«Να υποτάσσεσαι; Ολο να υποτάσσεσαι; Τότε τι θα ήταν ολάκερη η ζωή; Ενα αγώνισμα καρτερίας; Γι’ αυτό μας έστειλαν εδώ χάμου; Για να μας πικραίνουν και να μας αναγκάζουν να καρτερούμε; Πόσο φριχτές θα πρέπει να είναι οι επόμενες μέρες, αν έτσι έχει οριστεί η ανθρώπινη μοίρα!»
Ι.Μ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, «ΑΣΤΡΟΦΕΓΓΙΑ»

«Αντε πριγκιπέσσα μου, λίγο ακόμα και φτάσαμε!» είπε ο Στράτος με τη βραχνή φωνή του, καθώς άλλαζε ταχύτητα στο μικρό φορτηγό του.
Δύσκολη η ανηφόρα μέχρι την Εγκλουβή. Παλιό το φορτηγό του Στράτου, μα όταν είσαι 25 χρονών και το λέει η καρδιά σου, δεν σε σταματάει τίποτα. Ούτε τα παλιά ανταλλακτικά που ήθελαν αλλαγή στη μηχανή, ούτε ο μισογκρεμισμένος και γεμάτος λακούβες δρόμος της Ευρωπαικής Ελλάδας που τώρα στεκόταν μπροστά του, ούτε η βροχή που εδώ και μέρες δεν είχε σταματημό. Η αγάπη καταργεί εμπόδια, δισταγμούς και αρνήσεις και πάντοτε νικάει. Κι ο Στράτος αγαπούσε τη δουλειά του, μα πάνω από όλα αγαπούσε τη Λευκάδα, το νησί του. Γι’ αυτό κι έμεινε εδώ.
Ορφανός από παιδί, δίχως αδέρφια. Δεν έζησε το παιδικό παιχνίδι ούτε την ελευθερία της ξεγνοιασιάς. Δούλευε από μικρός, αλλά αγαπούσε και τα γράμματα. Μεγάλωσε με τον αδελφό του πατέρα του. Αυστηρός αλλά τίμιος και δίκαιος. «Να είσαι υπερήφανος. Να μην ανέχεσαι να σε προσβάλλουν. Η δύναμή σου είναι τα χέρια και το μυαλό σου. Με τα χέρια να κοπιάζεις. Με το μυαλό να πολεμάς. Ν’ αγαπάς τους ανθρώπους και τον τόπο σου. Οπου και να είσαι, μην τον ξεχνάς». Σπουδαίες κουβέντες, πολύτιμες συμβουλές που ο Στράτος πάντα κουβαλούσε μέσα του.
Tα βιβλία ήταν το καταφύγιο του. Ο αστείρευτος κόσμος της Ελληνικής λογοτεχνίας, το απροσμέτρητο σύμπαν της Ελληνικής ψυχής που δοκιμάζεται καθημερινά μπροστά στα πυρωμένα βέλη των πειρασμών και των σειρήνων. Αυτό το καιρό διάβαζε την ΑΣΤΡΟΦΕΓΓΙΑ του Ι.Μ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ.
Η συγκλονιστική μορφή του κεντρικού ήρωα, του Αγγελου Γιαννούζη, τον κρατούσε ξύπνιο μέρες ολόκληρες. Η ιστορία μιας εφηβείας που σαρώνεται από τα πάθη του χρόνου και της σάρκας, από τα μολυβένια σύννεφα της ιστορίας και του πολέμου. Ο άγρυπνος μα ατελέσφορος έρωτας του Αγγελου για τη Δάφνη Χριστοφίλη, η δοκιμαζόμενη φιλία του με τον πλούσιο Νίκο Στέργη, η αρρώστια που σιγόκαιγε μια Αθήνα ολόκληρη. Απίστευτοι διάλογοι, τραγικές μορφές, βαπτισμένες σε μια ζωή δραματική. Η μοίρα αυτής της πατρίδας γραφόταν πάντα με αίμα.
Ολα αυτά έκαιγαν την ψυχή του Στράτου, γιατί κάπου μέσα του έβλεπε πως το παρόν μοιάζει εφιαλτικά με εκείνο το παρελθόν που διάβαζε σ’ αυτές τις σελίδες. Ανεργία, φτώχεια, δυστυχία, πείνα, αγνοί άνθρωποι μα ξεγελασμένοι, στα όρια τους. Τότε, και τώρα. Κι αυτό τον πίκραινε. Μα συνέχιζε το διάβασμα. Ο Αγγελος του βιβλίου, είχε σφηνωθεί μέσα του. Σαν πληγή αλλά και λύτρωση. Σαν οξυγόνο αλλά και σαν υπενθύμιση για όλη του τη ζωή.
