Ο συνταγματάρχης Ζ στάθηκε μπροστά στον έφεδρο στρατιώτη. Η νοτισμένη του στολή, καλά κουμπωμένη, έβγαζε μια λεπτή μυρωδιά καπνού. Τα επίχρυσα κουμπιά αχνογυάλιζαν στον ασθενικό ήλιο, που αργά-αργά σηκωνόταν πάνω από το σκοτεινό βουνό, τον Ορβηλο. Εξοχή Δράμας. Μια πνοή πριν τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Πρωινό Δεκέμβρη.
«Λέγε ακρίτα» είπε στο στρατιώτη, που χτύπησε δυνατά προσοχή.
«Ήμασταν περίπολο. Έκανε κρύο πολύ. Σε κάποια απόσταση, είδαμε μια φιγούρα μπροστά μας. Στα 10 μέτρα, αναγνωρίσαμε το συνοριοφύλακα.
Ήταν μόνος του και κοιτούσε προς τα σύνορα. Του φωνάξαμε. Δεν απάντησε. Σαστίσαμε. Τον πλησιάσαμε. Τί κάνεις εδώ; τον ρώτησα. Δεν απάντησε. Μετά από κάποια δευτερόλεπτα, γύρισε, μας κοίταξε και μας χαμογέλασε. Το πρόσωπό του ήταν ήρεμο. Απόθεσε το όπλο του στο χώμα κι άρχισε να τρέχει προς τη «γραμμή». Στάσου! του φώναξα. Πού πας από κει; Τίποτα. Έτρεχε συνεχώς αλλά δεν έδειχνε να τον κυνηγάει κάτι. Χάθηκε μέσα στην ομίχλη που άρχισε να πιάνει. Δεν ακούστηκε τίποτα. Ούτε φωνές από απέναντι. Σιωπή».
«Φοβάσαι εδώ πάνω παιδί μου;»
«Όχι κύριε συνταγματάρχα!» απάντησε ο στρατιώτης δυνατά.
«Ελεύθερος» του είπε.
Το τοπίο ήταν γυμνό. Ο χειμώνας αγκάλιαζε τα άδεια δέντρα, και τα λιγοστά φύλλα προχωρούσαν με τις ορέξεις του βορινού αέρα. Το ουρλιαχτό ενός σκύλου ερχόταν από μακριά και χανόταν στην ανοιχτή πλαγιά. Δεν είχε χιονίσει ακόμη, αν και η χρονιά τελείωνε. Οι εποχές έγιναν ανερμήνευτες.
Στο γραφείο των αξιωματικών κοντά στη σόμπα, καθόταν ο ταξίαρχος Ε από την Ελληνική αστυνομία. Στη πλάτη της καρέκλας κρεμόταν το σκούρο του παλτό. Στα χέρια του κρατούσε ένα ποτήρι κονιάκ και μια φωτογραφία. Ο συνταγματάρχης μπήκε στο γραφείο, έβγαλε το καπέλο του και κάθισε απέναντί του.
«Μερικές φορές το κονιάκ είναι καλή συντροφιά εδώ πάνω. Λοιπόν;» ρώτησε ο ταξίαρχος.
«Τίποτα, απάντησε. Οι στρατιώτες είδαν, αλλά δεν κατάλαβαν. Εσύ που τον ήξερες, τί άνθρωπος ήταν;»
«Κλειστός, είπε ο ταξίαρχος, πίνοντας από το ποτήρι του. Είχε αρκετούς μήνες εδώ. Ήταν πολύ καλός στα καθήκοντά του, γνήσιος Έλληνας Μόνο καλά λόγια ακούστηκαν γι΄ αυτόν. Σκυλί πιστό. Τα 200 μέτρα που κρατούσε ήταν «ναρκοπέδιο». Δεν πλησίαζε κανείς. Μια μέρα, έναν που τόλμησε να του δώσει λεφτά για να τον αφήσει να μπει στη χώρα, σέρνοντας τον έφερε στο γραφείο μου και τον έδεσε μπροστά μου. Έκανε τέτοια φασαρία που παγώσανε όλοι. Όπως αποδείχτηκε αργότερα στην ανάκριση, αυτός που έπιασε ήταν σωματέμπορος και περνούσε στην Ελλάδα νεαρές κοπέλες. Μοναδικός φρουρός. Φαινόμενο.
Μια άλλη μέρα, είδε από απέναντι κάποιους να κυνηγούν και να πυροβολούν ένα ελάφι που έτρεχε προς τα σύρματα. Πήδηξε τα σύρματα, μπήκε στη Βουλγαρία έπιασε τον έναν κι αφού τον αφόπλισε, του έχωσε το πρόσωπο στο χώμα φωνάζοντας του:
«Να το σέβεσαι! Δεν σε πείραξε!» Του πήρε το όπλο και τον άφησε, επιστρέφοντας στην περιοχή μας. Το ελάφι τον κοιτούσε από απόσταση, μέχρι που χάθηκε σε κάτι δέντρα».
