Τα δυο μικρά παιδιά στάθηκαν μπροστά στο ηρώο. Ενα ελάχιστο ηρώο που η ακοίμητη λακωνική γη έστησε για τα τέκνα και τους ανθρώπους της. Η άγρια πέτρα υποχωρεί. Το φως του απογεύματος αγκαλιάζει την απροσκύνητη μνήμη. «Της Μάνης και των πνευματικών παιδιών της αφιέρωμα», έγραφε η πινακίδα. Το παρελθόν θωρεί το παρόν αμίλητο. Μαζί στοχάζονται και ελπίζουν.
Οι νεανικοί ώμοι αυτών των δυο παιδιών κουβαλάνε ένα βαρύ φορτίο: να κατανοήσουν ένα κόσμο παράξενο, συχνά παράλογο και δίχως μέτρο. Ενα κόσμο μεγάλων που άλλοτε συμβουλεύουν κι άλλοτε διατάζουν. Και κάποιων πιο μεγάλων που, εις το όνομα του δικού τους «ανθρωπισμού» γκρεμίζουν, ανατρέπουν, συχνά σκοτώνουν και μετά χαμογελούν. Στο ταραγμένο μυαλό αυτών των μεγάλων λέξεις όπως «πείνα», «φτώχεια», «ανεργία» έρχονται τελευταίες ή δεν έρχονται καθόλου, αφού «το χρήμα», «η εξουσία» και «οι αγορές» ασκούν μέσα τους ηδονική ευδαιμονία. Κόσμος σύγχρονος, ψηφιακός, διαστημικός, με ίχνη αινιγματικά…
Η ώρα περνούσε. Τα παιδιά κοιτάχτηκαν και ήδη είχαν συμφωνήσει για την αυριανή μέρα. «Αυτή είναι η καλύτερη λύση. Η μόνη λύση» είπαν και επέστρεψαν στα σπίτια τους. Η 25Η ΜΑΡΤΙΟΥ ξημέρωνε.
Η Μυρσίνη είναι ένα όμορφο χωριό, κοντά στο Γύθειο. Οι λίγοι κάτοικοι του μοιράζουν τον αργό χρόνο τους ανάμεσα σε Γύθειο και Αρεόπολη, κι όταν σουρουπώνει, κοιτούν τα γερμένα από τον άνεμο κλαδιά των δέντρων μέσα από τη γυάλινη πόρτα του καφενείου, παίζουν χαρτιά με χαμηλωμένη φωνή και προσφέρουν κρασί στον άγνωστο διαβάτη που για λίγο θα σταθεί στον πέτρινο τοίχο για μια ανάσα.
Η σιωπή αυτών των ανθρώπων, μα και όλης της Μάνης, απλώνεται μέσα σου σαν νερό πηγής αστείρευτης. Αν κλείσεις τα μάτια σου μέσα σ’ αυτό το ατελείωτο τοπίο του βουνού, της πέτρας, του σύννεφου και της βροχής, αν αγγίξεις έστω και για λίγο το λιγοστό χορτάρι, τότε θ’ ακούσεις τους ψιθύρους της γης να κυκλώνουν την πονεμένη σου ψυχή, να γιατρεύουν τις «πολιτισμένες» σου πληγές και να σου δείχνουν ένα άλλο φως λυτρωτικό, έναν άλλο δρόμο που ήταν δίπλα σου μα δεν τον έβλεπες, μια ζωή που βιάστηκες να προσπεράσεις μα είναι ακόμη εδώ και σε καλεί. Ολα είναι εφικτά, αρκεί να παραδεχτείς τα λάθη σου και να τα αλλάξεις. Μπορείς. Μην διστάσεις.
Στο σχολείο της Μυρσίνης φοιτούν δυο συνομήλικα δεκάχρονα παιδιά. Ο Θάνος και ο Μίτια. Ελληνας ο Θάνος, Ρώσος ο Μίτια. Με τους γονείς του όμως ζει εδώ χρόνια και η κοινωνία τους έχει αποδεχθεί. Καλοί άνθρωποι οι γονείς του και ακούραστοι δουλευτές. Σιωπηλοί άνθρωποι. Ισως γιατί έχουν καταλάβει πως ο ξένος, είναι παντού ξένος. Το παιδί τους όμως μάθαινε τα ελληνικά γράμματα, και μέσα τους ήταν υπερήφανοι γι’ αυτό.
Ο Θάνος ήταν παιδί της υπαίθρου. Στον ελεύθερο χρόνο του χανόταν στις ρεματιές και στα βουνά ή έσπαγε τα ξερά κλαδιά με τις μυτερές πέτρες μαζεύοντας ξύλα για το τζάκι. Στα διαλείμματα του σχολείου μιλούσαν με τον Μίτια για την Ελλάδα, τη Ρωσία, τη θάλασσα. Η φαντασία τους έκανε διαδρομές ονειρικές. Παράξενη η μοναξιά τους στο ανοιχτό τοπίο. Και τα δυο παιδιά όμως αγαπούσαν τα γράμματα και προσπαθούσαν να μην στεναχωρούν τους γονείς τους. Οι οικογένειες τους ήταν φτωχές. Το ίδιο και η χώρα που ζούσαν.
