρθιοι, υγιείς. Όλα αυτά που είχαν δίπλα τους, μα δεν τα πρόσεχαν. Τώρα όμως που η κρίση πλησίασε κοντά τους, κατάλαβαν. Ξεκρέμασαν από τους πέτρινους τοίχους τους ακατανόητους πίνακες ζωγραφικής και έβαλαν ξανά την εικόνα του παππού και της γιαγιάς. Μορφές που ξέχασαν, εξαιτίας της «παγκοσμιοποίησης».
Το σπίτι του Λ. ήταν το τελευταίο, ψηλά στα 850 μέτρα. Κληρονομιά από τον παππού του που δεν είχε άλλο εγγόνι. «Να το σεβαστείς» του είχε πεί πριν φύγει. Ο Λ. όμως είχε ήδη μπει στην απατηλή σφαίρα του νεοπλουτισμού. Από τα λειψά μεροκάματα των εργατών της εταιρίας που είχε στη πόλη, από την εφορία που ποτέ δεν πλήρωσε, από το δάνειο που πήρε λόγω των κομματικών του γνωριμιών και με πολλές άλλες σύγχρονες «ανδραγαθίες», κατάφερε να φτιάξει το σπίτι αυτό όπως το ονειρευόταν η φαντασμένη του ψυχή. Τους κατοίκους της Διποταμιάς δεν τους πολυκαταδεχόταν. Στο καφενείο έβλεπε συχνά Αλβανούς και κουνούσε περιφρονητικά το ακριβοκουρεμένο του κεφάλι. Τα σύνορα ήταν δίπλα. Άλλοτε σιωπηλά, άλλοτε ταραγμένα.
Η γυναίκα του, λιγομίλητη. Δεν μεγαλοπιανόταν, αλλά επειδή ήταν φτωχή δεν πολυμιλούσε. Ένα διαμέρισμα που είχε στη πόλη το πούλησε και με τα χρήματα βοηθούσε τον αδελφό της που σπούδαζε στη Γαλλία. «Ως πότε θα τον χαρτζιλικώνεις τον άχρηστο;» της έλεγε συχνά με θυμό, αφού δεν μπόρεσε να την πείσει να μην το πουλήσει. Εκείνη, τον κοιτούσε σιωπηλή. Καμιά φορά αναρωτιόταν που ήταν αυτός που αγάπησε, μα γρήγορα το ξεχνούσε, όταν έβλεπε το παιδί τους. Παρηγοριά κι ελπίδα η νέα ζωή, σ’ αυτούς τους ύπουλους καιρούς.
Τώρα το παιδί τους ήταν άρρωστο. Κρυωμένο βαριά και ο πυρετός ανέβαινε. Το χωριό ήταν αποκλεισμένο από τα χιόνια που δεν σταματούσαν για μέρες, και ο δρόμος κλειστός. Το μικρό κοριτσάκι με τα ροζ μάγουλα και τα ανοιχτά μάτια έπαιζε συνεχώς στο χιόνι. Χαρούμενο, ξένοιαστο, κρατούσε τις χιονόμπαλες στα μικρά του χέρια και τις πετούσε στη μαμά και μετά προσπαθούσε να καρφώσει το καρότο στη μύτη του χιονάνθρωπου. Ο μπαμπάς τις κοιτούσε από το παράθυρο αδιάφορος, καθώς πληκτρολογούσε διαταγές στο φορητό του υπολογιστή, κοντά στο τζάκι. «Έλα να παίξουμε» του φώναζαν, μα εκείνος είχε άλλα στο μυαλό του, πιο σοβαρά από το παιδί και τη γυναίκα του, τέτοιες μέρες γιορτινές…
Η χαρά της μικρής δεν είχε τελειωμό. Ωσπου το βράδυ έπεσε στο κρεβάτι, κι ο πυρετός χαμογελούσε αυτάρεσκα στο μέτωπό της. Στο σπίτι όμως υπήρχαν μόνο ασπιρίνες, αλλά δεν έκαναν τίποτα.
