Από την ανθολογία βραβευμένων έργων του λογοτεχνικού διαγωνισμού του 2011

Καθόμουν σε μια πέτρα μπροστά από τον Παρθενώνα, μια μέρα στα μέσα του Νοέμβρη, του πιο ζεστού φθινοπώρου που έζησα ποτέ. Θαύμαζα τον ναό της Παλλάδας, να διαβάσω εκεί, υπό την σκέπη της, ήθελα, μα οι σκέψεις μου αρμένιζαν…
Κάποια στιγμή ακούω φωνές. Μια σχολική τάξη, μάλλον η τελευταία του Δημοτικού, νεαρά παιδιά που τα συνόδευε ένας μεσήλικας δάσκαλος. Τα έβαλε σε κύκλο γύρω του, περίμενε λίγο να ησυχάσουν, κι ύστερα άρχισε να λέει:
– Παιδιά, αυτός είναι ο Παρθενώνας! Και τα μάρμαρα του Παρθενώνα, είναι η ιστορία μας. Η ιστορία μας εντυπώνεται σ’ αυτά. Το Κάλλος, το Θείον και τα Μάρμαρα αποτελούν διαχρονική Ενότητα. Εκφράζουν την Ελευθερία, την ελεύθερη βούληση ως αξία και κανόνα ζωής, ως βάση της σχέσης μας με τον Θεό και τους ανθρώπους.
Αφήνω το βιβλίο και αφουγκράζομαι.
– Το Ωραίο του ατομικού και εθνικού άθλου εξιδανικεύεται στο ωραίο και άφθαρτο υλικό μάρμαρο. Ο ωραίος άθλος γίνεται ωραίο άγαλμα, που αποθανατίζει την γενναία πράξη και μας εμπνέει, μας προκαλεί να κάνουμε το ίδιο. Να γίνουμε κι εμείς σαν κι αυτούς, ήρωες.
– Αυτά δεν γίνονται στις μέρες μας, κύριε! τον διέκοψε ένα αγόρι. Οι ήρωες είναι οι βλάκες. Σκοτώνονται, τους παραχώνουν βαθειά στη γη και κανείς δεν τους θυμάται.
Πήρε βαθειά αναπνοή ο δάσκαλος;
– Μπορεί να χεις δίκιο, Λευτέρη. Αλλά πες μου, γιατί σε λένε Λευτέρη;
– Γιατί έτσι λένε τον παππού μου.
– Και γιατί λένε έτσι τον παππού σου;
– Γιατί έτσι τον βάφτισε ο πατέρας του.
– Και γιατί τον βάφτισε έτσι ο πατέρας του;
– Ε, κύριε, δεν ξέρω ακριβώς… Νομίζω ήτανε τότε πόλεμος… Η Ελλάδα ήταν σκλαβωμένη… Και ο πατέρας του ήθελε το παιδί του να ζήσει λεύτερο.
– Αυτό ήθελε ο πατέρας του, Λευτέρη. Έκανε και κάτι;
– Έ, ναι… Πολέμησε και τραυματίστηκε. Και του κάνανε μαρμάρινη προτομή στο χωριό…
– Άρα, κατά κάποιον τρόπο, ήταν κι αυτός ένας μικρός ήρωας! Κι εσύ δεν τον ξέχασες;
– Ε, όχι, κύριε…
– Αυτό, παιδιά, είναι η μνήμη. Είναι η ιστορία, που την αποθανατίζουμε στα μάρμαρα! Χωρίς αυτά, θα ξεχνιόνταν οι πράξεις των προγόνων που μας κράτησαν ελεύθερους. Δεν θα ξέραμε από πού ερχόμαστε και πού πάμε. Θα ήμασταν, όπως λέμε στις μέρες μας, χωρίς Ταυτότητα.
Απολάμβανα τον διάλογο και θαύμαζα την υπομονή του δασκάλου. Πόσο θα ήθελα να είχα γίνει δάσκαλος. Μα σίγουρα δεν έχω το χάρισμα. Δεν μου είναι καθόλου εύκολο να μεταφέρω γνώση. Και με τίποτα δεν διαθέτω την υπομονή…
– Κύριε, εδώ λείπουν μάρμαρα! Έδειχνε ένα κορίτσι την μετώπη του Παρθενώνα.
– Τα μάρμαρα που λείπουν εδώ, Ανθή, βρίσκονται στο Λονδίνο, στο Βρετανικό Μουσείο.
