Αδελφέ μου Θανάση.

Είμαι καλύτερα στην υγεία. Μην μου στεναχωριέσαι. Θα περάσει κι αυτό. Κάθε χάραμα που ξυπνώ, παρακαλώ τον ουρανό να μην θυμώσει τη θάλασσα και να έχεις καλό ταξίδι. Τώρα βάζω λίγα ξύλα στη φωτιά για να ζεσταθώ. Να προσέχεις αδελφέ μου και να κρατάς την Ελλάδα μας μέσα σου. Οπου και να είσαι. Καλή αντάμωση».
«Ερμιόνη μου… Αδελφή μου…» ψιθύρισε ο Θανάσης, καθώς ξαναδιάβαζε το γράμμα που έλαβε πριν από καιρό, λίγο έξω από το Καίηπ-Τάουν. Δύο μερόνυχτα προσπαθούσαν να δέσουν στο λιμάνι την «Ερεικούσσα», ένα γερό σκαρί γεμάτο σακιά με καφέ και μπαχαρικά, μα δεν τα κατάφερναν κι έμειναν στ’ ανοιχτά.
Αυτά τα δυο μερόνυχτα, ο Θανάσης ήταν θηρίο στο κλουβί. Η αδελφή του είχε αποβάλλει στην Ελλάδα, κι ο γιατρός της είπε πως δεν θα μπορέσει να κάνει παιδί. Κι εκείνος, δεν μπορούσε να είναι κοντά της λόγω του ξαφνικού ταξιδιού στο Νότο. Δεν μίλησε σε κανέναν. Κλείστηκε στην καμπίνα του κι έκλαψε πολύ.
Η λύπη, κάνει τη μνήμη ανεξέλεγκτη. Θυμήθηκε πόσες φορές αδίκησε τη μικρή και μοναδική του αδελφή από τότε που ήταν παιδιά. Πως την ξεγελούσε και της έπαιρνε το λιγοστό της χαρτζιλίκι. Πως, στη μοιρασιά της σοκολάτας αυτός έπαιρνε μεγαλύτερο κομμάτι. Πως κούρνιαζε στη γωνιά της, κάθε φορά που δεν μπορούσε να μιλήσει, κι αυτός χαμογελούσε περήφανος για τη «νίκη» του…
Έκλαψε πολύ, και κατάλαβε τι θα πεί πραγματική πίκρα, απώλεια, αποχωρισμός. Τι σημαίνει να χάνεις κάτι από τη ζωή σου και να μην μπορείς να το μοιραστείς με κανέναν. Τι σημαίνει για μια νέα κοπέλα να χάνει το αγέννητο σπλάχνο της, μόνη σ’ ένα φτωχό δωμάτιο νοσοκομείου. Μόνη, αφού ο μέλλων σύζυγος έγινε παρελθόν μόλις αντίκρισε τις ευθύνες του. Κι ο Θανάσης, μακριά της. Ασήκωτος ο πόνος του.
Πέρασε καιρός. Τώρα η «Ερεικούσσα» έδενε στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας. Ξημέρωνε 18 Γενάρη, ημέρα της γιορτής του. Εβαλε το γράμμα στην τσέπη του, κούμπωσε το σκούρο του ημίπαλτο, κρέμασε στο δεξί του ώμο το μικρό του σάκο και πλησίασε στην έξοδο. «Σε δυο μέρες πίσω, έτσι;» του είπε ο καπετάνιος, και η μύτη του κοκκίνισε από το κρύο. «Ετσι», απάντησε ο Θανάσης και βγήκε από το λιμάνι.

Η Ηγουμενίτσα ξυπνούσε ράθυμη. Λίγα αγχωμένα φορτηγά περνούσαν από την κεντρική πύλη και χάνονταν στα στενά. Δυο ξενυχτισμένοι φοιτητές αγόραζαν τσιγάρα σ’ ένα περίπτερο. Σε κάποια γωνιά μια ηλικιωμένη κυρία ανακάτευε το καζάνι με το σαλέπι και περίμενε.
