Αγαπητέ μου πατέρα,

Ο Ιβηρικός αέρας φυσάει δυνατός και με κρατάει ξύπνιο. Εχουμε ακόμα πολλές ώρες για το ξημέρωμα και πρέπει ν’ αντέξω. Μόλις φόρεσα μια καινούργια λευκή στολή και το λεπτό άρωμα της λεβάντας χαιδεύει την ψυχή μου. Αυτή την ώρα δεν έχουμε πολλούς ασθενείς. Ολοι κοιμούνται σαν παιδιά, εκτός από μια ηλικιωμένη κυρία. Μέρες την παρακολουθώ να έχει τα μάτια της ανοιχτά. Οποτε με κοιτάει, μου λέει «POR FAVOR, POR FAVOR..», μα τίποτε άλλο. Αδύναμη η καρδιά της. Της μιλάω, της κρατάω το χέρι, αλλά εκείνη μου χαμογελάει συνεχώς. Δεν έχει κανέναν η κακομοίρα. Τόσες μέρες μόνη, σ’ αυτή τη κλινική της Βαρκελώνης, κι ένας άνθρωπος δεν ήρθε να την δει. Ξένη. Μόνη.
Ξένος κι εγώ πατέρα μου. Μέσα σε μια Ευρώπη πολυεθνική. Εμαθα τη γλώσσα τους. Μα οι καταστάσεις με κάνουν να αισθάνομαι ξένος. Τώρα καταλαβαίνω τι εννοούσε ο θείος Πολύκαρπος όταν γύρισε από την Αμερική. Τότε τον άκουγα στον ύπνο του να παραμιλάει και να λέει «YOU GREEK, AWAY…», μα ήμουν μικρός και το μόνο που μ’ ένοιαζε ήταν οι πολύχρωμες τσιχλόφουσκες που μου είχε χαρίσει με τα περίεργα σχήματα και τη μυρωδιά της φράουλας.
Αμερική… Τόσο μακριά… Καμιά φορά από το μπαλκόνι μου τις νύχτες αντικρίζω τα φώτα των καραβιών που φεύγουν στον Ατλαντικό. Φορτωμένα μ’ εμπορεύματα, όνειρα, ελπίδες, καημούς ανείπωτους. Αν αυτά τα καράβια μπορούσαν να τραγουδήσουν, θ’ ακούγαμε το πιο γλυκό τραγούδι που έγινε ποτέ. Γιατί ό,τι είναι ποτισμένο με καημό, είναι καταδικασμένο να τραγουδάει. Ο πόνος της καρδιάς, η πίκρα του χωρισμού, η ελπίδα της αντάμωσης. Ζωές ολόκληρες, γενιές σιωπηλές μας κοιτούν σ’ ασπρόμαυρες φωτογραφίες, χαμένες στο χρόνο, γυρεύουν από μας την κατανόηση που ποτέ δεν είχαν.
Ποιός ρώτησε άραγε αυτούς τους ανθρώπους πως ένιωθαν τόσα χρόνια σε χώματα ξένα; Ποιά πατρίδα κουβαλούσαν μέσα τους, πόσα «σ’ αγαπώ» έπνιξαν μέσα σε στοές κι εργοστάσια; Τι ήταν για μας άραγε; Μια ύπαρξη ή ένα πορτοφόλι; Καταλάβαμε άραγε τη ψυχή τους ή απλώς περιμέναμε το συνάλλαγμα;
Νιώθω πως πατώ στα χνάρια τους. Ένα παράξενο νήμα με δένει μ’ αυτούς τους ανθρώπους, κάθε φορά που ακούω γνώριμη μουσική, κάθε φορά που βλέπω τη γαλανόλευκη να κυματίζει στο προξενείο μας, κάθε φορά που κάποιος ντόπιος μου λέει «YA SOU!» με την καρδιά του.
Η ζωή κυλάει περίεργα εδώ. Η Ισπανία έχει κι εκείνη άπειρα προβλήματα. Βαρύ το καθήκον όσων την κυβερνούν. Βλέπω τα πρόσωπά τους στην τηλεόραση. Ιδια αγωνία με τη δική μας. Ιδιο άγχος. Κι αν οι γλώσσες διαφέρουν, η ανθρώπινη έγνοια σπάει φραγμούς και σύνορα και απλώνεται παντού. Εστω και σε αυτή τη διχασμένη ήπειρο που έχει χάσει το βηματισμό της.
