«Ετσι έχει η κατάσταση. Οφείλουμε όλοι να προσαρμοστούμε. Η πατρίδα κινδυνεύει».

Ο Σωκράτης κοίταξε από το παράθυρο τη σχολική αυλή. Μέσα από τις χαρούμενες και ανέμελες φωνές των μικρών παιδιών, θυμήθηκε τα λόγια του πατέρα του, που τα άκουγε συχνά όταν ήταν μικρός στην Κυπαρισσία. Η κατάσταση. Το ηθικό χρέος μας. Η πατρίδα και ο κίνδυνος.
Αυτός ο «κίνδυνος» που πάντα αιωρείτο πάνω από την πατρίδα. Μόνο χρώμα άλλαζε. Πότε «ερυθρός», πότε «γκρίζος και σκούρος». Ετσι βόλευε κάποιους τουλάχιστον. Αλλαζε το χρώμα του κινδύνου, η ουσία του όμως ποτέ. Κι ο λαός έμενε μετέωρος. Μέσα στη φτώχεια και στην ένδεια. Στα χρέη των αριθμών και στις εκπτώσεις των αξιών. Δεκαετίες χαμένες. Ως πότε άραγε…
Τόπος: Στροφάδες νήσοι. Νότια της Ζακύνθου. Μια ελάχιστη γη στην Ελλάδα του 21ο αιώνα. Δημοτικό σχολείο 8 παιδιών. Δάσκαλος: Σωκράτης Θ. Σχεδόν δυο χρόνια.
Πρόθυρα άνοιξης. Θάλασσα απέραντη. Πέλαγος ανοιχτό. Φως αιώνιο.
Ο Σωκράτης διάβασε την ανακοίνωση του υπουργείου. Ανάμεσα σε παραγράφους, διατάξεις, άρθρα και αποφάσεις, είδε το όνομα του στο τέλος. «Η σύμβασή σας δεν ανανεώθηκε. Παρακαλείστε όπως παραδώσετε τη θέση σας στον αντικαταστάτη. Οκτώβριος 2011».
Πέρασαν μήνες. Σιωπής ασήκωτης. Είσαι τόσο καιρό με αυτά τα παιδιά. Πως να τους πεις πως φεύγεις, πως δεν θα τα ξαναδείς; 8 παιδιά. 8 οικογένειες. Τόσες ψυχές, τόσες καρδιές χτυπούν εδώ. Τόσους μήνες που τα κοίταζε στα μάτια έβλεπε μια Ελλάδα ξεχασμένη. Οταν κοιτούσε τα σηκωμένα τους χέρια αλλά και την αγωνία τους να του απαντήσουν, έβλεπε το σπόρο της δημιουργίας που ξυπνούσε σ’ αυτά τα μικροκαμωμένα σώματα. Και χαιρόταν. «Κάτι κάνω κι εγώ», σκεφτόταν με ελπίδα. «Αν κάποτε με θυμούνται, ας είναι για καλό».
Πλησίαζε μεσημέρι. Οι νεραντζιές έστελναν τη μυρωδιά τους στη μικρή αίθουσα. Στο μαυροπίνακα, ανάμεσα σε αριθμούς και λέξεις, τα παιδιά με χρωματιστές κιμωλίες είχαν ζωγραφίσει μια ανθοδέσμη. Πέρασαν λίγα λεπτά περιφερόμενων ήχων και φωνών. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε κι εμφανίστηκε η μορφή του ηλικιωμένου διευθυντή. Οι δυο άντρες κοιτάχτηκαν. Το χθες και το σήμερα σε μια παράξενη συνύπαρξη. Αλλά και σε ένα σκοπό: να μάθουν γράμματα τα μικρά παιδιά. Για μια καλύτερη Ελλάδα.
«Κύριε Σωκράτη, αύριο θα είναι η τελευταία σας μέρα εδώ. Λυπάμαι ειλικρινά που φεύγετε. Ακόμη κι εγώ, που δεν κάνω εύκολα φιλίες ή συμπάθειες, πρέπει να σας πω πως νιώθω μέσα μου ένα κενό. Μείνατε τρείς μήνες απλήρωτος. Μα συνεχίσατε να διδάσκετε με ζήλο και προθυμία. Και είστε τόσο νέος. Πρώτος ερχόσασταν, τελευταίος φεύγατε».
«Διδάσκομαι κι εγώ κύριε διευθυντά. Μέσα από τα μάτια αυτών των παιδιών βλέπω τη ζωή μου, τις αξίες και τις αρχές μου. Προσπαθώ να τις κρατώ ψηλά. Εκεί που πρέπει να είναι, σε τέτοιους καιρούς. Οι καιροί ήταν πάντα δύσκολοι. Τώρα, κινδυνεύουν να γίνουν αδύνατοι. Δεν πρέπει να το επιτρέψουμε αυτό».