Στα νυσταγμένα μάτια αυτών των ανθρώπων ταξιδεύει η ανόθευτη ελπίδα. Ισως κάποτε ο κόσμος ξαναφτιαχτεί από όλα αυτά τα μάτια, αυτές τις ελπίδες, την απλότητα των ανθρώπων που ξέρουν να περιμένουν, να βλέπουν, ν’ αφουγκράζονται. Των ανθρώπων, που άπλωσαν το χέρι για να δώσουν, να προσφέρουν, να χτίσουν.
Στάθηκε κάτω από ένα ψηλό δέντρο και πάτησε κάποια πλήκτρα στο κινητό του. Μια βραχνή φωνή ακούστηκε, από τη Σαγιάδα Θεσπρωτίας.
«Ερμιόνη μου!»
«Θανάση μου, αδελφέ μου! Είσαι καλά;» είπε η Ερμιόνη, κι αμέσως η φωνή της γέμισε χαρά.
«Ναι καλή μου. Είμαι Ελλάδα, κι έρχομαι εκεί».
«Χρόνια σου πολλά αδελφέ μου! Καλώς όρισες! Με το καλό να έλθεις! Σε περιμένω!»
Κάθισε σε κάποιο καφενείο να πιεί έναν καφέ. Ο ιδιοκτήτης, ένας βλοσυρός γέρος, ξεφύλλιζε μια εφημερίδα και μουρμούριζε. Στα θολά τζάμια, ο πρωινός ήλιος ταξίδευε κι έγλυφε τους σκονισμένους πίνακες στους κακοβαμμένους τοίχους. Μέτριος ο καφές με λίγες φουσκάλες. Στην ανοιχτή τηλεόραση ο Οικονομέας κι ο Καμπουράκης τσακώνονταν. Ο Θανάσης σκέπασε τα μάτια του. «Που πας Ελλάδα μου… Που πας…» σκέφτηκε. Ηταν μόνος στο χώρο. Μόνος…
Ξαφνικά, η πόρτα άνοιξε και μπροστά του στάθηκε ένα μικρό κοριτσάκι. Δεν θα ήταν πάνω από 6 με 7 χρονών. Στο ισχνό της κορμί ήταν ριγμένο ένα μισοσκισμένο πανωφόρι. Στα μαύρα της μαλλιά στεκόταν μια λευκή κορδέλα. Με τα μεγάλα, σκούρα της μάτια κοιτούσε το Θανάση και χαμογελούσε. Μέσα σ’ αυτό το κρύο, στην άκρη της Ελλάδας, δυο παιδικά μάτια του χαμογελούσαν.
«Μήπως θέλετε τσιγάρα κύριε;» ρώτησε το κορίτσι, και του έδειξε μια κούτα που κρατούσε στα κόκκινα από το κρύο χέρια του.
Ο Θανάσης σάστισε, μα πριν προλάβει να πεί το παραμικρό, ο γέρος του καφενείου ήρθε κοντά και άρπαξε το παιδί από το γιακά.
«Βρωμόπαιδο, δε σου είπα να μην ξανάρθεις εδώ;» φώναξε θυμωμένος στο κορίτσι.
Ο Θανάσης μπήκε μπροστά, ελευθέρωσε το παιδί κι άρπαξε τώρα αυτός το γέρο από το γιακά.
«Πως μιλάς έτσι ρε αγριάνθρωπε στο παιδί; Τα χωράφια σου πάτησε;» είπε με ένταση.
«Παλιοαλήτη κι εσύ…» φώναξε ο γέρος. Τότε ο Θανάσης έσπρωξε με περιφρόνηση το γέρο, μακριά από το παιδί.
Πήρε το κορίτσι από το χέρι και βγήκαν έξω. Μπήκαν σ’ ένα ταξί που περνούσε και μετά από μερικά χιλιόμετρα σταμάτησαν μπροστά από ένα κατάστημα με φαγητά.
Το κορίτσι είχε τρομάξει και αμίλητο κοιτούσε το Θανάση. Είχε μια καλοσύνη στο βλέμμα και μια ειλικρίνεια. Τα μικρά παιδιά, όταν σε κοιτούν, σου δείχνουν έναν άλλο κόσμο. Αυτόν που ξέχασες σ’ ένα γραφείο, σε μια προαγωγή, σε κάποιο τραπεζικό λογαριασμό ή σε κάποιο μεγάλο σπίτι. Ο,τι πούλησες και ό,τι κέρδισες, στο πέρασμα του χρόνου. Μόνο τα παιδιά σου δείχνουν αυτό τον κόσμο, τον μακρινό.