Μα είναι δύσκολα τα πράγματα, και οι προθέσεις δεν φτάνουν. Κάθε πρωί στη στάση του λεωφορείου, τα σκυθρωπά πρόσωπα των ανθρώπων γυρεύουν λίγη γη, λίγο φως. Οι ψυχές τους έχουν κουραστεί. Δουλεύουν μια ζωή και δεν έχουν χαρεί τίποτα. Κατανοούν πόσο δύσκολες και κρίσιμες είναι οι εποχές, μα στο βλέμμα τους κυκλοφορεί μια παράξενη απειλή. Για τα παιδιά τους, την εργασία τους, το σπίτι τους. Γιατί όλοι αυτοί οι άνθρωποι πατέρα μου, δεν πήραν δάνεια για να πάνε διακοπές και να κάνουν φιγούρα στο γείτονα, ούτε για να αγοράσουν αυτοκίνητο. Αγωνίζονται για να φτιάξουν τα σπίτια των παιδιών τους, να μορφώσουν το πνεύμα και την ψυχή των παιδιών τους, πιστεύουν και ζητούν μια κοινωνία ανθρώπων αλληλέγγυων κι όχι αποθηριωμένων.
Τόσα χρόνια προσπαθούν, για ένα αύριο καλύτερο. Το αύριο ήρθε και είναι εδώ. Ομως τώρα, βλέπουν τις ουρές των ανέργων και φεύγουν γρήγορα, από ντροπή που εκείνοι έχουν εργασία. Βλέπουν τη φτώχεια στους δρόμους και λυπούνται. Τους άστεγους να πηγαίνουν στα αστυνομικά τμήματα και να ζητούν να κοιμηθούν σε κάποιο κελί επειδή το κρύο του δρόμου είναι αβάσταχτο. Τα βλέπουν όλα αυτά, κι εγώ μαζί τους.
Στο μυαλό μας μια σκέψη υπάρχει. Να βοηθήσουμε όλους τους ανθρώπους. Εστω και μ’ ένα πιάτο φαγητό. Θα ανακουφιστούν για λίγο και θα πάρουν κάποιο θάρρος. Γιατί αυτή η ανηφόρα είναι πολύ μεγάλη. Δεν είναι μόνο τα χρήματα που λείπουν. Αυτά έρχονται τελευταία. Αυτό που λείπει είναι οι αξίες μας. Οι χαμένες μας αξίες που η λάμψη της ματαιοδοξίας μας έκανε να ξεχάσουμε κάπου. «Παν μέτρον άνθρωπος» μου έλεγες όταν ήμουν μικρός. Κι εγώ το ξέχασα, πατέρα μου. Κι έβαλα μπροστά τον εγωισμό μου μήπως και κερδίσω. Αλλά ήμουν μικρός και δεν σε καταλάβαινα.
Αυτό ήταν το λάθος μου. Αυτός που βγαίνει πρώτος, δεν κερδίζει πάντα. Η συμμετοχή, η πορεία, η συνέχεια και η παρουσία μπορούν να κάνουν τη διαφορά. Με τον τρόπο σου, μ’ έκανες να το καταλάβω, όταν ήμουν φοιτητής. Και να αλλάξει η ζωή μου. Να κατανοήσει, πως τα σύνορα είναι μια ψευδαίσθηση. Αυτό που μετράει είναι η καρδιά των ανθρώπων. Οταν φυσικά την έχουν. Και η καρδιά πρέπει να είναι πάντα ανοιχτή. Σαν το μυαλό. Ανοιχτή στην πρόοδο, στο διαφορετικό, στην αγάπη, στην αλληλοβοήθεια. Πέρα από το χρόνο που δαμάζει τα σώματα. Πέρα από όλες τις υπογραφές που αλλάζουν τη ζωή μας και μας φορτώνουν μνημόνια, δάνεια, επιτηρήσεις κι επιτρόπους.
Στο διπλανό θάλαμο προ ημερών, νοσηλεύτηκε ένας Ελληνας. Ολη του τη ζωή έζησε εδώ με το μαράζι να γυρίσει, να δει το χωριό του, έστω και άδειο. Ο καρκίνος τον σιγοέτρωγε, ώσπου έχασε τελείως το φως του. Ασυνάρτητες οι κουβέντες του, μέσα στους πόνους και στον πυρετό του. «Ελλάδα μου… Ηλιε μου…» ήταν οι μόνες που καταλάβαινα. Εφυγε ένα πρωί. Ας είναι καλά ο πρόξενος που φρόντισε να τον γυρίσει πίσω.
Πως φεύγουν έτσι οι άνθρωποι πατέρα μου… Τι καημός σαρώνει τις ψυχές τους… Πόσες θύελλες ν’ αντέξουν και σε ποιόν να μιλήσουν; Ποιός ακούει σήμερα; Μάθαμε να μιλάμε αλλά δεν μάθαμε να ακούμε.