Βγήκαν στο προαύλιο. Πέρασαν ανάμεσα από τα παιδιά που παραμέριζαν μπροστά τους και πήραν το δρόμο της επιστροφής.
Ο Σωκράτης είχε έτοιμα τα πράγματά του. Δυο βαλίτσες με λιγοστά ρούχα και μερικά βιβλία. Πολλά τα είχε χαρίσει στους μαθητές του και στη βιβλιοθήκη του σχολείου. Στο τραπέζι είχε ξεχάσει κάποιες σκόρπιες σημειώσεις που έγραφε τους τελευταίους μήνες:
«Εδώ, σ’ αυτή την ερημιά, οι άνθρωποι μιλούν με τα μάτια. Αγαπούν μ’ ένα βλέμμα. Δέχονται, δίχως να ρωτούν. Γύρισα τόσες πολιτείες, μα αυτό δεν το ξαναείδα τόσο καθαρά όσο εδώ. Η απουσία του πλήθους δεν τους ενοχλεί. Δεν γυρεύουν τον κόσμο για να αθροιστούν μαζί του. Προτιμούν το θρόισμα του ανέμου μέσα στα φύλλα.
Το νερό είναι τόσο καθαρό και ο καφές τόσο γευστικός, που τα λόγια μου δεν με ακούνε. Και μένουν μέσα μου. Μα πάνω απ’ όλα, αυτά τα παιδιά. Με κοιτούν με τα μεγάλα μάτια τους, σαν να περιμένουν από μένα να τους δείξω τη ζωή. Μα η ζωή, είναι αυτά τα ίδια. Οι ζωγραφιές και τα παιχνίδια τους. Ο ιδρώτας στα κόκκινα πρόσωπά τους. Οι σάκες που κρατούν στα χέρια και η λύπη τους, όταν ρωτώ κάτι αλλά δεν μου απαντούν. Η ζωή κυλάει μέσα στα παιδιά αυτά. Πως να τα γελάσεις; Ποιόν κόσμο χτίζουμε γι’ αυτά; Δεν ξέρω. Ειλικρινά».
Λίγο πριν το σούρουπο, περπάτησε στο βουνό. Από ψηλά, η αύρα της θάλασσας κύκλωσε την ανάσα του. Μια μηχανότρατα πέρασε μπροστά του και σε λίγο χάθηκε. Ο επιούσιος, μέσα από τη θαλάσσια γη. Μια γη που ακόμη μας αγαπάει και μας προσέχει. «Γεια σου δάσκαλε!» ακούστηκε μια φωνή από μακριά. Ο Νώντας ο βοσκός επέστρεφε στο σπίτι του. Ατάραχος, γαλήνιος. Πόσα θέλει ο άνθρωπος για να ανασάνει…
Στο δωμάτιό του, τον περίμενε η κυρία Δωροθέα, η σπιτονοικοκυρά.
«Σας ετοίμασα φαγητό και λίγο κρασί, κύριε Σωκράτη» του είπε.
«Γιατί μπήκατε στον κόπο; Δεν ήταν ανάγκη» απάντησε εκείνος.
«Είστε δυο χρόνια εδώ. O γιός μου έμαθε να γράφει και να διαβάζει χάρις σε σας. Είμαι μια αγράμματη γυναίκα και δεν ήξερα να τον βοηθήσω. Εσείς τον μάθατε να ξεχωρίζει το καλό και το κακό. Μακάρι να σας μοιάσει».
«Μακάρι να γίνει καλύτερος από μένα κυρία Δωροθέα». Εκείνη τον κοίταξε με απορία και πήγε στην πόρτα.
«Σας ευχαριστώ κύριε Σωκράτη. Ειλικρινά σας ευχαριστώ» του είπε κι έφυγε.
Η νύχτα έπεσε στο μικρό νησί. Από μακριά ακούστηκε η φωνή του γκιώνη.