– Ποιός τα πήγε εκεί;
– Ο Λόρδος Έλγιν.
– Τα έκλεψε;
– Ναι, τα έκλεψε!
– Καλά, κλέβουν οι λόρδοι, κύριε;
– Ναι, κάποτε – κάποτε, κλέβουν και οι λόρδοι.
– Και είναι όμορφα;
– Πολύ όμορφα!
– Κρίμα που δεν μπορούμε να τα δούμε, κύριε…
Δεν άντεξα στον πειρασμό. Απευθύνθηκα στον δάσκαλο:
– Θέλετε να δείξετε στα παιδιά σας τα μάρμαρα που ξήλωσε από τον Παρθενώνα ο Έλγιν; Πάρτε το βιβλίο αυτό και ξεφυλλίστε το. Εγώ κάθομαι στο πεζούλι και θα περιμένω όσο χρόνο χρειάζεται.
Πριν δείξει εικόνες από το βιβλίο μου, εξιστόρησε:
– Φανταστείτε, παιδιά, ότι βρισκόμαστε στις αρχές του 18ου αιώνα. Από την μια μεριά η Οθωμανική αυτοκρατορία με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, και από την άλλη μεριά η κραταιά Βρετανική αυτοκρατορία, που έχει πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη τον λόρδο Έλγιν, έναν διπλωμάτη καριέρας. Ως διπλωμάτης ήξερε να επωφελείται από την θέση του και την εύνοια των Οθωμανών.
– Και η Ελλάδα πού ήταν; ρώτησε ένα κορίτσι.
– Η Ελλάδα δεν υπήρχε ως κράτος. Υπήρχαν μόνον Έλληνες. Υπόδουλοι στους Τούρκους.
– Και γιατί δεν επαναστάτησαν;
– Επαναστάτησαν. Δεκάδες φορές… Αλλά δεν είναι εύκολο όταν χάσεις την Ελευθερία σου και έχεις έναν δυνάστη στον λαιμό σου, ό,τι είδους δυνάστης και αν είναι, ακόμα και οικονομικός, δεν είναι εύκολο να γλυτώσεις από αυτόν. Τελικά, με την Μεγάλη Επανάσταση που κάναμε το 1821 καταφέραμε μέσα σε λίγα χρόνια να απελευθερωθούμε. Αλλά μέχρι να γίνουμε κράτος, ο Έλγιν είχε καταφέρει να λεηλατήσει την Ακρόπολη, τον Παρθενώνα, και πολλές άλλες ελληνικές πόλεις, ακόμα και θάλασσες…
– Μας πήρε πολλά αγάλματα, κύριε; ρώτησε ένα αγόρι.
– Πάρα πολλά, Αλέξανδρε. Μόνο από τον Παρθενώνα πενήντα αγάλματα. Κι από όλη την Ελλάδα διακόσια πενήντα τρία.
– Μεγάλη καταστροφή, κύριε!
– Πολύ μεγάλη. Ένας μεγάλος Άγγλος ποιητής και φιλέλληνας, ο λόρδος Βύρων, λέει πως το έργο του Έλγιν ξεπέρασε σε βανδαλισμούς, καταστροφές και αρπαγές, ακόμη και τους Γότθους. Έγραψε μάλιστα ένα ποίημα, το Child Harold, στο οποίο στιγματίζει την απόσπαση των γλυπτών από τον Παρθενώνα, και χαρακτηρίζει την πράξη αυτή έγκλημα άξιο βαρβάρων.
– Ένας, κύριε, μόνο ένας! είπε ένα κορίτσι.
– Δεν είναι μόνο ένας, Σταυρούλα. Και ο γάλλος ποιητής Σατωβριάν, που επισκέφθηκε την Ελλάδα στις αρχές του ίδιου αιώνα, στο «Οδοιπορικό» του, θρηνεί για τις καταστροφές των Φράγκων στην Ακρόπολη, όπως και για την πολιορκία της από τον Μοροζίνι, και καταδικάζει πολύ καυστικά την λαφυραγώγηση του Έλγιν. Γράφει, χοντρικά, πως είναι πολύ λυπηρό να διαπιστώνουμε ότι οι πολιτισμένοι λαοί της Ευρώπης έκαναν μεγαλύτερο κακό στα μνημεία των Αθηνών σε διάστημα εκατόν πενήντα χρόνων , από όλους μαζί τους βαρβάρους σε διάστημα πολλών αιώνων.
