«Γιατί κρύβεσαι;» φώναξε ο κυνηγός στην αλεπού, μέσα στο πυκνό δάσος, όταν κατάλαβε ότι δεν θα την έπιανε. Η αλεπού τον κοίταξε με τα πονηρά της μάτια, και πριν χαθεί του απάντησε:
«Εδώ είναι το σπίτι μου, άνθρωπε. Εσύ κρύβεσαι, κι όχι εγώ»

Ο Ιάσονας κοίταξε τη μισογκρεμισμένη πινακίδα, έξω από το χωριό, στον επαρχιακό δρόμο. Το τσιμέντο είχε φύγει από τη βάση της κι έγερνε προς τους θάμνους. Τα γράμματά της ήταν σκεπασμένα από αυτοκόλλητες διαφημίσεις νυχτερινών κέντρων. Έτσι όπως ήταν είχε αχρηστευθεί, και κάθε πιθανός επισκέπτης συνέχιζε το δρόμο του χωρίς να σταματήσει, έστω και για λίγο στο χωριό.

Σήκωσε μερικές χοντρές πέτρες από το διπλανό χωράφι και τις σφήνωσε στη βάση της πινακίδας, στηρίζοντάς την μέχρι που εκείνη έμεινε όρθια και στητή. Έριξε μπόλικο χώμα ανάμεσα στις πέτρες ώσπου η βάση να σκληρύνει και να αντιστέκεται στον αέρα. Μ’ ένα λείο μαχαίρι έβγαλε τα αυτοκόλλητα από την πινακίδα και την καθάρισε από τη σκόνη και τις ξεραμένες σταγόνες της χθεσινής βροχής. Τώρα, η πινακίδα πήρε μια αξιοπρεπή μορφή, και όριζε ένα τόπο. Αηδονοχώρι Ιωαννίνων.
Η υγρασία είχε αγκαλιάσει το παλιό παλτό του Ιάσονα. Ο ήλιος, εδώ και μέρες μόλις που φαινόταν, λίγο πριν χαθεί στις κορυφές του Σμόλικα. Σύννεφα παντού και αραιή βροχή, έκλειναν τους κατοίκους του χωριού στα σπίτια τους ή στο καφενείο της μεγάλης πλατείας με τη ξυλόσομπα.
Ο χειμώνας, εδώ πάνω, ήταν πάντα παράξενος, μα οι άνθρωποι δεν αλλάζουν το βήμα τους. Αμίλητοι σε κοιτούν στα μάτια, μα καταλαβαίνεις πως αυτή η σιωπή σου χαμογελάει, σε υποδέχεται ζεστά και σου λέει: «μείνε! Ασε τις έγνοιες σου μακριά, και κάτσε κοντά στη φωτιά. Ζέστανε τη ψυχή σου, κλείσε τα μάτια σου και ταξίδεψε». Η σιωπή φωνάζει. Και συχνά, διδάσκει.
Από μικρός, ο Ιάσονας άκουγε τα πουλιά στις αυλές των σπιτιών. Όταν σήκωνε τα μάτια ψηλά, τα έβλεπε μέσα σε συρμάτινα κλουβιά, να προσπαθούν να κινηθούν ανάμεσα σε μαραμένα φύλλα μαρουλιού ή μικρά κυλινδρικά παγούρια. Κελαηδούσαν, μέσα στα σύρματα και στις ελάχιστες τροφές, για την ευχαρίστηση μας… Όταν έμπαινε η άνοιξη, εκείνος έτρεχε στους ανοιχτούς δρόμους με τους φίλους του, πείραζε τα κορίτσια της τάξης του και κυλιόταν στα χορτάρια με ατελείωτη ευχαρίστηση. Όταν περνούσε τρέχοντας μπροστά από τις αυλές, έβλεπε τα πουλιά να στέκονται ακίνητα στα κλουβιά τους, μα το μόνο που σκεφτόταν ήταν το παιχνίδι του, την άνοιξη, το κοντινό τέλος του σχολείου και το καλοκαίρι. Ένιωθε ελεύθερος, και δεν τον ένοιαζε τίποτε άλλο.
Έπιαναν τα χέρια του. Αγαπούσε τα γράμματα, μα πιο πολύ αγαπούσε τον τόπο του. Όταν πήρε το δίπλωμα του ηλεκτρολόγου γύρισε στο χωριό του και προσπαθούσε ν’ αλλάξει όλες τις λάμπες στα σπίτια και στους δρόμους. Όταν χάλαγε κάτι, αμέσως έτρεχε να το φτιάξει. Ο, τι του δίνανε έπαιρνε, χωρίς να το πολυσκέφτεται ή να γκρινιάζει. Υπήρχε φτώχεια, και οι εποχές ήταν πέτρινες.
