Τα νερά βάθαιναν. Ήταν μια ανάσα πριν το Τριεθνές. Σε λίγο η υδάτινη πλέον Ελλάδα τελείωνε. Έσβησε τη μηχανή της βάρκας και περίμενε. Η ομίχλη είχε υποχωρήσει προς το βορρά. Εδώ, συναντιούνται τρεις κόσμοι. Ούτε στρατοί, ούτε βαμμένες γραμμές. Μόνο νερό. Στοιχείο μιας φύσης που ενώνει.


Οι λίμνες είναι προεκτάσεις της ψυχής μας. Η λυτρωτική γαλήνη τους, περιμένει ένα νεύμα μας για να διώξει τα σύννεφα που πυκνώνουν στις καρδιές μας. Το σιωπηλό νερό τους μας θυμίζει πάντα την πρώτη αρχή, αυτό που οι ταχύτητες και τα ψεύτικα φώτα μας έκαναν να ξεχάσουμε ή να αρνηθούμε. Η καταγωγή μας έγινε Ύβρις, αντί να είναι τιμή.

Κι έρχονται αυτά τα νερά, σ› αυτό τον τόπο, να μας γυρίζουν πίσω. Μ› έναν άνεμο. Μ› ένα σμήνος πουλιά που αγγίζουν την επιφάνεια. Με το μπλε τ› ουρανού που βουτάει στην ίσαλο γραμμή. Ο,τι και να γυρεύουμε, σβήνει μέσα μας, καθώς το ελάχιστο κύμα της λίμνης υποκλίνεται στις όχθες. Μπροστά στ› ανήμπορα μάτια μας και στα ψηφιακά μας «θέλω».
Οι ψυχές μας δεν θα ηρεμήσουν ποτέ. Είναι καταδικασμένες να ξαγρυπνούν και ν› αναζητούν. Μα κάποτε πρέπει ν› αδειάσουν από τις μύριες αρνήσεις τους, να ξαναβρούν την καλοσύνη και την συμπόνια Το αληθινό αντίδοτο, στην αρρώστια των έγχρωμων κενών.
Ψαράδες Φλώρινας. Μεγάλη Πρέσπα. Ο Ηλίας στεκόταν στην άκρη της ξύλινης αποβάθρας δίπλα στα νεροκάστανα. Ο ήλιος είχε ανατείλει με τη νέα χρονιά. Χωρίς πυροτεχνήματα. Η λίμνη δεν τα χρειάζεται.

 Τα νερά βάθαιναν. Ήταν μια ανάσα πριν το Τριεθνές. Σε λίγο η υδάτινη πλέον Ελλάδα τελείωνε. Έσβησε τη μηχανή της βάρκας και περίμενε. Η ομίχλη είχε υποχωρήσει προς το βορρά. Εδώ, συναντιούνται τρεις κόσμοι. Ούτε στρατοί, ούτε βαμμένες γραμμές. Μόνο νερό. Στοιχείο μιας φύσης που ενώνει.

Το προηγούμενο βράδυ, μόλις σουρούπωσε, οι κάτοικοι μαζεύτηκαν στις εστίες τους μονιασμένοι, με μια προσδοκία στις καρδιές τους: να μείνουν άνθρωποι, να βοηθούν τους άλλους, να σέβονται τη φύση. Ο,τι τους δίνει ζωή και ο,τι φέρνει ζωή. Κι όταν το ρολόι χτύπησε μεσάνυχτα, αγκαλιάστηκαν αληθινά, αγνά, δίχως ψεύτικα λόγια, με το βλέμμα πάντα στη λίμνη. Κι έτσι ξημέρωσε. Χωρίς εορταστικά προγράμματα ή κουραστικές «πενιές». Νέα χρονιά. Μπροστά μας.
