Ο ανοιξιάτικος ήλιος ξεπρόβαλλε στο μικρό λιμάνι της Σχοινούσσας, χαιδεύοντας τις ελάχιστες ξύλινες βάρκες. Το καχεκτικό φως της ηλεκτρικής λάμπας έμοιαζε σαν ψεύτικο, καθώς το πλησίαζαν οι ακτίνες του ήλιου. Ενα ελάχιστο σύννεφο ταξίδευε μόνο του στον ανοιχτό ουρανό. Εφευγε μακριά, χανόταν μέσα στις άπειρες διαδρομές του χρόνου. Ξημέρωνε Μεγάλο Σάββατο.

Ο Σπύρος έλυσε το σκοινί από το μισοσκουριασμένο ντόκο και ξεκίνησε για την επιστροφή. Στο μεγάλο σάκο του, μερικές προμήθειες που του ζήτησαν ηλικιωμένοι και λίγα μπουκάλια εμφιαλωμένο νερό. «Για φαντάσου… Ακόμη πίνουν εμφιαλωμένο νερό. Πόσο δύσκολο είναι να κάνεις τους ανθρώπους να εμπιστευτούν τους άλλους…» σκέφτηκε.

Νεαρός μηχανικός ο Σπύρος. Μόνιμος κάτοικος Ηρακλειάς, αυτού του όμορφου νησιού των Κυκλάδων. Δεν είχε κανένα στον κόσμο. Οι γονείς του είχαν πεθάνει από καιρό, όταν εκείνος έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Λονδίνο. Βαριά άρρωστοι και οι δυο. Δεν πρόλαβε να τους δεί, κι αυτό βάραινε την ψυχή του για χρόνια. Δοσμένος στην επιστήμη του, δεν μιλούσε πολύ. Μα όταν έπρεπε να μιλήσει στους γονείς του, να τους ευχαριστήσει για όσα έκαναν γιαυτόν, να τους τιμήσει όπως πρέπει σε άξιους ανθρώπους, πίστεψε πως υπήρχε χρόνος. Μα όταν ο χρόνος τους πήρε μαζί του, κατάλαβε το λάθος του. Αργά όμως. Ολα γυρίζουν κάποτε. Εκτός από τη ζωή που έφυγε.

Από μακριά φαίνονταν τα αραιά σπίτια της Ηρακλειάς. Το αιώνιο λευκό, χαμογελούσε στο Αιγαίο πέλαγος. Η μάνα γη, κοιμόταν και ξυπνούσε από το ατέρμονο κύμα. Το γαλήνιο πράσινο των λόφων φυσούσε το λυτρωτικό του οξυγόνο στις ψυχές των ανθρώπων. Ισως αυτό να είναι η ευτυχία. Ο,τι μπορείς ν’ αγγίξεις, δίχως να το χαλάσεις. Ο,τι αφήσεις να σκορπίσει μέσα σου την αλήθεια του ήλιου, του άνεμου, της αρμύρας και της βροχής. Ο,τι ελευθερώνει τη ζωή και της δίνει τα φτερά για να μεγαλουργήσει.

Ο Σπύρος έδεσε τη βάρκα του στο λιμάνι της Ηρακλειάς. Φόρτωσε το σάκο στον ώμο του και κίνησε για το σπίτι. Ο φούρνος μόλις είχε βγάλει το ζεστό ψωμί. Η μυρωδιά της φρέσκιας ζύμης και του γλυκάνισου απλωνόταν στο πέτρινο μονοπάτι. Τα παράθυρα άρχισαν ν’ ανοίγουν. Η ζωή ξεκινούσε. Με την ανόθευτη ελπίδα του πρωινού και την αισιόδοξη ματιά της πίστης στο καλύτερο.

Στο κοινοτικό κατάστημα συνάντησε τον πρόεδρο και τον γιατρό. Δυσαρεστημένοι μονίμως, άνθρωποι κάποιας ηλικίας, συζητούσαν για μισθούς κι επιδόματα.

«Που θα μας φτάσουν επιτέλους;» αναρωτιόταν ο γιατρός.

«Σε λίγο θα γίνουμε Βουλγαρία» συμπλήρωσε ο πρόεδρος.

«Μονίμως σ’ αυτή τη χώρα θέλουμε να γίνουμε κάτι άλλο, πρόεδρε. Σουηδία, Ελβετία, Δανία. Ελλάδα πότε θα γίνουμε; Αληθινή Ελλάδα, δίχως προγονοπληξίες» είπε ο γιατρός, ρουφώντας μια γουλιά από τον καφέ του. «Μόνο η τσέπη μετράει; Το πνεύμα, η εσωτερική μας παιδεία, το φιλοπρόοδο μυαλό, δεν πρέπει να αναδειχθούν;»

Ο Σπύρος καλημέρισε, αφήνοντας τις προμήθειες που κουβαλούσε στον ξύλινο καναπέ του προέδρου. Οι δυο άντρες τον κοίταξαν περίεργα, μα δεν μίλησαν.