Το φως, ήταν η κρυφή του αγωνία. Ακόμη θυμάται τον παππού του, που μπροστά στα μάτια του σκόνταψε σε μια μεγάλη λακκούβα κι έσπασε το χέρι του, γιατί η κολόνα δεν είχε λάμπα για μέρες, και κανείς δεν την έφτιαχνε. «Ας τη φτιάξει ο δήμαρχος» έλεγαν όλοι κι έφευγαν, ώσπου το ατύχημα έγινε. Τότε ο πατέρας του ανέβηκε στη μεγάλη σκάλα κι έβαλε μια καινούργια λάμπα στην κολώνα. Από τότε, αγάπησε το φως. Ένα φως, που του έμαθε τι θα πει αλληλεγγύη, τι θα πει να νοιάζεσαι για τον άλλον και να μην περιμένεις, να είσαι εκεί και να βοηθάς όταν υπάρχει ανάγκη. Μοναχοπαίδι ο Ιάσονας, με τους γέρους γονείς του πάντα δίπλα του. Ενωμένοι, όσο μπορούσαν. Αγαπημένοι.
Έφτασε στην πλατεία. Πρωί Σαββάτου. Η ξυλόσομπα του καφενείου κάπνιζε, σκορπίζοντας τη μυρωδιά του στεγνού ξύλου. Κάθισε μέσα και ζήτησε ένα φλισκούνι. Στην οθόνη της τηλεόρασης, μια τραγουδίστρια κουνιόταν σαν κουρδισμένη. Έκλεισε τα μάτια κι έψαξε μέσα του μια άλλη μουσική. Τη μουσική του ποταμού. Του νερού που κύλαγε στις πέτρες. Του ανέμου που άγγιζε το νερό. Της Ελλάδας. Της πονεμένης Ελλάδας.
«Ιάσονα, θα πας το βράδυ στο τσίρκο κάτω στο γήπεδο;» τον ρώτησε ο κυρ- Φάνης που καθόταν σε μια γωνιά.
«Δεν ξέρω. Ίσως», απάντησε εκείνος και κοίταξε έξω από το κρύο παράθυρο.
Στο ξερό γήπεδο του χωριού, από προχθές είχε εγκατασταθεί σε μια μεγάλη σκηνή ένα τσίρκο. Κάθε τόσο, ένα αμάξι περνούσε και το διαφήμιζε. «Κλόουν, όμορφες χορεύτριες, άγρια θηρία και άλογα σας περιμένουν» έλεγε η δυνατή φωνή του τελάλη.
«Άγρια θηρία… Ποιο θηρίο άραγε είναι πιο άγριο; Αυτά, ή εμείς;»
Μια παρέα μπήκε μέσα φωνάζοντας. Ήπιε το φλισκούνι του κι έφυγε. Η υγρασία, πόνεσε τα γόνατά του, καθώς πήρε την ανηφόρα για το σπίτι.
Το βράδυ, ο καιρός είχε φτιάξει αρκετά. Πολλά αστέρια στον ουρανό. Στη μεγάλη τέντα του γηπέδου, υπήρχαν φώτα και φθαρμένα σημαιάκια. Όλη η νεολαία του χωριού περίμενε μπροστά στο ταμείο ανυπόμονη.
Το Σάββατο είναι μια παράξενη μέρα. Νιώθεις μια περίεργη ελευθερία, σαν να διεκδικείς κάτι τόσο μεγάλο, που σου ξεφεύγει, αλλά εσύ το θέλεις, το κυνηγάς, το ποθείς. Η διψασμένη σου ψυχή δεν έχει σύνορα. Χάνεται στους ουρανούς, βυθίζεται στη γη, ξαγρυπνά σαν αγρίμι που ποτέ δεν ηρεμεί. Ισως είναι η φύση μας αυτή. Η ευλογία και η καταδίκη μας. Το συναίσθημα του Σαββάτου είναι αξεπέραστο. Αλλά και ανεξήγητο.
