«Αν μπορούσα να ξανανιώσω τους ήχους σου, έστω και για λίγο…»

Ξύλινο πάτωμα. Φθαρμένα δοκάρια. Ο απογευματινός ήλιος έμπαινε μέσα από το παράθυρο κι αγκάλιαζε την ψηλή ντουλάπα. Σκόνη στο τραπέζι. Αδειο ανθοδοχείο που περιμένει κάποια άνοιξη. Ασπρο κεντητό τραπεζομάντηλο, φθαρμένο στις άκρες.
Ο Φίλιππος έκλεισε τα μάτια και περπάτησε αργά στο δωμάτιο. Το παρελθόν τον κοιτούσε. Η ίδια του η ιστορία. Η ενέργεια του χώρου κύκλωνε τη ψυχή του. Η μυρωδιά του ξύλου έφτανε στην καρδιά του σαν κύμα πρωινό. Σαν θύμηση που η ταχύτητα, μας κάνει να ξεχνάμε. Και είναι αργά, όταν ξεχνάμε.
Οταν άνοιξε τα μάτια, τα βήματα του στάθηκαν μπροστά σε μια παλιά φωτογραφία. Ο παππούς του με τη Δόμνα Σαμίου, καθισμένοι μπροστά σ’ ένα σαντούρι. «Στο Φίλιππο, με εκτίμηση, Δόμνα» έγραφε η αφιέρωση. Πολλά χρόνια πριν. Εδώ, στη Αρκαδική γη.
«Φίλιππε…» ακούστηκε ψιθυριστά μια φωνή. Γύρισε, και μέσα στο λευκό φως είδε στην πόρτα τη σκιά του παππού του να τον φωνάζει. «Ελα παιδί μου, πρέπει ν’ αρχίσουμε!». Ο μικρός Φίλιππος, πήγε κοντά στον συνονόματο παππού του, κι εκείνος τον πήρε από το χέρι και μαζί πήγαν προς το κατώι. Εκεί, δίπλα στο τζάκι τους περίμενε το σαντούρι. «Για να δούμε παιδί μου τι θυμάσαι από εχθες». Το παιδί έπιασε τα πλήκτρα φοβισμένο κι άρχισε να παίζει. Μπερδεμένοι ήχοι μέσα από τις πολλές χορδές. Ο παππούς άκουγε και δεν μιλούσε. Οταν το παιδί τελείωσε, του είπε:
«Φίλιππε μου. Αυτό που προσπαθείς να παίξεις είναι ένα πολύ όμορφο τραγούδι. Γράφτηκε όμως με μεγάλη δυσκολία γιατί μιλάει για τον πόνο των ανθρώπων που έχασαν τη γη και το σπίτι τους. Και όταν παιδί μου χάσεις το σπίτι σου μέσα σε λίγη ώρα, όταν δεις τη γη σου να καίγεται και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, ο πόνος και η στεναχώρια γίνονται πέτρες ασήκωτες μέσα στη καρδιά και στην ψυχή σου, πληγές που δεν θα κλείσουν ποτέ. Θυμήσου το στίχο: εχε γεια, Παναγιά, τα μιλήσαμε, όνειρο ήτανε τα λησμονήσαμε. Φαντάσου λοιπόν παιδί μου πως ένιωσε αυτός ο άνθρωπος που έγραψε αυτά τα λόγια, τι λύπη γέμισε και πότισε τα χέρια του για να γράψουν τέτοια λόγια.
Και τώρα εμείς, εδώ, στη ζεστασιά του τζακιού, αν θέλουμε να είμαστε εντάξει με αυτό τον συνάνθρωπό μας, πρέπει να σεβαστούμε τη λύπη του και να παίξουμε σωστά το τραγούδι, να το ζήσουμε για λίγο κι εμείς. Γιατί μόνο έτσι θα καταλάβουμε πόσο πολύτιμοι είναι αυτοί οι ήχοι, που έμειναν τόσα χρόνια ζωντανοί και ήρθαν να μας βρουν. Ασε με να σου το δείξω».
Ο παππούς κάθησε στο σαντούρι, σήκωσε τα πλήκτρα με το λευκό σπάγγο στην άκρη κι άρχισε να παίζει. Το σπίτι σίγησε. Οι απαλοί ήχοι απλώθηκαν παντού σαν πρωινό φως. Ο παππούς είχε χαθεί στους ήχους του. Επαιζε για τον εγγονό του, για τη γη και την πατρίδα του. Για μια Ελλάδα που κάποτε έχασε και μια άλλη που ξαναβρήκε. Για ότι αγάπησε μα δεν πρόλαβε να ομολογήσει.
«Τι λες, θα ξαναπροσπαθήσεις;»
«Ναι», του έγνεψε ο μικρός Φίλιππος.
Κι έπαιξαν μαζί πολλές φορές. Για καιρό. Κι ο Φίλιππος μεγάλωνε. Κι όσο μεγάλωνε, μάθαινε να παίζει αυτό που αγαπάει, να πιστεύει αυτό που κάνει, να κατανοεί τι θα πει παράδοση, καταγωγή, αξία, πατρίδα. «Να θυμάσαι, να σέβεσαι, να μην ξεχνάς παιδί μου» του έλεγε ο γερο- Φίλιππος και τον αγκάλιαζε.