Ο Ηλίας κοιτούσε προς το Τριεθνές, στο βάθος της Μεγάλης Πρέσπας. Πέπλο ομίχλης περιφερόταν στο τέλος του ορίζοντα. Στην κορυφή της ένα γλαροπούλι πετούσε και φώναζε δυνατά, χαρούμενα. Κάτι τέτοιες στιγμές η φύση είναι ευτυχισμένη. Αυτές τις ελάχιστες στιγμές που ο άνθρωπος είναι βουτηγμένος στις κίβδηλες αυταπάτες του. Σε τέτοια μέρη ο ουρανός αποκτά νόημα. Ως και τα δάκρυά του φέρνουν ευχαρίστηση. Και ελπίδα, πως ο,τι χάνεται, σύντομα θα ξαναβρεθεί.
Η λεπτή υγρασία έκανε τα χέρια του Ηλία να πονούν, μα δεν τον ένοιαζε. Ζούσε λίγο καιρό εδώ. Για χρόνια, μια φωνή μέσα του, του ψιθύριζε ν› αφήσει την πνιγηρή πόλη. Όσο ήταν καιρός, γιατί η υγεία όταν χαλάσει, δύσκολα «γυρίζει». Μα δεν την άκουγε, ίσως από ατολμία ή αβεβαιότητα. Προτιμούσε να συσσωρεύει πλούτο. Το παιδί του ζούσε στο εξωτερικό. Η μάνα του είχε «φύγει» και η γυναίκα του κυνηγούσε χίμαιρες κι ονειρευόταν ακόμη το σοσιαλισμό στα ευάερα πολιτικά γραφεία της πρωτεύουσας.
Κάποια μέρα, άκουσε τη φωνή μέσα του, κι έφυγε. Έτσι απλά. Με μια κουτσουρεμένη σύνταξη από τη σκουριασμένη κρατική μηχανή, αλλά την περηφάνια του αλώβητη, μακριά από κόμματα, ξελιγωμένους ψευτο-ιδεολόγους και ασυνάρτητες επιτροπές. Τώρα ήταν εδώ. Αυτός και η λίμνη. Η ψυχή του και το αγιασμένο νερό. Η σιωπηλή του Ελλάδα.
Μπήκε στη βάρκα, άναψε τη μηχανή και ξεκίνησε. Για λίγα λεπτά, μια σταχτόχηνα τον ακολούθησε κι ύστερα χάθηκε. Καθώς προχωρούσε, κοίταξε τις εικόνες στους βράχους. «Πρέπει να πιστεύεις. Είτε σε μια ιδέα, είτε σε μια ελπίδα, είτε σε κάτι ανώτερο. Αλλά να είσαι άνθρωπος», σκέφτηκε καθώς οι εικόνες χάνονταν πίσω του.
Τα νερά βάθαιναν. Ήταν μια ανάσα πριν το Τριεθνές. Σε λίγο η υδάτινη πλέον Ελλάδα τελείωνε. Έσβησε τη μηχανή της βάρκας και περίμενε. Η ομίχλη είχε υποχωρήσει προς το βορρά. Εδώ, συναντιούνται τρεις κόσμοι. Ούτε στρατοί, ούτε βαμμένες γραμμές. Μόνο νερό. Στοιχείο μιας φύσης που ενώνει.
Πέρασαν λίγα λεπτά. Ξαφνικά από μακριά ακούστηκε η μηχανή μιας άλλης βάρκας που πλησίαζε. Στα 30 μέτρα έσβησε κι άφησε το νερό να την πάει μπροστά. Οι δυο βάρκες στέκονταν στην ανύπαρκτη συνοριακή γραμμή.
Ο Ηλίας κοίταξε τον άνδρα της άλλης βάρκας. Έμοιαζαν σαν δυο σταγόνες βροχής.
«Γεια σου Ηλία» είπε ο άνδρας.
«Γεια σου Διονύση αδελφέ μου» απάντησε ο Ηλίας.