Κάθισε σε μια αυτοσχέδια ξύλινη θέση, δίπλα σε αγόρια και κορίτσια. Τα φώτα έσβησαν κι ένας δυνατός προβολέας φώτισε το κέντρο της σκηνής. Ένας κλόουν βγήκε κι άρχισε να κυλιέται στο πάτωμα, να στριφογυρίζει μπαλάκια στα χέρια του, να σκοντάφτει από τα τεράστια παπούτσια του και να πετάει καραμέλες και σοκολάτες στις πρώτες σειρές, μέσα σ’ ένα παιδικό παραλήρημα. Ένας δεύτερος κλόουν μπήκε στη σκηνή, κι άρχισε να κυνηγάει τον πρώτο, ώσπου κι οι δυο λαχανιασμένοι πήγαν να κάτσουν σε δυο καρέκλες στη μέση της σκηνής, οι οποίες έγιναν θρύψαλα σωριάζοντας τους στο πάτωμα. Τα μικρά παιδιά γελούσαν, κάποιοι σφύριζαν και χασκογελούσαν, άλλοι έστελναν μηνύματα στο κινητό τους, ενώ η γαλαρία πιο ψηλά κάπνιζε αδιάφορη.

Μετά από λίγο μπήκαν στη σκηνή δυο άλογα. Πάνω στο πρώτο, καθόταν μια νέα κοπέλα φορώντας ελάχιστα ρούχα κι ένα πλατύγυρο καπέλο στο κεφάλι. Ήταν η σειρά των νεολαίων να παραληρήσουν. Η κοπέλα, σηκώθηκε όρθια στο άλογο, το οποίο άρχισε να τρέχει γύρω-γύρω. Τέντωσε τα πόδια της και πήδηξε στη ράχη του δεύτερου αλόγου που ακολουθούσε από κοντά. Επανέλαβε δυο φορές και μετά, έφερε τα άλογα δίπλα-δίπλα, και με μια χορευτική φιγούρα στάθηκε πάνω και ανάμεσα τους, χαρούμενη, τροπαιούχα και νικήτρια που κατάφερε να σταθεί ανάμεσα σε δυο άλογα που έτρεχαν γύρω από τη μεγάλη σκηνή. Όλοι οι θεατές, είχαν καρφώσει το βλέμμα τους στο καλλίγραμμο κορμί της γυναίκας που δεν σταματούσε να χαμογελά. Κανείς όμως δεν πρόσεχε τα άλογα.
Ο Ιάσονας τα κοίταξε στα μάτια, καθώς περνούσαν από μπροστά του. Το μόνο που έβλεπε ήταν αδιαφορία, κούραση, πόνο, στέρηση. Μηχανικές οι κινήσεις τους. Η φύση τους ήταν αιχμάλωτη.
Πέρασε ώρα, και στη σκηνή μπήκαν δύο μικρόσωμοι άντρες φορώντας στολή αρκούδας. Χαιρέτησαν τον κόσμο, και μετά, ο πρώτος ξάπλωσε στο πάτωμα, μάζεψε τα πόδια και σήκωσε ψηλά τα χέρια, ενώ ο δεύτερος, ανέβηκε στον πρώτο και αφού κρατήθηκαν σφιχτά από τα χέρια, με μια δυνατή κίνηση άρχισαν να κυλάνε σαν τροχός, για μερικά μέτρα, υπό τη συνοδεία του ταμπούρλου που ακουγόταν από το ηχείο. Ξαφνικά από μια γωνία της σκηνής εμφανίστηκαν δυο μικρές μαϊμούδες Οι «αρκούδες» σταμάτησαν να κυλάνε, κι έμειναν ξαπλωμένες η μια απέναντι στην άλλη με τα πόδια όρθια. Τότε οι μαϊμούδες σκαρφάλωσαν στα σηκωμένα πόδια κι άρχισαν να χορεύουν. Οι «αρκούδες», με γρήγορες κινήσεις άρχισαν να πετάνε τις μαϊμούδες μπροστά, οι οποίες άλλαζαν θέση και προσγειώνονταν κάθε φορά στα σηκωμένα πόδια της δεύτερης «αρκούδας». Άλλαζαν θέση, άλλαζαν πόδια, 5 με 6 φορές, και στο τέλος, οι «αρκούδες» σηκώθηκαν όρθιες, έβαλαν τις μαϊμούδες να καθίσουν ανάμεσα στα τριχωτά τους κεφάλια, και όλα μαζί «τα άγρια θηρία» χτυπούσαν τα στήθη τους περίχαρα κι ευτυχισμένα. «Μα τι κάνουν;» σκέφτηκε ο Ιάσονας. Προς το τέλος, «αρκούδες» και μαϊμούδες αγκαλιάστηκαν, έφεραν δυο στροφές σαν να χόρευαν, υποκλίθηκαν κι έφυγαν, ανάμεσα σε χειροκροτήματα, σφυρίγματα κι αλαλαγμούς.