Η «πριγκιπέσσα», το φορτηγό του, ήταν γεμάτη από την περίφημη φακή της Εγκλουβής. Η σοδειά φέτος ήταν καλή, κι ο Στράτος, σχεδόν όλη μέρα μετέφερε σακιά στα μαγαζιά της Χώρας αλλά και στο λιμάνι για Ιθάκη και Αργοστόλι. Τους τελευταίους μήνες τα χέρια του μουδιάζανε συχνά από τους πόνους, μα δεν τον ένοιαζε. Το φορτηγό του ήταν χρεωμένο στην τράπεζα κι έπρεπε να το εξοφλήσει, αλλιώς ήταν χαμένος. Αν το έχανε, η ζωή του θα τελείωνε. Χαμογελούσε όμως, και δούλευε συνεχώς έστω και με λειψά μεροκάματα.
Για χρόνια, δεν είχε φύγει από τη Λευκάδα. Τα καλοκαίρια βουτούσε στην παραλία της Βασιλικής ή του Αγιου Νικήτα. Αυτές ήταν οι διακοπές του. Μέχρι να πάψει να χρωστάει στην τράπεζα που συνεχώς τον πίεζε. Οι μνημονιακοί καιροί που ζούσε, το σταδιακό ξεπούλημα της Ελλάδας από τους προδότες πρώην εθνοσωτήρες, οι λοιδωρίες και η χλεύη των Ευρωπαίων εταίρων τον εξόργιζαν. Τόσα χρόνια χαμένα λοιπόν γι’ αυτή τη χώρα. Μέσα στα ψέμματα και στις απάτες των αρχόντων. Στις ανύπαρκτες συνειδήσεις όσων ορκίστηκαν «να φυλάττουν πίστη εις την πατρίδα…»
Στη ευθεία, αντίκρισε το ζωηρό χαμόγελο της Σοφούλας. Εσβησε τη μηχανή, άρπαξε δυο σακιά φακές και τα άφησε στο ψυγείο του μπακάλικου, μπροστά στο βλοσυρό βλέμμα του πατέρα της. «Κυρ- Στέλιο, έφερα και τα τιμολόγια της προηγούμενης εβδομάδας» του είπε. «Γράφτα και θα σου πώ» απάντησε ο κυρ- Στέλιος. Γράφτα… Τώρα τελευταία την άκουγε συχνά αυτή τη φράση. Ο κόσμος όμως υπέφερε.
Επέστρεψε στο φορτηγό. Κοίταξε το δροσερό πρόσωπο της Σοφούλας που στεκόταν στην πόρτα του μαγαζιού. Μια ελπίδα φτερούγισε μέσα του. «Ποιός ξέρει…» σκέφτηκε κι έβαλε μπρος.
Μέχρι το βράδυ είχε παραδώσει 10 σακιά φακές και 5 δέματα ρίγανη. Δεν ένιωθε τη μέση του όταν ξάπλωσε, μα ήταν ικανοποιημένος. Το πρωί, θα περνούσε από την τράπεζα να ζητήσει μια μικρή παράταση στο δάνειο. Ο Μορφέας του έκλεισε τα μάτια. Με ελπίδες άγνωστες.
Ο πρωινός ήλιος έλουζε το πρόσωπό του, καθώς έμπαινε στην τράπεζα. Αλλος κόσμος. Ψηφιακός. Ο διευθυντής μόλις είχε τοποθετηθεί εκεί. Ακριβό κοστούμι, στρογγυλά γυαλιά, βλέμμα εξεταστικό. Τα συμφέροντα της τράπεζας πάνω από όλα. Με κάθε κόστος. Το απαιτούσαν οι καιροί, η τρόικα, οι ευρωπαίοι εταίροι και κερδοσκόποι, όλοι όσοι ψηφίζουν κεκλεισμένων των θυρών και των καρδιών τους. «Αδύνατον αγαπητέ μου. Καμία παράταση. Πρέπει να φροντίσετε άμεσα, αλλιώς το όχημα σας θα κατασχεθεί. Τέλος. Ο επόμενος;»
Ο ήλιος έγινε μουντός. Σύννεφα έπνιξαν το βλέμμα του.