Δεν είχε ακόμη ξημερώσει. Εριξε με τη στάμνα λίγο νερό στο πρόσωπό του και ντύθηκε. Στην κουζίνα, τον περίμενε η Νίκη, η κόρη της Δωροθέας. Τον κοίταξε με τα πράσινα μάτια της. Ηταν λυπημένη. Κι αυτή η λύπη, έψαχνε τα λόγια της μήπως και μπορέσει να εκφραστεί, μήπως και βγεί στον αέρα, λευτερωθεί από το βάρος που τόσο καιρό την έτρωγε και καταφέρει να μιλήσει. Μα δεν μπόρεσε. Κι έμεινε βουβή. Πορφυρή νιότη, κυλάει σαν το αίμα ασυγκράτητη, βρίσκει τόσα λόγια με δύναμη, μα συχνά δεν βρίσκει τη δύναμη να φωνάξει «σ’ αγαπώ!». Η Νίκη κοιτούσε το Σωκράτη. Η γυναίκα, τον άντρα. Κάποια ελπίδα ξυπνούσε σ’ αυτά τα σώματα. Απερίγραπτη. Αγνωστη.
«Καλημέρα. Σας έφτιαξα καφέ» του είπε.
«Σ’ ευχαριστώ» απάντησε ο Σωκράτης. «Δεν σκοπεύω να σε ξεχάσω Νίκη. Δεν ξέρω που θα πάω, μα δεν σκοπεύω να σε ξεχάσω». Η Νίκη σάστισε, κι αμέσως τα όμορφα μάτια της φώτισαν.
Οταν έφτασε στο σχολείο, πήγε στο γραφείο του διευθυντή.
«Κύριε Σωκράτη, να σας γνωρίσω την αντικαταστάτριά σας, την κυρία Σ».
Ηλικιωμένη. Πρόσωπο καθαρό. Λίγο βλοσυρό. «Καλώς ήλθατε» της είπε.
«Θέλω τρία χρόνια για να βγώ στη σύνταξη. Αν προλάβω» είπε εκείνη.
«Καλή δύναμη να έχουμε».
Ολοι μαζί πήγαν στην αίθουσα. Οταν μπήκαν, τα 8 μοναδικά παιδιά του σχολείου, σηκώθηκαν αμέσως και έκατσαν προσοχή.
«Καθήστε παιδιά» είπε ο διευθυντής. «Κύριε Σωκράτη, θα πείτε δυο λόγια στα παιδιά;»
Ο Σωκράτης κοίταξε τα παιδιά ένα- ένα.
«Εζησα μαζί σας δυο χρονιές. Βαδίσαμε μαζί στο βουνό και στη θάλασσα. Πικραθήκαμε και χαρήκαμε. Μαζί. Και τώρα φεύγω. Οποια δύναμη μάζεψα, σε σας την οφείλω. Σε αυτό το «μαζί» που ζήσαμε. Γιατί πριν έλθω εδώ, δεν ήξερα τι θα πει πραγματική ερημιά, τι θα πει αληθινή αγάπη. Στα μικρά σας μάτια είδα μόνο φλόγες. Της ζωής, της αλήθειας, της δίψας για το ανώτερο, αυτό το ανώτερο που θα σας κάνει να ξεχωρίσετε. Αυτό που πάντα πρέπει να ζητάτε στη ζωή σας, να το κυνηγάτε και να το προσφέρετε σε όλο τον κόσμο, σαν φως και σαν ελπίδα. Σαν φως δημιουργίας και σαν ελπίδα ανθρώπων.
Γιατί αυτό πρέπει να είστε: άνθρωποι. Πέρα από πλούτη κι εξουσίες, κρατήστε την ανθρωπιά σας. Μεγαλώστε την όπως ταιριάζει στις αγνές σας καρδιές. Οπως ένα τραγούδι που αγαπάτε και συνεχώς σιγοσφυρίζετε, γιατί σας άγγιξε, σας καθόρισε και πορεύεται μαζί σας.
Αυτή η πατρίδα μας χρειάζεται όλους. Μην το ξεχάσετε ποτέ αυτό. Οπου κι αν πάτε, όποιους δρόμους κι αν βαδίσετε. Να θυμάστε τους γονείς σας, τη φύση και τα πρώτα σας βήματα. Αυτά θα σας ακολουθούν για πάντα. Κάνετε τη ζωή σας όμορφη και χρήσιμη. Είστε πλασμένοι να κοιτάτε ψηλά. Καλή αντάμωση».
Τα παιδιά χειροκρότησαν δυνατά. Οι φωνές τους γέμισαν την αίθουσα. Ο Σωκράτης κατέβηκε από την έδρα και όλοι μαζί, άφησαν την αίθουσα και περπάτησαν μέχρι το μικρό λιμάνι για να τον αποχαιρετήσουν. Τα παιδιά και οι γονείς τους. Ο δάσκαλος στο πλοίο. Αυτές οι στιγμές σταματούν τον χρόνο. Ορίζουν πάντα μια πορεία. Δίχως τέλος.


ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.