ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΟΥΣΤΑΚΗ

«Τι ωραία, που ήταν στη λειτουργία μαμά! Όλες μου οι φίλες ήταν εκεί με τους γονείς τους».
Είχαν ήδη φτάσει στο σπίτι και η μικρή Πελαγία δεν έβαζε γλώσσα μέσα. Είχε ενθουσιαστεί με τη γιορτινή ατμόσφαιρα στην εκκλησία και στο σπίτι της.
Πρωτοχρονιά! Πωπώ! Πότε θα μεγαλώσει και εκείνη να φορέσει καπέλο σαν τη μαμά της και γούνα στο λαιμό!
Πολύ καμαρώνει, που έχει τόσο όμορφη μαμά. Και δεν το λέει μόνο η ίδια, όλοι το λένε. Σήμερα δεν χορταίνει να τη βλέπει. Ψηλόλιγνη και αεράτη, πηγαινοέρχεται μέσα στο σπίτι και φροντίζει και την τελευταία λεπτομέρεια για το μεσημεριανό τραπέζι. Φοράει ένα γαλάζιο μεταξωτό φόρεμα, που ντραπάρει στο στήθος και η φαρδιά ζώνη στη μέση τονίζει τη σιλουέτα της. Στο λαιμό φορούσε το καινούργιο κολιέ με διαμάντια, που της έκανε δώρο για τη καλή χρόνια, ο άνδρας της. Στα αυτιά φορούσε τα ασορτί σκουλαρίκια, παλαιότερο δώρο του, για το οποίο καμάρωνε.
Η μικρή Πελαγία είχε διπλή χαρά, επειδή είχε και τα γενέθλιά της, γεννήθηκε την πρώτη Ιανουαρίου του 1912. Ο πατέρας της κάθε χρόνο της έλεγε ότι ήταν «το καλύτερο Πρωτοχρονιάτικο δώρο της ζωής του».
Ο αδελφός της, ο Τζώρτζης, δυο χρόνια μεγαλύτερός της, την πείραζε και την φώναζε «μποναμά».
Το σπίτι ήταν γεμάτο μυρωδιές από τα φαγητά και τα γλυκά που είχαν ψηθεί από την προηγούμενη στην κουζίνα. Για σήμερα, μόνο το φαγητό είχε μείνει για να ετοιμαστεί.
Παίρνει βαθιές ανάσες. Το μαχλέπι από τη βασιλόπιτα και η βανίλια από τα σιροπιαστά γλυκά, γεμίζουν τα ρουθούνια της.
Το φαγητό σχεδόν κάθε χρόνο τέτοια μέρα είναι πάντα το ίδιο με μικρές παραλλαγές. Γουρουνόπουλο στο φούρνο με κυδώνια και ξερά δαμάσκηνα, γουρουνόπουλο μαγειρευτό με σέλινο, πάντα σουτζουκάκια σμυρνέικα με πράσινες τσακιστές ελιές και κόκκινο κρασί. Ο πατέρας τους άφηνε και τα παιδιά, να βάλουν μια γουλιά «για το καλό» στο στόμα τους. Εκείνη, έκλεβε και έπινε δυο μεγάλες γουλιές, της άρεσε το κόκκινο κρασί.
Όμως το αγαπημένο της ήταν το πιλάφι με κουκουνάρι, που όπως ήταν σερβιρισμένο έμοιαζε με άσπρο κέικ.
Πριν από το μεσημεριανό τραπέζι θα άνοιγαν τα δώρα τους. Ανυπομονούσαν τόσο πολύ, αυτή και ο αδελφός της, που ο πατέρας τους το κατάλαβε και αντάλλασε κρυφές ματιές με τη μάνα τους μήπως πρέπει να τους δώσουν τα δώρα λίγο νωρίτερα, για να τους βγάλουν από την αγωνία της αναμονής. Βέβαια, περιμένανε και την αδελφή της μαμάς, με τον άνδρα και τα δυο τους παιδιά. Ήτανε πολύ αγαπημένοι συγγενείς και σχεδόν οι μοναδικοί κοντινοί, στη Σμύρνη.
Τα παιδιά είχαν κολλήσει τα πρόσωπά τους στα παράθυρα του δρόμου για να τους δουν πρώτοι και να το αναγγείλουν. Το σπίτι τους ήταν μεγάλο και προνομιακό, βρισκόταν στο καλύτερο τμήμα του «κε» (quai ) αρκετά κοντά στην Αγία Φωτεινή.
Είχαν ετοιμάσει και τα δώρα ακόμα, που θα δίνανε στους θείους και τα ξαδέλφια τους, και θα παίρνανε και αυτοί τα δικά τους. Πέρυσι ο θείος της, της έκανε δώρο μια μεγάλη κούκλα, που ανοιγόκλεινε τα μάτια της και στον αδελφό της ένα ποδήλατο.