Το παιδί κοιμόταν αποκαμωμένο. Που και που παραμιλούσε. Σκόρπιες λέξεις έβγαιναν από το στόμα του. Κάποια στιγμή άνοιξε για λίγο τα μάτια του. «Μανούλα..» ψιθύρισε κοιτώντας τη μαμά και ξανακοιμήθηκε.
Η μάνα ένιωθε ανήμπορη. Πως να νικήσεις αυτό το συναίσθημα; Πως ν› αντέξεις να βλέπεις την ψυχή της ψυχής σου σε τέτοια κατάσταση; Ο προσωπικός πόνος αντέχεται. Του παιδιού σου όμως όχι. Κάτι τέτοιες στιγμές καταλαβαίνεις την αξία της ζωής. Οχι όμως της απατηλής που θολώνει τη φύση και το φως, αλλά της αληθινής ζωής. Γιατί άραγε εκτιμάς κάτι μόνο όταν το χάσεις; Γιατί δεν το αγκαλιάζεις όσο το έχεις; Ισως γιατί αυτό που σ› εμποδίζει είσαι εσύ ο ίδιος, η έγνοια της εικόνας και όχι της ουσίας σου. Ολα αυτά βασάνιζαν τη ψυχή της μάνας, αυτό το παράξενο σούρουπο. Η ίδια ένιωθε πως δεν υπήρχε, καθώς έβλεπε τα κλειστά μάτια του παιδιού της.
Ο Λ. κοίταξε το καινούργιο του κινητό τηλέφωνο, που διέθετε και οθόνη αφής. «600 ευρώ έδωσα και δεν πιάνει Ελλάδα» φώναζε θυμωμένος. Από ώρα προσπαθούσε να καλέσει βοήθεια, μα το δίκτυο έπιανε Αλβανία. Αυτό τον θύμωνε περισσότερο.
Πήρε από το τραπέζι τα κλειδιά του αυτοκινήτου και βγήκε έξω. Το αμάξι του ήταν κι αυτό καινούργιο και το είχε αγοράσει μισοτιμής από έναν έμπορο που χρεοκόπησε, αφού φυσικά τον βρήκε σε ανάγκη. Τώρα ήταν σκεπασμένο από χιόνι. Δοκίμασε να βάλει μπροστά, μα τίποτα. Ξαφνικά, από μια απότομη κίνηση το χειρόφρενο λύθηκε και το αμάξι κύλησε μερικά μέτρα, ώσπου καρφώθηκε με θόρυβο στον κορμό ενός ψηλού δέντρου από την πόρτα του συνοδηγού. Άχρηστο πλέον κι αυτό.
Η γυναίκα του βγήκε τρομαγμένη κι έτρεξε κοντά του. «Μπες μέσα, δεν έχω τίποτα» της είπε, σκουπίζοντας τον ιδρωμένο του μέτωπο.
Κάθισαν κοντά στο τζάκι. Αυτός, αμίλητος. Εκείνη πλησίασε το παιδί. Καμία βελτίωση. Μόλις που ακουγόταν η ανάσα της. Κοιτάχτηκαν.
«Φαγώθηκες να έρθουμε εδώ πάνω» φώναξε στη γυναίκα του. «Σου έλεγα να μείνουμε στη πόλη αλλά εσύ τίποτα»!
«Ήθελα να δεί το παιδί λίγο χιόνι» είπε κι εκείνη εκνευρισμένη. «Πόσο καιρό έχουμε να περάσουμε όλοι μαζί; Δε σε βλέπουμε καθόλου. Η μικρή σε ζητάει, αλλά όταν σε βλέπει εσύ είσαι πίσω από μια πορτοκαλί εφημερίδα. Σε νοιάζει πως νιώθω τόσο καιρό που λείπεις; Τι είμαστε επιτέλους, οικογένεια ή σκορποχώρι; Πες τώρα στα λεφτά σου να κάνουν καλά το παιδί μας…»
Σηκώθηκε νευριασμένος και την έπιασε από τους ώμους. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, χτύπησε η ξύλινη πόρτα.