«Εχεις φάει τίποτα;» ρώτησε ο Θανάσης. Το κορίτσι κούνησε αρνητικά το κεφάλι του. Μπήκαν στο κατάστημα και κάθισαν σε μια ζεστή γωνιά κοντά στη μεγάλη σόμπα.
Το παιδί έτρωγε μια πίτα με αργές κινήσεις. Ο Θανάσης ήπιε λίγες γουλιές κανονικού καφέ και το κοίταξε. Εκείνο, έτρωγε μαζεμένο στη γωνιά, φοβισμένο. Ηπιε το ζεστό γάλα, σκούπισε το στόμα της κι έβαλε τη χαρτοπετσέτα κάτω από το πιάτο της.
«Σας ευχαριστώ κύριε. Σας ευχαριστώ πολύ».
«Πως σε λένε παιδί μου; Εμένα Θανάση».
Το κοριτσάκι άνοιξε τα μάτια του πλατιά. Σηκώθηκε από την ξύλινη καρέκλα και του έδωσε το χέρι της.
«Χρόνια σας πολλά κύριε. Πολύχρονος. Με λένε Κατερίνα». Εκείνος σάστισε. «Πως είναι δυνατόν…» σκέφτηκε.
«Που μένεις Κατερίνα;»
«Σ’ ένα άδειο σπίτι κύριε Θανάση. Με κάτι άλλα παιδιά σαν κι εμένα. Κάθε πρωί έρχεται ένας κύριος και μας δίνει κούτες με τσιγάρα για να πουλήσουμε στο λιμάνι. Μας παίρνει ό,τι χρήματα μαζέψαμε κι αφού μας δίνει σοκολάτες, φεύγει. Κάποιες φορές μας φωνάζει και δεν μας δίνει τίποτα, γιατί λέει, δεν πουλήσαμε».
«Που είναι οι γονείς σου Κατερίνα;»
«Δεν ξέρω κύριε. Δεν τους έχω δεί. Το μόνο που θυμάμαι, πριν από πολύ καιρό, ήταν δυο πλάτες να φεύγουν και μια κυρία με λευκή μπλούζα να με τραβάει από κάτι κρύα κάγκελα. Μετά, τίποτα».
Πέρασαν λίγα λεπτά σιωπής.
«Τι θα πεί παιδί των φαναριών κύριε Θανάση; Όταν στέκομαι δίπλα από τα αυτοκίνητα κάποιοι με λένε έτσι. Είναι κακό;»
Ο Θανάσης κοίταξε το κορίτσι. Τέσσερις δεκαετίες τους χώριζαν. Μα κάποιες αλήθειες δεν έχουν ηλικία. Γύρισε τόσες θάλασσες, άκουσε το κλάμα της θάλασσας και της γης, ένιωσε το ψεύτικο άγγιγμα να κυλιέται μέσα του σαν σταγόνες νερό, κοίταξε στα μάτια τόσα θηρία, μα τέτοιο θηρίο σαν την ανθρώπινη κακία δεν αντίκρισε πουθενά. Μέχρι τώρα, που είχε μπροστά του ένα κοριτσάκι που το μόνο φαγητό ήταν η σοκολάτα, και η μόνη του συντροφιά, ένα μπαλωμένο και λειψό πανωφόρι.
Τότε, ένα φως άναψε μέσα του.
«Θα πάω να δώ την αδελφή μου, Κατερίνα. Θέλεις να έρθεις μαζί;» είπε με δισταγμό. Το κορίτσι κοίταξε το Θανάση μα δε μίλησε.
«Εχω πολύ καιρό να τη δώ. Δεν έχω κανέναν άλλο, μόνο αυτή. Σήμερα γύρισα από τη θάλασσα. Τι λες, θα έρθεις;» Το κορίτσι, δάγκωσε τα χείλη του, κοίταξε για λίγο τον άδειο δρόμο και σκέφτηκε.
«Ναι κύριε Θανάση. Θα έρθω».