Ξαφνικά εκεί που ήταν κολλημένοι στο παράθυρο ακούνε τη φωνή του πατέρα τους να τους καλεί να πάνε κοντά του. Τότε η μαμά, τους έδωσε τα δώρα, τους έσφιξε στην αγκαλιά της και τους φίλησε στο μάγουλο. Ο πατέρας, αμέσως μετά τους έδωσε τα δικά του δώρα και τους φίλησε με στοργή στο μέτωπο.
Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Όσο και αν θέλανε να είναι κόσμιοι, όπως θα έπρεπε, σκίσανε γρήγορα-γρήγορα τα πακέτα και άρχισαν να χοροπηδάνε από χαρά.
Για εκείνη, ένα καροτσάκι για να πηγαίνει βόλτα τη κούκλα της, ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να φανταστεί. Το άλλο πακέτο ήταν ένα ολόχρυσο ρολόι με μπρασελέ, το πρώτο της. Η χαρά της ήταν απερίγραπτη. Έτρεξε και αγκάλιασε τη μαμά της με φόρα τόση, που κόντευε να τη ρίξει κάτω, την έσφιξε με στοργή. Μετά τρέχοντας πήγε και κάθισε στα γόνατα του πατέρα της και άρχισε να χοροπηδάει. Τι ευτυχία αλήθεια!
Ο αδελφός της, πιο συγκρατημένος, άλλωστε ήταν και μεγαλύτερος, ρώτησε αν μπορούσε μετά το φαγητό να φορέσει τη στολή ποδοσφαιριστή που του έκαναν δώρο, και ίσως του επέτρεπαν να βγει στην αυλή να δοκιμάσει και την καινούργια μπάλα ποδοσφαίρου, που του είχαν χαρίσει μαζί με τη στολή. Για το χρυσό ρολόι που του χάρισαν, δεν έδειξε την ίδια χαρά. Οι γονείς τους καταλαβαίνοντας τη λαχτάρα του, του έγνεψαν να κατέβει για λίγο στην αυλή μετά το φαγητό, όμως.
Η χαρούμενη ατμόσφαιρα, που επικρατούσε στο σπίτι, έγινε ακόμη πιο γιορταστική όταν φτάσανε ο θείος Νίκος με τη θεία Ελένη και τα ξαδέλφια τους.
Ανταλλάξανε τα δώρα και τις ευχές τους μικροί και μεγάλοι. Είπανε και κάποια πράγματα για τον Βενιζέλο και τον βασιλιά, που δεν μπορούσε να καταλάβει και δεν έδωσε και σημασία.
Μετά από λίγο κάθισαν στο τραπέζι, ο πατέρας έκανε μια πρόποση για την Ελλάδα, πάλι δεν κατάλαβε, και για ένα «Ευτυχισμένο Νέον Έτος» και πολλές πολλές ευχές για τη μοναχοκόρη του, που έκλεινε τα οκτώ της χρόνια.
«Πελαγία μου, χρόνια πολλά να τα εκατοστήσεις κόρη μου, και ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος 1920, έλα να τσουγκρίσουμε τα ποτήρια μας». Η Πελαγία τσούγκρισε πρώτα με τον πατέρα της και μετά με όλους τους άλλους.
Το χαμόγελό της, θαρρείς ότι είχε κολλήσει στο στόμα της και δεν μπορούσε να το κρύψει. Τόση χαρά δεν την χωρούσε ο νούς της!
«Κυρία Πελαγία, κυρία Πελαγία, ξύπνα! Σήμερα έχεις τα γενέθλιά σου, γίνεσαι εκατό χρονών, θα το γιορτάσουμε!»
Ήταν η φωνή της αγαπημένης της νοσηλεύτριας της Μαίρης, που σχεδόν δέκα χρόνια την φρόντιζε στον «Οίκο Ευγηρίας», που κατέληξε, ολομόναχη πια στον κόσμο.
Της διηγιότανε τη ζωή της , τις χαρές και τα βάσανα, πάντα με αξιοπρέπεια, και εκείνη την άκουγε υπομονετικά.
Η Μαίρη, μετά από λίγο κατάλαβε ότι, παρά τις προσπάθειές της, η κυρία Πελαγία δεν ξυπνούσε, μόνο ένα πλατύ χαμόγελο είχε χαραχτεί στα χείλη της, τέτοιο που μόνο σε ένα μικρό παιδί θα μπορούσες να δεις.
Ένα δάκρυ, κύλησε στα μάγουλά της.
«Καλό ταξίδι κυρία Πελαγία, σε είχα σαν μάνα μου!».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.