Μέχρι που ο παππούς αρρώστησε και τα χέρια του δεν τον άκουγαν. Επιασε τη γωνιά του και παρατηρούσε τους ανθρώπους. Αμίλητος. Μα όταν ο γιός του ο Πολύβιος, φώναζε στον φοιτητή πλέον Φίλιππο, τότε ο παππούς σηκωνόταν όρθιος και με τη μαγκούρα ψηλά έλεγε ν’ αφήσουν τον εγγονό του ήσυχο και να μην τον πιέζουν. Πάγωναν όλοι, μα ο νεαρός Φίλιππος χαιρόταν που είχε κάποιο σύμμαχο.
Κι ένα πρωί, ο παππούς δεν άνοιξε τα μάτια του. Ο τελευταίος ήχος είχε φύγει ψηλά. Ετρεχε προς την άγνωστη πατρίδα, στα ψηλά βουνά και τις φωτεινές πολιτείες. Χανόταν στις άκρες του Αιγαίου πελάγους. Στους χορούς και στα γρήγορα βήματα. Σε μουσικές που κύκλωναν πόλεις ολόκληρες. Μακρινές.
Επιστροφή. Στο φως του σήμερα.
Κοίταξε ξανά τη φωτογραφία του παππού με τη Δόμνα Σαμίου. Ευγενικές μορφές. Αγνές. Δοσμένες στην αλήθεια της προσφοράς, στο μόχθο και στην αγωνία να μείνει η Ιστορία όρθια, αλώβητη, αυτό που καθορίζει τις υπάρξεις μας. Μια ζωή ολόκληρη. Στη στέρηση, στην πίστη, στο καθήκον. Αξιοι.
Κάθισε στο κρεβάτι κι ακούμπησε στο σίδερο.
«Πέρασαν τόσα χρόνια. Τόσα σύνορα γράφτηκαν στο διαβατήριο, τόσες θάλασσες κολύμπησε το βλέμμα μου. Δε ρώτησα ποτέ τον εαυτό μου που ανήκω. Ισως γιατί δεν ήξερα. Εφυγα μακριά. Με πλάνεψε το φως. Γύρεψα γη και ουρανό. Αγγιξα την πέτρα και το χορτάρι ζητώντας τη φωνή τους. Τόσα χρόνια… Που ήταν η ταυτότητα μου; Που την ξέχασα; Γιατί την άφησα μέσα στη σκόνη και τη λήθη;
Γιατί σε ξέχασα παππού μου; Γέννησα ήχους ξένους στις πολιτείες που έμεινα. Μακρινούς και παράξενους. Πίστεψα πως κάνω κάτι νέο, μα δεν ήμουν «εγώ». Γελάστηκα από τα χειροκροτήματα. Κι όταν κατάλαβα το λάθος μου, σε θυμήθηκα.
Θυμήθηκα τα πλήκτρα στα χέρια σου. Τους ήχους και τα λόγια σου. Ονειρο ήτανε τα λησμονήσαμε. Αφησα τα μπράβο της ξένης γης και γύρισα. Στη γλώσσα και στην αφή. Στην αξία και στην αλήθεια. Στους ήχους που δεν πρόλαβες να μου διδάξεις. Στο φως που λυτρώνει το κορμί και το μυαλό. Τόσα χρόνια το γυρεύω, μα αλλού. Σε τόπους άλλους. Μακριά από το χώμα που πάτησες για μένα, από τα ψηλά κλαδιά που μαζί κοιτάξαμε, από το σιωπηλό σου βλέμμα που μου φώναζε «μα εδώ είναι η γη σου!».
Ο ήχος και το τραγούδι σου, ήταν ο πόνος. Του χωρισμού, του ξεριζωμού και της στέρησης. Οταν έπαιζες, τα χέρια σου έπαιρναν δύναμη από μια ψυχή γεμάτη θάλασσα και στεριά, ουρανό και βουνό, ποτάμι και δέντρα. Μια ψυχή που πάνω στα φτερά του αετού, μια λέξη ήξερε να λέει: Ελλάδα. Και μου το έδειξες. Με την υπομονή σου. Και τον πόνο που έκρυβες πίσω από το χαμόγελό σου. Γιατί έτσι γράφονται τα αληθινά τραγούδια: με πόνο. Κι έτσι τραγουδιούνται».
Στην πόρτα, στάθηκε ο γερο-Πολύβιος, ο πατέρας του. Κοιτάχτηκαν καλά. Πατέρας και γιός. Μια στιγμή στον αιώνιο χρόνο. «Φεύγουμε» είπε ο Φίλιππος.
Το θέατρο ήταν γεμάτο με κόσμο. Καθισμένοι παντού. Ο Φίλιππος ανέβηκε στη σκηνή. Κοίταξε την πρώτη γραμμή. Οι γονείς του. Απλοί άνθρωποι, δίχως τίτλους, προνόμια, παράσημα και βαθμούς. Ανοιξε τη θήκη με το σαντούρι. Κράτησε τα δυο πλήκτρα με τη κλωστή στην άκρη τους, κι άρχισε να παίζει.
Ηχοι αγκάλιασαν το χώρο και τους ανθρώπους. Τις καρδιές και τα δάχτυλα. Οι γέροι κράτησαν τις γυναίκες τους σφιχτά, σαν να τους έλεγαν «δεν θα σε αφήσω ποτέ». Οι νέοι κοίταξαν τις φίλες τους. «Μην αφήσουμε τη ζωή να φύγει» ψιθύρισαν.
Οι στίχοι έγιναν μνήμη. Να μην λησμονήσουμε. Να χτίσουμε νέες πατρίδες, να ορθώσουμε νέους ουρανούς, μα να μην λησμονήσουμε.
Ο τελευταίος ήχος σήκωσε το θέατρο όρθιο. Ο πολιτισμός, ο αληθινός πολιτισμός είναι εδώ. Και θα μείνει εδώ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.