Αγαπημένα αδέλφια από μικρά. Το παιχνίδι τους ήταν φύλλα δέντρων και λευκά βότσαλα στο ποτάμι του χωριού τους. Δύσκολη η ζωή τους. Φτωχή η Ελλάδα. Ο πατέρας, κυνηγημένος συνεχώς λόγω φρονημάτων. Λειψές δουλειές, λίγα μεροκάματα. Η μάνα, χαρά δεν ένιωσε ποτέ. Έτρεχε στις φυλακές, στα ξερονήσια και στα τμήματα για να του δώσει λίγο ψημένο ψωμί, κι αυτό ελάχιστο, όταν δεν τις το έπαιρνε ο βλοσυρός χωροφύλακας που την ακολουθούσε. Με δυο παιδιά νεαρά, κλεισμένα σ› ένα φτωχό δωμάτιο.
Ο Ηλίας υπομονετικός και αμίλητος. Ο Διονύσης ορμητικός και αψύς, ως μεγαλύτερος. Ενα βράδυ χτύπησε τον αγράμματο πρόεδρο του χωριού που τον είπε «κομμουνιστάκι» κι από τότε άρχισε ο δικός του Γολγοθάς. Δεν έσκυψε όμως ποτέ. Πρώτος πήγαινε στα χωράφια, τελευταίος έφευγε. Δούλευε συνέχεια. Μια μέρα περπάτησε 15 χιλιόμετρα για να πάρει φάρμακα στην άρρωστη μάνα. «Δε φεύγω από δω μέσα αν δεν μου βρείς τα φάρμακα της μάνας» είπε σαν αγρίμι στο φαρμακοποιό όταν εκείνος του είπε πως δεν τα είχε χωρίς καν να δεί το χαρτί. Οταν γύρισε στο χωριό τον συνέλαβαν μα η μάνα έγινε καλά. Ολους τους βοηθούσε χωρίς γκρίνιες και αντιρρήσεις. Σπάνια χαμογελούσε, αλλά όλοι τον αγαπούσαν και εκτιμούσαν την καλή του καρδιά. Οταν ήρθε η χούντα και όλα τα ανδρείκελά της, αποφάσισε να φύγει. Δεν άντεχε να περπατάει μόνος στο δρόμο με σκυφτό κεφάλι, ούτε να τον κυβερνούν άνθρωποι που δεν ήξεραν να μιλούν Ελληνικά. Πήγε στο θείο του στα Τίρανα και ρίζωσε εκεί. Έκανε οικογένεια κι έμεινε πιστός στις ιδέες του. Όσο κι αν προδόθηκε. Στην Ελλάδα δεν γύρισε. Και τώρα, τόσα χρόνια μετά, κοιτούσε τον Ηλία με τα μεγάλα καστανά του μάτια. Εδώ, στο Τριεθνές.
«Η μάνα μου ζήτησε να σε βρω λίγο πριν φύγει» είπε ο Ηλίας. «Δεν σου κράτησε κακία που έφυγες. Εκανες καλά, μου είπε. Κρατούσε τη φωτογραφία με τα παιδιά σου στα χέρια της. Αμίλητη. Καθόταν κάτω από την ελιά που φύτεψε ο πατέρας και κοιτούσε το ψηλό βουνό. Σκορπίσατε, ψέλλιζε καμμιά φορά. Τη φρόντισα όσο μπορούσα. Τίποτα δεν της έλειψε. Το κατάλαβα όταν με κοιτούσε στα μάτια».
Ο Διονύσης χαμήλωσε τα μάτια.
«Τόσα χρόνια κυνηγούσα τις σκιές μου. Πίστεψα, μα κάπου ξέχασα τον άνθρωπο. Ο κόσμος πεινάει Ηλία. Πέρασαν 40 χρόνια κι ακόμη πεινάει. Για ποια δικαιοσύνη αγωνιστήκαμε; Όταν τα παιδιά κρυώνουν στο σχολείο, εγώ θα τους μιλήσω για ιδεολογία; Τότε ξέραμε τον εχθρό. Τον βλέπαμε. Τώρα ποιός είναι;»
Ο Ηλίας έβγαλε από την τσέπη του ένα ασημένιο νόμισμα.