Η «πριγκιπέσσα» τον περίμενε σε μια γωνιά του δρόμου. Σαν να είχε καταλάβει κι εκείνη από το πικραμένο του βλέμμα. Η βροχή ξανάρχισε ριπίζοντας το νεανικό πρόσωπο του Στράτου. «Καμία παράταση… Και τώρα;» σκέφτηκε καθώς επέστρεφε στην Εγκλουβή, άδειος, χωρίς πνοή.
Ηταν μεσημέρι. Ο Στράτος καθόταν κάτω από το μεγάλο πλάτανο κι άκουγε το σιγανό ρυάκι που περνούσε δίπλα του. Ο αέρας έπαιρνε τα φύλλα μακριά.
«Στρατή τι έχεις;». Σήκωσε τα μάτια του και είδε το όμορφο πρόσωπο της Σοφούλας που αθόρυβα τον είχε πλησιάσει. Της εξήγησε. Η Σοφούλα ήταν δικός του άνθρωπος. Πονετική κοπέλα. Κι αυτή δούλευε από μικρή στον πατέρα της κι ήξερε καλά τι θα πει φτώχεια. Πραγματική φτώχεια. Κάθισε δίπλα του. «Μην λυπάσαι. Κάτι θα γίνει. Κάνε κουράγιο» του είπε κι έφυγε.
Στο δωμάτιο του έκανε κρύο. Η άνοιξη δεν είχε μπεί ακόμη. Εριξε δύο ξύλα στη σόμπα και αποκαμωμένος ξάπλωσε με τα ρούχα. Από το παράθυρο έβλεπε τις σταγόνες της βροχής να κυλάνε στο σύρμα και να χάνονται στο χώμα. Ζεστός χώρος, κρύα καρδιά.
Πέρασαν ώρες. Μια ξαφνική βουή τον ξύπνησε. Η πόρτα χτύπησε δυνατά. «Στρατή. Άνοιξε!» ακούστηκε απ’ έξω. Ανοιξε την πόρτα, κι αντίκρισε σχεδόν όλο το χωριό. Νέοι, γέροι, μικρά παιδιά τον κοιτούσαν όλοι αμίλητοι. Τότε από το πλήθος, βγήκε μπροστά ο πατέρας της Σοφούλας και του είπε:
«Στρατή. Είσαι ντόμπρο παιδί. Ολοι σε αγαπάμε κι εκτιμούμε αυτό που τόσα χρόνια κάνεις. Μας έχει φερθεί εντάξει και δεν το ξεχνάμε. Τώρα ήρθε η ώρα να σου το δείξουμε». Ο κυρ- Στέλιος άφησε στα χέρια του ένα φάκελο. «Τόσα μπορέσαμε να μαζέψουμε. Ντροπή να σου πάρουν το αμάξι σου. Θα δουλέψεις και θα μας τα δώσεις όταν και όποτε μπορέσεις».
Ηταν το ποσό που χρωστούσε. Ο Στράτος χλώμιασε, καθώς τους κοιτούσε στα μάτια. Ολοι τον πλησίασαν και τον αγκάλιασαν. «Είμαστε εδώ. Εμείς για σένα. Εσύ για εμάς» του είπαν. Δεν άντεξε και δάκρυσε. «Σας ευχαριστώ όλους. Ευλογημένοι να είστε», είπε.
«Πρωί πρωί στην τράπεζα λεβέντη μου» είπε ο κυρ- Στέλιος, και σιγά- σιγά άρχισαν να φεύγουν.
Και ήρθε το πρωί. Παρέλαβε το χαρτί εξόφλησης από τον έκπληκτο διευθυντή της τράπεζας, κι έφυγε για να ανασάνει αέρα. Τον αέρα του βουνού, της φύσης, κι όχι του κλιματιστικού και της αριθμομηχανής. Τον αληθινό αέρα της ζωής.
Στην πλατεία συνάντησε τη Σοφούλα. Την αγκάλιασε δυνατά και της φίλησε τα χέρια. «Μάτια μου…» είπε με νόημα. «Η ζωή είναι δική μας. Η κοινή μας ζωή ψυχή μου». Ηταν η σειρά της Σοφούλας να δακρύσει. Μα ήταν δάκρυα ελπίδας. Ελπίδας νέων ανθρώπων.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.