«Είναι μέσα κανείς;» ακούστηκε μια φωνή. Η πόρτα άνοιξε.
Στο ημίφως στεκόταν ένας νεαρός, σκεπασμένος με σκούρο χοντρό μπουφάν κλεισμένο ως το λαιμό. Στο δεξιό ώμο κρατούσε ένα σακίδιο. Με τα μεγάλα ανοιχτά του μάτια κοίταξε το αντρόγυνο.
«Ακουσα ένα δυνατό θόρυβο. Ημουν κοντά. Λέγομαι Σπετίμ. Σας συμβαίνει κάτι;» είπε.
Ο Λ. κοίταξε το νεαρό καχύποπτα. «Αλβανός» σκέφτηκε και δεν μίλησε. Η γυναίκα πήγε κοντά στο νεαρό. «Το παιδί μας είναι άρρωστο κύριε. Εχουμε αποκλειστεί εδώ πάνω και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε».
Ο Σπετίμ πλησίασε το κρεβάτι με τη μικρή.
«Θα μου επιτρέψετε να βοηθήσω;» είπε στους γονείς. «Είμαι φοιτητής της Ιατρικής».
«Ναι κύριε, σας παρακαλώ», είπε η γυναίκα. Ο Λ. τους κοιτούσε αμήχανα.
Ο Σπετίμ έπιασε το μέτωπο και τον καρπό του κοριτσιού. Ανοιξε το σακίδιο του κι έβγαλε ένα τετράγωνο κουτί. Πήρε από μέσα μια σύριγγα, άνοιξε ένα σκούρο μπουκαλάκι κι αφού γέμισε τη σύριγγα, έκανε την ένεση στο γυμνό μπράτσο του αριστερού της χεριού. Εφάρμοσε στ› αυτί της ένα θερμόμετρο, κι αφού είδε τη θερμοκρασία, κοίταξε τη μάνα. «Υπομονή. Πρέπει να της αλλάξετε ρούχα. Πιο ελαφριά για να ανασαίνει το σώμα της. Μετά να της δίνετε νερό». Η γυναίκα με γρήγορες κινήσεις σήκωσε το παιδί που άνοιξε για λίγο τα μάτια του και αμέσως του άλλαξε ρούχα.
«Τι του έκανες;» ρώτησε ο Λ. και κοίταξε τον Σπετίμ σαν κυρίαρχος του σύμπαντος.
«Υπομονή κύριε. Τώρα θα περιμένουμε» είπε ο νεαρός και το βλέμμα του ταξίδεψε στο σπίτι.
Ο χρόνος κυλάει αργά. Αγνοεί μικρότητες ή μεγαλοπρέπειες, πορεύεται αύτανδρος, ανεπηρέαστος, ανελέητος. Αφήνει τα σημάδια του παντού, σαν δεινός σκοπευτής που δεν αστόχησε ποτέ.
Πέρασαν ώρες σιωπής. Το πρώτο φως της μέρας άγγιζε το χιόνι. Κάποια στιγμή ο Σπετίμ σηκώθηκε και άγγιξε το μέτωπο του παιδιού. «Καλά πάμε. Ο πυρετός υποχωρεί. Χρειάζομαι αέρα. Με συγχωρείτε, θα βγώ έξω» είπε ο Σπετίμ με αδύναμη φωνή.
Ο Λ. τον ακολούθησε μέχρι την κορυφή του μικρού λόφου. Οι δυο άντρες κοιτάχτηκαν ξανά.
«Που σπουδάζεις;» τον ρώτησε.
«Στα Ιωάννινα. Είμαι στο πτυχίο».
