γράφει ο Γιώργος Παπαγεωργίου, οικονομικός αναλυτής

[divider]

Το μήνυμα από τους δανειστές ότι «προτιμούν» η Ελλάδα να λάβει προληπτική γραμμή στήριξης ήταν η κατάλληλη αφορμή για να αφηνιάσει το σύστημα των αγορών και να στείλει στα ύψη τις αποδόσεις (επιτόκια) των ομολόγων της, αλλά και άλλων χωρών της ευρωπαϊκής περιφέρειας.

Η κυβέρνηση είδε, έτσι, να πέφτει στο κενό η απόπειρά της να αποδεσμευτεί από το μνημόνιο και αναγκάστηκε -μέσα σε μια μέρα- να υποχωρήσει, αποδεχόμενη το γεγονός ότι θα χρειαστεί κάποιας μορφής στήριξη.

Η συζήτηση για έξοδο από το μνημόνιο μπορεί να προσφέρεται για πολιτική σπέκουλα, αλλά είναι αμφίβολο ότι γίνεται επί της ουσίας. Ουδείς πιστεύει πραγματικά ότι η Ελλάδα έχει αφήσει πίσω της την κρίση ή ότι πρόκειται για success story – ούτε καν όσοι τα λένε.

Είναι επίσης αδύνατον να φανταστεί κάποιος ότι η Ευρωζώνη θα δεχτεί νέα ελάφρυνση του χρέους για την Ελλάδα χωρίς να διατηρήσει έλεγχο επί της οικονομίας και της πολιτικής.
Για να γίνει οτιδήποτε -από οποιαδήποτε κυβέρνηση- θα χρειαστεί διαπραγμάτευση με τους εταίρους.

Φάνηκε, όμως, ότι οι περιορισμοί είναι μεγάλοι και από την πλευρά των αγορών που δεν αφήνουν περιθώρια για απόκλιση από την ατζέντα της λιτότητας και το νεοφιλελεύθερο δόγμα που επικρατούν τα τελευταία χρόνια στην Ευρωζώνη.

Πιθανόν η κυρία Ανγκελα Μέρκελ να πιστεύει ότι τη δικαιώνει η νέα άνοδος που σημειώνουν οι αποδόσεις των ομολόγων όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην Ισπανία και την Ιταλία, ερμηνεύοντάς την ως απόδειξη του ότι οι αγορές απαιτούν δημοσιονομική πειθαρχία και τάξη.

Η Γερμανία άλλωστε επιμένει φανατικά στις πολιτικές λιτότητας και η άνοδος των επιτοκίων δυσκολεύει τις κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Ιταλίας, οι οποίες αμφισβητούν το γερμανικό δόγμα.

Η επιτήρηση των αγορών έχει ενταχθεί στη λογική της Ευρωζώνης από την εποχή του Μάαστριχτ, όταν ύστερα από γερμανική επιμονή υιοθετήθηκε και το κριτήριο των επιτοκίων (μαζί με το χρέος και το έλλειμμα), με το σκεπτικό ότι ο καλύτερος μηχανισμός για να επιβάλεις πολιτικές είναι εκείνος της αγοράς.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι ισχυροί της Ευρωζώνης αρκετές φορές χρησιμοποίησαν τις αγορές για να επιβάλουν εξελίξεις. Το έκαναν το 2012 όταν αξιοποίησαν την πίεση για να τεκμηριώσουν την απειλή περί εξόδου από το ευρώ. Το κάνουν και τώρα για να πιέσουν την κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου να μείνει εντός τροχιάς, αλλά και για να δείξουν ότι τα περιθώρια διαφορετικής πολιτικής από μια πιθανή νέα κυβέρνηση δεν υπάρχουν.

Ισως κάποιοι να πιστεύουν ότι εάν αύριο συμμετάσχει στην εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα καταφέρει να αλλάξει γραμμή, αφού οι αγορές θα φέρουν την καταστροφή. Αυτό είναι άλλωστε το «τρομοκρατικό» επιχείρημα  που αρχίζει να διακινείται καθώς μπαίνουμε σε μια απροσδιόριστης διάρκειας προεκλογική περίοδο.

Ωστόσο ουδείς μπορεί να θέσει το τέρας των αγορών υπό έλεγχο κι αυτό φάνηκε και στις προηγούμενες φάσεις της κρίσης.

Μια χώρα μόνη της είναι ανίσχυρη μπροστά στον τεράστιο όγκο των κεφαλαίων που διακινούνται καθημερινά.

Μόνο η Ευρωζώνη έχει το μέγεθος και τη δύναμη να αντιμετωπίσει τις δυνάμεις της αγοράς, εφόσον όμως τις αντιμετωπίσει ως ενιαία οικονομική δύναμη, με ευρωομόλογα και ισχυρό κοινό προϋπολογισμό.

Αντί όμως η Ευρώπη να προχωρήσει με αυτά τα βήματα σε ένα new deal για να βγει από το τούνελ της ύφεσης, οδεύει προς τη δεύτερη φάση της κρίσης επαναλαμβάνοντας τα ίδια λάθη.

[divider]

Πηγή:  newmoney.gr 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.