Απολάμβανα σαν το παιδί τις εξιστορήσεις του δασκάλου και χαιρόμουν που δεν χρειαζόταν να το κάνω εγώ αυτό. Ο δάσκαλος στη συνέχεια έδειξε τις εικόνες από τα αγάλματα του Παρθενώνα που ο Έλγιν πώλησε στο Βρετανικό Μουσείο, τονίζοντας ιδιαίτερα το άγαλμα του Φειδία, τους Κενταύρους και την πομπή των Παναθηναίων.
Πριν καλά – καλά τελειώσει, απευθύνθηκε σ’ αυτόν ένα δροσάτο κοριτσόπουλο:
– Να ρωτήσω κάτι τον κύριο που μας έδωσε το βιβλίο;
– Βεβαίως, Νεφέλη. Είμαι σίγουρος πως ο κύριος …
– Βασίλης. είπα σιγά
– Ο κύριος Βασίλης θα σου απαντήσει.
Ήταν το τελευταίο που ευχόμουνα. Και πριν συνειδητοποιήσω ότι θα έπρεπε να μιλήσω, και μάλιστα σε παιδιά, ρώτησε εκείνη:
– Κύριε Βασίλη, πώς μπόρεσε αυτός ο Άγγλος να σπάσει τόσο όμορφα αγάλματα;
– Ξέρεις…, τραύλισα.
Και δεν ήξερα πώς να συνεχίσω… Μου έφυγε μόνο το «Αθηνά, βάλε το χέρι σου…». Δεν είμαι σίγουρος αν το σκέφτηκα ή το ψέλλισα. Πάντως πήρα βαθειά ανάσα και απάντησα:
– Ξέρεις, Νεφέλη, ξέρετε παιδιά, το κίνητρο του λόρδου Έλγιν ήταν το χρήμα. Πλήρωσε πρώτα ένα μηδαμινό ποσό στους Τούρκους, που ήταν κατακτητές, και δεν σήμαιναν γι αυτούς κάτι τα αγάλματα, καθώς δεν αποτελούσαν κομμάτι της ιστορίας, της τέχνης ή της παράδοσής τους. Και μετά αποφάσισε να τα ξηλώσει από τον Παρθενώνα και να τα μοσχοπουλήσει στην Αγγλία. Βέβαια στην προσπάθειά του να τα αποκόψει από τον ναό τα έσπασε.
– Ναι, αλλά τα αγάλματα ανήκουν στον Παρθενώνα! επέμεινε η Νεφέλη.
– Σωστά, αλλά οι άνθρωποι που λατρεύουν το χρήμα δεν το καταλαβαίνουν αυτό. Τους ενδιαφέρει μόνο να βγάλουν λεφτά, πολλά λεφτά. Από όπου μπορούν. Με το καλό ή με το κακό. Δεν είναι σε θέση, και δεν τους ενδιαφέρει, να κατανοήσουν ότι τα μάρμαρα αυτά, για μας τους Έλληνες, αλλά και τον πολιτισμένο κόσμο, είναι ιερά. Αιώνες επί αιώνων έρχονταν εδώ άνθρωποι, προσεύχονταν στην Θεά Αθηνά, την Προστάτιδα της Πόλης των Αθηνών, και καθαγίαζαν τα αγάλματα με τις υμνωδίες τους και τις προσευχές τους. Τα μεγάλα επιτεύγματα τους τα απέδιδαν στην βοήθεια της Θεάς. Γιατί είχαν ταπεινότητα, πίστευαν ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε ατελείς, και για να πετύχουμε κάτι σπουδαίο, χρειαζόμαστε την βοήθεια του θεού.

(…)

 

 Το απόσπασμα από το διήγημα του οικονομολόγου και συνεργάτη της εφημερίδας κ. Βασίλη Σεβδαλή, βραβεύτηκε στον 3ουΔιεθνή Λογοτεχνικού Διαγωνισμό με τίτλο «Τα γλυπτά του Παρθενώνα: Ιστορία μιας κλοπής ή κλοπή της ιστορίας» που διεξήχθη υπό την αιγίδα της Ελληνικής Πρεσβείας της Ελλάδας στην Αργεντινή σε συνεργασία με την Ένωση Λογοτεχνών της Αργεντινής, την Ένωση Λογοτεχνών και Συγγραφέων των Πέντε Ηπείρων το Diasporic Literature Spot της Αυστραλίας. Η τελετή βράβευσης (φωτό) πραγματοποιήθηκεί στο αμφιθέατρο του Μουσείου της Ακρόπολης την Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.