Ζούμε στη φύση αλλά την αγνοούμε. Ακόμη και τα σημάδια της ηχούν παράταιρα στ’ αυτιά μας και προτιμάμε τους ψηφιακούς ήχους. Φωτογραφίζουμε τα κύματα στα ακριβά μας κινητά, αλλά ξεχνάμε πως το οξυγόνο του κύματος μας δίνει ζωή. Λυπόμαστε για τα καμένα και κομμένα δέντρα την ίδια στιγμή που ξοδεύουμε και πετάμε το χαρτί ασυλλόγιστα. Ζητάμε ηγέτες να μας σώσουν και να αλλάξουν τον κακό μας εαυτό, σαν τους μάγους των παραμυθιών που μ’ ένα άγγιγμα άλλαζαν τα πάντα και όλοι ήταν ευτυχείς, ζούσαν καλά και κάποιοι άλλοι που ποτέ δεν μάθαμε, καλύτερα. Ενας άνθρωπος ούτε φτάνει, ούτε μπορεί ν’ αλλάξει τίποτα. Πρέπει να είμαστε όλοι μαζί. Να δρούμε συλλογικά, σαν να μην υπάρχει αύριο. Σαν αυτή η στιγμή να είναι η τελευταία.
Γίνανε τόσες πορείες εδώ. Και όλοι φώναζαν «WE ARE ALL GREEKS NOW!». Κι εγώ τους απαντούσα: «Αυτό που όλοι έχουμε ανάγκη είναι η πανανθρώπινη αλληλεγγύη. Ενάντια στη κοινωνική και εργασιακή αδικία πρέπει να σταθούμε μπροστά. Να μην λυγίσουμε από τις απατηλές σειρήνες αλλά να φτάσουμε ως το τέλος. Και το τέλος είναι ένα: κανένας άνεργος, εργασία από τον άνθρωπο για τον άνθρωπο, υποχρεώσεις αλλά και δικαιώματα, εξουσίες με πρόσωπο και όχι προσωπείο, εξουσίες εκλεγμένες από το λαό και το κοινωνικό σύνολο αλλά για όλους και όχι για λίγους. Αυτονόητες παράμετροι μιας πολιτείας δημοκρατικής, μιας κοινωνίας πολιτισμένης».

Πατέρα μου…
Ξέρω πόσο έχεις υποφέρει τόσα χρόνια. Ξέρω πως αυτά που σου γράφω, εσύ τα ένιωσες πάνω σου σαν λιωμένο σίδερο που λαβώνει την ψυχή και την καρδιά σου. Εζησες σε μια σκοτεινή Ελλάδα. Τα νιάτα σου υπέφεραν από την ασφυξία της φασιστικής μπότας, του προδότη και του δοσίλογου, του αγράμματου χωροφύλακα και του ηλίθιου συνταγματάρχη. Τώρα που η μπόχα και η σαπίλα του παρελθόντος έφυγε, είδες τις ιδεολογίες να διαλύονται από τα χέρια ανίκανων δημαγωγών, ξελιγωμένων εξουσιαστών και ευθυνόφοβων καλαμαράδων. Τώρα που πίστεψες πως η αλλαγή δεν είναι σύνθημα αλλά επιλογή συνείδησης, σε ξεγέλασαν ξανά τα κακέκτυπα μιας άχρηστης και ψεύτικης πολιτικής.
Βλέπεις τη σύνταξή σου συνεχώς να μειώνεται αλλά δεν παραλείπεις να μου στέλνεις χρήματα, τώρα που λείπω κι εγώ, μετανάστης, μακριά από την Ελλάδα μας. Είμαι εντάξει πατέρα μου. Μην μου στέλνεις χρήματα. Κράτησε τα, να βοηθήσουμε τη Φωτεινή μας που τώρα σπουδάζει. Εγώ είμαι καλά, και θα σας στείλω κι εγώ χρήματα σύντομα. Δεν θέλω να στεναχωριέσαι, ούτε να στερείσαι τίποτα. Το χρωστάς στον εαυτό σου. Μην το ξεχνάς αυτό.
Πατέρα, κράτα το καντήλι της μάνας αναμμένο. Η Πρέβεζα μας, η μικρή μας πόλη αλλά και όλη η Ελλάδα κυλάει μέσα μου μέρα και νύχτα. Σαν φως της αυγής τρέχει μέσα μου, με κρατάει ζωντανό και με κάνει να ελπίζω, πως όταν ανταμώσουμε θα είμαστε όλοι καλύτερα.
Σκύβω νοερά και φιλώ το χώμα μας. Σας φιλώ όλους. Μου λείπετε πολύ.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.