Ο δάσκαλος τους, έβλεπε και αυτός την Ελλάδα και απορούσε. Κάπως αλλιώς τα φαντάστηκε τα πράγματα όταν ορκιζόταν πως θα διδάξει νέα παιδιά. Και τώρα, μέσα σε μια κρύα αίθουσα είχε μπροστά του δυο μικρές ψυχές, φερμένες από κόσμους διαφορετικούς που η μοίρα τους έβαλε να κάθονται στο ίδιο θρανίο, να ακούνε ιστορίες ενδόξων προγόνων, να μιλούν για αξίες ξεχασμένες και να λύνουν προβλήματα αριθμών αλλά όχι ανθρώπων. Τα δυο παιδιά τον κοιτούσαν κάθε πρωί στα μάτια, κι εκείνος έπρεπε να κάνει το καθήκον του. Να μορφώσει τις ψυχές τους, να ελευθερώσει το μυαλό και την καρδιά τους, να τα διδάξει το ανθρώπινο. Χρέος μεγάλο και ιερό.
Το μεγάλο δίλημμα όμως ήταν εδώ: στην αυριανή παρέλαση που θα γινόταν στο προαύλιο του σχολείου, έπρεπε να κυματίσει η ελληνική σημαία. Τα δυο παιδιά ήταν ισόβαθμα. Καλοί χαρακτήρες και υπάκουοι μαθητές. Ποιός λοιπόν θα σήκωνε τη σημαία, μπροστά στους λίγους κάτοικους της Μυρσίνης; Ο Ελληνας ή ο «ξένος»;
Οταν τα παιδιά τον ρώτησαν, εκείνος τους είπε πως θα τους απαντήσει αύριο. Εκείνα αμέσως κατάλαβαν τη δύσκολη θέση του. Στους γονείς τους δεν είπαν τίποτα. Είχαν κι εκείνοι τα δικά τους. Κι έτσι, αποφάσισαν να λύσουν το θέμα μόνα τους. Η ζωή ευνοεί τις πρωτοβουλίες. Αρκεί να έχουν βάσεις αγνές. Ο,τι φαντάζει σαν αντίθεση, σε χέρια ικανά και μυαλά ανοιχτά γίνεται συμφωνία ανθρώπων.
Εβγαλαν τις καλές τους στολές αποβραδίς, γυάλισαν τα μισοφθαρμένα σκούρα παπούτσια και ξάπλωσαν. Η μονότονη φωνή του γκιώνη έπαιρνε την κούραση μακριά, πολύ μακριά. Αυτές οι δυο ψυχές έγραφαν το μέλλον τους σε μια χώρα με σπασμένη πυξίδα.
Το πρωί, το χωριό είχε μαζευτεί στο προαύλιο. Σημαιούλες ελληνικές ήταν κρεμασμένες στα παράθυρα αλλά και στα χέρια των κατοίκων. Η μικρή κοινωνία είχε την ίδια απορία με το δάσκαλο. Οι εποχές που ζούμε είναι παράξενες. Ενα φυτίλι αρκεί για μια μαζική και ανεξέλεγκτη πυρκαγιά, ικανή να γεννήσει μίση και πάθη αγεφύρωτα, να υψώσει τείχη αδιαπέραστα, φανατισμούς ανεξήγητους. Οι ψυχές συχνά είναι απρόβλεπτες και διοικούνται από ανθρώπους ακατάλληλους, δυνάστες και τυφλούς εξουσιαστές.
Η μέγιστη ελπίδα στο «ατέρμονο τίποτα» είναι τα παιδιά. Αν κάτι περισώσουν είναι οι αξίες που οι ενήλικοι «παντογνώστες» φρόντισαν με τα αξιώματα και τη στενοκεφαλιά τους να ποδοπατήσουν: ελευθερία, δημοκρατία, ισονομία, σκέψη και πράξη καθαρή, κοινωνική προσφορά, αλληλεγγύη.
Και το μέλλον, τώρα ήταν παρόν: o Θάνος και ο Μίτια, φορώντας τις καλές τους στολές, αυτές που οι φτωχοί γονείς τους με κόπο είχαν αγοράσει, με την ελεύθερη ψυχή τους αλλά και με σεβασμό στην ιερότητα της ημέρας έμπαιναν στο ανοιχτό προαύλιο κρατώντας ο καθένας από μια μεγάλη σημαία ελληνική στα χέρια τους. Περπατούσαν δίπλα- δίπλα, στην ίδια σειρά, με βήμα παρέλασης. Στάθηκαν μπροστά στον έκπληκτο δάσκαλο σε στάση προσοχής. Οι κάτοικοι είχαν μείνει άφωνοι.
Ο δάσκαλος έβαλε τη σφυρίχτρα στο στόμα του, και με ένα φως στα σχεδόν βουρκωμένα του μάτια στάθηκε δίπλα στα παιδιά κι άρχισε να δίνει τόνο στο βήμα τους.
Τα δυο παιδιά έκαναν ένα μεγάλο κύκλο στο προαύλιο του σχολείου, κρατώντας τις σημαίες ψηλά, μέσα σε χειροκροτήματα. Οι ηλικιωμένοι, αυτοί που ήξεραν καλά μέσα τους τι θα πει στέρηση ελευθερίας, σήκωσαν ψηλά τα ισχνά τους χέρια και φώναζαν «ζήτω!».
Το εθνικό σύμβολο κυμάτιζε στον λακωνικό αέρα.
Η Ελλάδα γιόρταζε την 25η ΜΑΡΤΙΟΥ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.