Σαν άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του, τον πλησίασε ο Αργος, το λευκό του σκυλί, κουνώντας χαρωπά την ουρά του. Εψησε καφέ, και κάθησε στο γραφείο του. Από το παράθυρο, πέρα στον ανοιχτό ορίζοντα αναβόσβηναν τα φώτα της «Υδριάδας», του σπουδαίου αυτού έργου αφαλάτωσης του θαλασσινού νερού.

Ο Σπύρος ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά. Το έργο αυτό, καθαρά ελληνικό, ήταν πριν από χρόνια μια σημαντική στιγμή για όλη την περιοχή. Χάρις σε αυτό, οι κάτοικοι μπορούσαν να πίνουν καθαρό νερό δίχως να φοβούνται, με τη βοήθεια της φύσης. Κι ο Σπύρος είχε βοηθήσει σ’ αυτό. Απειρες ώρες είχε αφιερώσει, κοιμόταν ελάχιστα προσπαθώντας να βρεί τρόπους να εξοικονομηθεί ενέργεια που δεν θα επιβαρύνει το περιβάλλον. Δούλευε ασταμάτητα ώσπου να εγκατασταθεί το φωτοβολταικό τόξο που εξασφάλισε το απαιτούμενο ρεύμα για το έργο. Κι όταν επιτέλους τελείωσε, και είδε το πρώτο ποτήρι να γεμίζει με καθαρό, κρυστάλλινο νερό, τότε ένιωσε βαθιά μέσα του τους γονείς του να του χαμογελούν. Τα χαρωπά πρόσωπα των κατοίκων ήταν η ηθική ανταμοιβή.

Το πρότυπο αυτό έργο όμως δεν διαφημίστηκε σωστά, ούτε προωθήθηκε σε άλλα μέρη της νησιωτικής Ελλάδας. Οι «τραπεζίτες» οι αργυραμοιβοί και τα όποια παράσιτα της εξουσίας, το υποβάθμισαν, όταν κατάλαβαν πως η τσέπη τους γίνεται πιο ελαφριά. Διάφορα τεχνικά προβλήματα, έστρεψαν αρκετούς στο εμφιαλωμένο νερό, στην εύκολη μα όχι πάντα και καλύτερη λύση. Μέχρι που ένα πρωί, κάποιος αργόσχολος σε ένα καφενείο της Νάξου του είπε «και τι έκανες δηλαδή;». Παράξενη η ψυχή του ανθρώπου. Ενθουσιάζεται και χτίζει με δυσκολία, εχθρεύεται και γκρεμίζει με απίστευτη ευκολία…

Βαριά τα μάτια του. Ξάπλωσε στο κρεβάτι εκστρατείας που είχε, αναπνέοντας τη γαλήνη του χώρου, της ώρας, της στιγμής. Ο Αργος κάθισε κοντά του.

Η καμπάνα σήμανε ώρα βραδινή. Οι κάτοικοι είχαν μαζευτεί στην εκκλησία. Στο προαύλιο, οι τοπικοί παράγοντες χαιρετούσαν τον κόσμο φορώντας το προεκλογικό τους χαμόγελο. Ο πρόεδρος, ο γιατρός, ο αστυνόμος, και άλλοι «φορείς» είχαν κανονίσει να φύγουν για τη Νάξο με το τελευταίο πλοίο. Οι υποχρεώσεις τους δεν τελείωναν. Το νησί είχε ελλειπή φωτισμό, τα φάρμακα ήταν περιορισμένα, τα τρόφιμα συχνά δεν έφταναν γρήγορα. Η «αρχή» όμως ήταν ικανοποιημένη. Τα λόγια και οι υποσχέσεις περίσσευαν. Πλήθαιναν, σαν το δίχτυ που πλησιάζει κάθε ανυποψίαστο πολίτη, κάθε αγνή ψυχή που πιστεύει, ελπίζει, υπομένει καρτερικά και προσδοκά την αληθινή αλλαγή και την πρόοδο. Κάθε τέσσερα χρόνια, μα και μια ζωή ολόκληρη.

«Είναι ο τόπος μου» σκέφτηκε ο Σπύρος. «Δεν θα φύγω. Θα μείνω και θα αγωνιστώ».