«Η μάνα μου είπε να σου το δώσω, όταν κάποτε σε δω. Οταν γεννήθηκες, ο πατέρας της άφησε κάτω από το μαξιλάρι σου αυτό το νόμισμα. Το είχε βρεί την ίδια μέρα στο χωράφι και με καμάρι της είπε πως εσύ του το έστειλες».
Ο Διονύσης κράτησε στα χέρια του το νόμισμα. Γυάλιζε σαν καινούργιο. «Καημένη μου μάνα, ψιθύρισε. Τίποτα δεν χάρηκες». Σιώπησε, για κάτι που πια είχε χαθεί.
«Ο γιος σου;» ρώτησε ο Διονύσης.
«Εξω. Κυνηγάει τα δικά του όνειρα. Του μιλάω για την Ελλάδα, μα η καριέρα δεν καταλαβαίνει από πατρίδες. Μακάρι να μην μετανιώσει. Εσένα;» ρώτησε ο Ηλίας.
«Στο δήμο και τα δυο. Κανείς δεν είναι ευχαριστημένος εκεί πάνω» απάντησε ο Διονύσης.
«Γιατί δεν γυρίζεις;»
«Που να γυρίσω Ηλία; Εκεί πάνω με λένε Ελληνα. Στην Ελλάδα θα με λένε Αλβανό. Εχω συνηθίσει. Η καρδιά μου όμως πέτρωσε από την πίκρα. Πως να την ανοίξω ξανά; Με τι δύναμη;»
Ενας δυνατός αέρας πέρασε ανάμεσα τους.
Η λίμνη έστελνε το αγιάζι της στα πρόσωπα των δυο αδελφών. Ξανακοιτάχτηκαν στα μάτια. Η σιωπή του νερού ταξίδευε στις φορτωμένες ψυχές τους. Και τότε, σαν ριπή πέρασε από μπροστά τους μια ζωή ολόκληρη. Όσα παιχνίδια δεν έπαιξαν. Όσες κουβέντες δεν είπαν. Όσες φορές δεν μίλησαν στους γονείς τους. Και όσες έκρυψαν τα συναισθήματά τους ή δεν τα άφησαν να βγουν ψηλά, από εγωισμό ή περηφάνια
Γιατί όλα αυτά, πρέπει να τα λες όταν πρέπει, εκεί που πρέπει. Γιατί όλα αυτά χάνουν την αξία τους, όταν ο άλλος δεν είναι εκεί για να τα ακούσει. Το κενό, δεν σε ακούει. Ούτε η απουσία. Μόνο ο άνθρωπος. Μίλα του λοιπόν. Όσο είναι εκεί. Όσο είναι δίπλα σου. Άγγιξε τον, νιώσε τον πόνο του και αγάπησέ τον, όσο είναι ζωντανός. Μην αργείς…
Τα δυο αδέλφια, με μια ξαφνική κίνηση βούτηξαν στο νερό της Μεγάλης Πρέσπας. Στο σημείο μηδέν. Εκεί που τρείς λαοί συναντιούνται. Αγκαλιάστηκαν δυνατά. Φιλήθηκαν όπως μόνο τα αδέλφια ξέρουν. Κι έκλαψαν πολύ. Για ο,τι έχασαν και ο,τι κράτησαν. Γι› αυτούς που έφυγαν και για το ελάχιστο που έμεινε. Για την ελπίδα, που το ανθρώπινο φως θα κρατήσει ζωντανή.
Πόση ζωή τους έμενε, δεν ήξεραν. Και ποιός το ξέρει;


ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.