Βγήκαν στο δρόμο, μπήκαν σ’ ένα άλλο ταξί κι έφυγαν για τη Σαγιάδα, κοντά στα σύνορα.

Πέρασε ώρα, ώσπου η μορφή της Ερμιόνης φάνηκε από μακριά. Κι εκείνη, όταν είδε το αμάξι ένιωσε ένα τσίμπημα στη καρδιά της και κατάλαβε. Έτρεξε κοντά του και τον αγκάλιασε.
«Αδελφέ μου, καλώς όρισες!»
«Ερμιόνη μου! Καλή μου αδελφή! Ψυχή μου!» είπε ο Θανάσης και τα μάτια του δάκρυσαν πολύ. Αγκαλιάστηκαν σφιχτά, μπροστά στα μάτια του κοριτσιού.
Ασυναίσθητα, η Κατερίνα πήγε και αυτή κοντά τους και τους αγκάλιασε. «Αυτή είναι η Κατερίνα. Θα σου εξηγήσω» είπε στην Ερμιόνη.
Ζεστό ζυμωτό ψωμί. Σούπα αχνιστή με λίγο λεμόνι. Κόκκινο κρασί. Η αγάπη των ανθρώπων. Ο πόνος της απουσίας τους. Η αλήθεια της λέξης «μαζί». Τα άπειρα χρώματα αυτής της λέξης. Δυο άνθρωποι πικραμένοι στη γωνιά μιας πατρίδας λαβωμένης. Κι ένα παιδί, γεμάτο απορίες.
Και ήρθε το βράδυ. Η Κατερίνα κοιμόταν βαθιά, αποκαμωμένη από τα παιχνίδια της μέρας. Ο Θανάσης κρατούσε σφιχτά τα χέρια της Ερμιόνης. Την κοιτούσε βαθιά μέσα στα περήφανα, ανοιχτά της μάτια.
«Κατάλαβες λοιπόν;» τη ρώτησε.
«Ναι Θανάση μου. Μην ανησυχείς» είπε εκείνη, κι δάκρυσε. «Τέτοια μέρα, που γιορτάζεις, αντί να σου κάνω εγώ δώρο, μου κάνεις εσύ;»
«Ελα μάτια μου τώρα» της είπε. «Εγώ θα φύγω, μα θα ξανάρθω. Να προσέχετε. Είστε δυο πλέον». Άφησε μερικά χαρτονομίσματα στα δυνατά χέρια της. «Για τη μάνα και τον πατέρα. Για να μην τους ξεχνάμε Ερμιόνη μου».
Ξημέρωνε. Έκανε κρύο, μα οι καρδιές τους ήταν πολύ ζεστές.
Το μεσημέρι, κοίταξε τις δυο γυναίκες στα μάτια. Δεν μίλησε κανείς. Δεν χρειαζόταν. Είδε την Κατερίνα να κρατάει μια κούκλα στο χέρι της, δίπλα στην Ερμιόνη. Όταν η ψυχή γαληνεύει, η ματιά χαμογελάει. Και ξαναρχίζει να ζει
Χαιρέτησε κι έφυγε. Με γεμάτη καρδιά, περιπλανήθηκε στο λιμάνι. Τυλιγμένος στο ημίπαλτό του. Μέσα στην ομίχλη, έψαξε την «Ερεικούσσα». Κι εκείνη, σαν να περίμενε μόνο αυτόν, σφύριξε δυνατά. Για νέες πορείες. Μα πάντα ανθρώπινες.

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Πολύ τρυφερό κι ανθρώπινο το άρθρο. Ο πόνος και η χαρά της καθημερινής ζωής. Μακάρι όλοι ν΄αναγνωρίζουμε τα λάθη μας και να δείχνουμε αλληλεγγύη και συμπόνοια στους συνανθρώπους μας, που μας έχουν ανάγκη.
    Ο κόντογλου λέει πως ένας άνθρωπος μέσα από τον πόνο ταπεινώνεται, εξιλεώνεται, δέχεται τη χάρη του θεού και πλατύνεται! Ο άνθρωπος μέσα από τον πόνο εξελίσσεται και γίνεται καλύτερος άνθρωπος. Αλίμονο σ’ αυτούς που ο πόνος τους κάνει σκληρούς!
    Συγχαρητήρια! συνέχισε…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.