«Εδώ πάνω πως βρέθηκες;»
«Ερχομαι συχνά. Γιορτές έχουμε. Κοίτα αυτά τα φώτα» είπε ο Σπετίμ κι έδειξε μακριά προς την Αλβανία. «Εκεί είναι το χωριό μου. Εκεί ζεί μονάχη της η μάνα μου. Εχω χρόνια να τη δώ. Δεν μπορώ να γυρίσω γιατί τα χαρτιά μου δεν είναι έτοιμα. Αν φύγω, δεν θα με αφήσουν να ξαναμπώ στην Ελλάδα. Δεν θα βρώ όμως κρυφά περάσματα ούτε σκοπεύω να πηδήξω ποτάμια. Ο νόμος είναι νόμος. Αδικος ή όχι, αυτός είναι».
Κοίταξε μακριά και μια πίκρα κύκλωσε το κουρασμένο του πρόσωπο.
«Δεν έχω οικογένεια. Δεν έχω τίποτα. Ξέρεις γιατί; Γιατί δεν είμαι δίπλα τους. Μαζί τους. Κοντά τους. Το λίγο ψωμί που τρώω είναι πικρό, γιατί το τρώω μόνος μου, χωρίς να μπορώ να το μοιράσω στους ανθρώπους μου. Μαραζώνω μόνος μου. Εχω μάθει να μοιράζομαι, να νοιάζομαι. Προσπαθώ. Εσύ;» Κοίταξε τον Λ.
Ο Λ. κοίταξε το Σπετίμ. Μπροστά του είχε μια αλήθεια που ποτέ δεν ένιωσε, μια αληθινή ζωή που ως τότε αγνοούσε. Και η αληθινή ζωή είναι ο άνθρωπος, η καλοσύνη που αναβλύζει από μέσα του, η κοινωνία που μεγαλώνει από αυτή τη καλοσύνη, μακριά από το ψέμα, την αυταπάτη, τη ματαιοδοξία. Σ› αυτή την ερημιά, το κατάλαβε, από έναν νέο άνθρωπο. Ενιωσε ντροπή και χαμήλωσε τα μάτια. Πριν προλάβει να μιλήσει, ακούστηκε η φωνή της γυναίκας του. «Ελάτε!» φώναξε δυνατά. Ηταν πλέον πρωί. Ηλιος. Φως.
Οταν μπήκαν στο σπίτι, είδαν τη μάνα να κρατάει αγκαλιά την κόρη της που καθόταν στο κρεβάτι και είχε ανοιχτά τα μικρά της μάτια. «Είναι καλύτερα» ψιθύρισε στους δυο άντρες.
Ο Λ. πλησίασε στο κρεβάτι, αγκάλιασε τη μικρή κι έβαλε τα κλάμματα.
Ο Σπετίμ έβαλε το σακίδιο στον ώμο του και κίνησε προς την πόρτα. Το ζευγάρι πήγε κοντά του.
«Σ› ευχαριστώ» είπε η γυναίκα. «Με λένε Ιριδα».
«Σε λένε Μάνα. Πάντα έτσι θα σε λένε» είπε ο Σπετίμ, φιλώντας το χέρι της.
«Μα πρέπει κι εμείς να κάνουμε κάτι για σένα» είπε ο Λ.
«Να είστε μαζί. Για πάντα. Μαζί» είπε ο Σπετίμ και χάθηκε στο χιονισμένο δρόμο, μπροστά στα βλέμματα των δυο νέων ανθρώπων.
«Μανούλα!» ακούστηκε η φωνή του παιδιού. Η Μάνα, πήγε στο παιδί της και το σκέπασε.
Ξαφνικά το τηλέφωνο του Λ. χτύπησε δυνατά. Το κράτησε στα χέρια του, μα πλέον είχε καταλάβει. Βγήκε έξω και το πέταξε όσο πιο μακριά μπορούσε. Εκλεισε την πόρτα και γύρισε στους ανθρώπους του. Στη γυναίκα και το παιδί του.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.