Τα πρώτα βεγγαλικά σκόρπισαν στην έναστρη νύχτα. Ευχές, λαμπάδες αναμένες. «Κοίτα τη δική μου! Είναι BARBIE!» του είπε με καμάρι ένα μικρό κοριτσάκι. Τ’ αγόρια έπαιζαν με τα κινητά τους. Σε λίγο, ο κόσμος διαλυόταν. Η μονότονη φωνή του παπά συνέχισε να ψέλνει. Ο κόσμος γιορτάζει.

Πλησίαζε πάλι το πρωί. Μακριά από την πόλη, ο χρόνος τρέχει γρήγορα. Στο σκοτεινό του δωμάτιο, ένιωσε πολύ περίεργα. Κάτι τον έδιωχνε, για πρώτη φορά. Σαν να του ψιθύριζε για κάποιο κίνδυνο αδιόρατο. Ο Αργος ήταν κι αυτός ανήσυχος. Κοίταξε από το παράθυρο, και τότε κατάλαβε. Τα φώτα της «Υδριάδας» αναβόσβηναν ασυντόνιστα. Πήγε στο μπάνιο κι άνοιξε τη βρύση. Δεν έτρεχε νερό. Ανοιξε την εξώπορτα και είδε δυο συγχωριανούς του να τον περιμένουν.

«Σπύρο, δεν έχουμε νερό, κι έχουν φύγει όλοι. Τι θα κάνουμε;» του είπαν με αγωνία.

Ο Σπύρος τους κοίταξε στα μάτια. Φόρεσε ένα ζεστό μπουφάν, πήρε το σάκο του και ξεκίνησαν. Ο Αργος τους ακολουθούσε από κοντά. Καθώς πλησίαζαν το λιμάνι όλο και πιο πολλοί τον ρωτούσαν τι θα κάνει. Δεν απαντούσε σε κανέναν.

Μπήκε στο βάρκα του, έβαλε μέσα τον Αργο και ξεκίνησαν για την «Υδριάδα». Είχε σηκωθεί αέρας. Πλησίασαν κοντά στα ανήσυχα φώτα. Ο Σπύρος ανέβηκε στην πλατφόρμα και ξεκλείδωσε το κουτί ασφαλείας που ήταν συνδεδεμένο με το φωτοβολταικό τόξο. Είδε τις καμένες λυχνίες. Έβγαλε από το σάκο του τις εφεδρικές και με μεγάλη προσοχή τις αντικατέστησε. Η θάλασσα είχε ηρεμήσει. Σαν να περίμενε κι αυτή. Εκλεισε το κουτί και έβαλε μπροστά το μηχανισμό. Πέρασαν λίγα λεπτά. Τίποτα. Ξαναδοκίμασε. Τα φώτα στις τέσσερις γωνίες της πλατφόρμας άναψαν κανονικά. Ο μικρός πύργος στην κορυφή αναβόσβηνε ρυθμικά. Όλα είχαν τελειώσει. Ο Σπύρος ένιωσε μια δίψα, μα δεν είχε μαζί του νερό. Κοίταξε το νησί από μακριά. Στην προβλήτα όλοι περίμεναν.

Χάιδεψε τον Αργο που τον κοιτούσε υπομονετικά. Η «Υδριάδα» δούλευε συνεχώς σαν αναγεννημένη. «Εσύ μου δίνεις δύναμη» είπε. «Για να μείνω, ν’ αγωνιστώ, να πετύχω ή να χαθώ. Σ’ ευχαριστώ».

Κοίταξε πέρα στον πρωινό ορίζοντα.

«Είμαστε άραγε χαμένοι; Πόσες αρνήσεις θα υπηρετήσουμε μέχρι να δούμε την αλήθεια που ρέει δίπλα μας; Ως πότε θα καταστρέφουμε χτίζοντας; Ακόρεστες οι ψυχές μας, τεμαχίζουν την ανάσα αντι να την μεγαλώνουν. Ζητάμε, μα δεν δίνουμε. Αγοράζουμε το συναίσθημα. Πουλάμε πανάκριβα τη γνώση. Προσφέρουμε δύναμη σε χέρια ακατάλληλα και μυαλά επικίνδυνα. Μπορούν όλα ν’ αλλάξουν. Μα πρώτα πρέπει ν’ αλλάξουμε εμείς».

Αρχισε να επιστρέφει στο λιμάνι.

Οταν βγήκε από τη βάρκα με τον Αργο στα χέρια, ήταν κουρασμένος και χλωμός. Οι συγχωριανοί του τον κοίταξαν αμίλητοι.

«Διψώ» είπε. Αμέσως μαζεύτηκαν γύρω του αρκετά ποτήρια νερό. Ηπιε ένα.

«Μην το αφήσετε να χαθεί» είπε στον κόσμο, κι έφυγε.

Πάσχα Ελλήνων. Η Ελλάδα γιορτάζει.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.