Το πρόγραμμα τελείωσε με ταχυδακτυλουργούς και λαγούς που έβγαιναν μέσα από άσπρα καπέλα. «Τέλος προγράμματος».
Ο κόσμος είχε φύγει, αναζητώντας συνέχεια στη Σαββατιάτικη διασκέδαση του.
Ο Ιάσονας ένιωσε ένα πόνο στο στήθος. Βγαίνοντας, είδε το διευθυντή του τσίρκου, έναν ευτραφή τύπο, να μετράει χαρτονομίσματα και να φυσάει τον καπνό από το πούρο που είχε στο στόμα.
Περπάτησε πιο πέρα, στην απλωμένη σιωπή, και αντίκρισε τα κλουβιά των ζώων. Άλογα και μαϊμούδες είχαν γονατίσει αποκαμωμένα, μπροστά στα ψυχρά τους κάγκελα. Τι παράσταση στ› αλήθεια…
Ο πόνος κατέβηκε στο στομάχι του. Όλη τη νύχτα, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Αυτή τη νύχτα, με τα αστέρια και τα φώτα. Πέρασαν ώρες, άγρυπνες. Το θηρίο της συνείδησης είχε ξυπνήσει. Και ήταν ασυγκράτητο.
Ο ήλιος ακόμη δεν είχε βγει, όταν στεκόταν μπροστά στα κλουβιά των ζώων. Στα χέρια του κρατούσε ένα μεγάλο κόφτη. Χωρίς να κάνει θόρυβο, έκοψε τα λουκέτα, άνοιξε τις πόρτες και έβγαλε τα ζώα έξω. Όλα ήταν υπάκουα και λίγο φοβισμένα. Έπιασε τα γκέμια από τα άλογα κι άρχισαν όλοι μαζί να προχωρούν έξω από το χωριό. Μπροστά αυτός με τα άλογα, και στις ράχες τους οι δυο μικρές μαϊμούδες Περπατούσαν σαν υπνωτισμένοι. Όταν έφτασαν στον επαρχιακό δρόμο, ο ήλιος μόλις είχε βγει από τα γύρω βουνά. Ένα αγροτικό αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά τους. «Ιάσονα, που τα πας τα ζώα;» ρώτησε ο οδηγός, μα εκείνος δεν απάντησε. Είχε ένα καθήκον, κι έπρεπε να το τιμήσει.
Πέρασαν μέσα από το ποτάμι, από το πυκνό δάσος, ώσπου αντίκρισαν τα σύνορα. Ένα μίζερο συρματόπλεγμα δηλαδή. Έβγαλε τα γκέμια από τα άλογα και κοίταξε τις μαϊμούδες που κρατούσαν τις χαίτες των αλόγων.
«Από δώ και πέρα, είστε μόνα. Μα ελεύθερα. Φύγετε μακριά. Μακριά από εμάς. Μόνο εσείς ξέρετε τι σημαίνει ελευθερία. Ισως κάποτε το μάθουμε κι εμείς. Όταν βρούμε τη δύναμη να κλείσουμε τις τηλεοράσεις, ή όταν θυμηθούμε πως είναι ν’ αγαπάμε αληθινά».
Έβγαλε από τις τσέπες του δυο μήλα και τα έβαλε στα στόματα των αλόγων. Εκείνα, άρχισαν να τα μασάνε με δύναμη. Πήγε κοντά στις μαϊμούδες και τις κοίταξε στα μάτια. Εβγαλε μια δυνατή κραυγή: «ΦΥΓΕΤΕ! ΜΠΡΟΣΤΑ!»
Τα ζώα, που από ώρα είχαν καταλάβει, άρχισαν να τρέχουν μπροστά, γκρέμισαν το φαιδρό συρματόπλεγμα και άλλαξαν τόπο. Πέρασαν αλλού. Σ’ ένα άλλο σύμπαν. Μακρινό.
«Ζήστε ελεύθερα. Μακριά από κλουβιά. Σας πικράναμε πολύ…» ψιθύρισε.
Ο ήλιος άγγιζε το γερο-πλάτανο της πλατείας. Το περιπολικό τον περίμενε.
«Γιατί;» ρώτησε ο αστυνόμος που ακόμη δεν είχε πιεί καφέ.
«Γιατί έπρεπε», απάντησε ο Ιάσονας. «Πάμε».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.