Ο ταξίαρχος σηκώθηκε, κι άρχισε να περπατάει αργά μέσα στη ζεστή αίθουσα. Στάθηκε στο υγρό τζάμι. Το καχεκτικό κίτρινο φως του προβολέα, απλωνόταν στον ουρανό. «Εδώ, ο χρόνος κυλάει περίεργα», ψιθύρισε στο πουθενά.
«Γονείς είχε;» ρώτησε ο συνταγματάρχης.
«Μια μάνα μόνο, άρρωστη καιρό. Δεν επικοινωνεί ούτε καταλαβαίνει. Δε θα της πούμε τίποτα».
Ο ταξίαρχος σηκώθηκε, φόρεσε το παλτό του και πήγε προς την πόρτα.
«Θα κάνω μια βόλτα. Θέλω λίγο να σκεφτώ. Δες στο τραπέζι τα πράγματά του, κι αν βρεις κάτι…» Στο άνοιγμα της πόρτας, ένα ψυχρό κύμα μπήκε μέσα.
Ο συνταγματάρχης έψαξε τα πράγματα του συνοριοφύλακα. Ένα ζευγάρι ωτασπίδες, ένας μαύρος σκούφος, ένα δερμάτινο σημειωματάριο, μια ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός χωριάτικου σπιτιού και μπροστά ένα κοριτσάκι με άσπρο φιόγκο στα μαλλιά να κοιτάζει σαστισμένο, ένα μπλε στυλό. Κι ένα γράμμα. Το κράτησε για λίγο στα χέρια του, κάθισε στο γραφείο και το άνοιξε.
«Ακριβή μου μάνα.
Διασχίζω τα τελευταία μέτρα της Ελλάδας. Είναι πρωί, κι εδώ πάνω κάνει συνεχώς κρύο. Τα ψηλά δέντρα είναι λίγα και το χορτάρι φτωχό. Είναι πολύ παράξενο: τώρα είμαι «εδώ», αλλά σε λίγα μέτρα είμαι «αλλού». Αυτό το «εδώ» και το «αλλού», που αλλάζει τους ανθρώπους και συχνά τους κάνει απόμακρους, εχθρικούς. Θυμάμαι τον πατέρα που πολεμούσε τότε, κι όποτε τον ρωτούσα πώς ένιωθε που πατούσε σ› άλλη γή μου έλεγε «η γή είναι μία παιδί μου. Η καλοσύνη σου δεν πρέπει να σταματάει πουθενά αλλά να κυλάει σ› όλη τη γή, σ› όλες τις καρδιές και τις ψυχές. Κι αν αυτές δεν σε καταλαβαίνουν, σε νιώθουν κι αυτό είναι πιο σημαντικό. Κάνε πάντα το καλό παιδί μου και μην ζητάς. Μείνε άνθρωπος. Στάσου όρθιος. Και φύγε όρθιος».
Kαλή μου μάνα. Εσύ πια δεν με καταλαβαίνεις. Σου στέλνω όμως την ενέργεια μιας χώρας που πονάει, που ματώνει και λυπάται κάθε ώρα, κάθε λεπτό. Κι αν φόρεσα στολή, ήταν γιατί ήθελα να δείξω ότι ο νόμος πρέπει να βασίζεται στην αγάπη, στη συμπόνια, στην έγνοια. Εδώ πάνω μάνα μου, οι άνθρωποι δεν μιλούν εύκολα. Έχουν όμως μέσα τους τη φύση, το ψηλό χορτάρι, το αναμμένο τζάκι, τους καρπούς του δέντρου. Αγαπούν τη γή τους, την ακούνε όταν κλαίει, κι όταν γελάει. Μα είναι λίγοι. Η πόλη τους έχει τραβήξει με τα απατηλά της φώτα.
Κοιτάζω απέναντι και βλέπω δυστυχία. Έρχονται μπροστά μου άνθρωποι απελπισμένοι, με παρακαλάνε να τους αφήσω να μπούν στη χώρα μας, μου δείχνουν χρήματα, κάποιες κοπέλες βγάζουν τα ρούχα τους και με προσκαλούν. Βλέπω τα πρόσωπά τους και πικραίνομαι, μα ο νόμος είναι σκληρός. Μια μέρα στάθηκε μπροστά μου μια μικρή μάνα με το νεογέννητο μωρό της. «Πεινάω» μου έλεγε, με σβηστή φωνή. Με κοίταζε πίσω από τα σύρματα διαλυμένη. Της έδωσα λίγο ψωμί και χρήματα. Μετά από μέρες, την είδα στην πόλη μέσα σε μια κούρσα πολυτελείας, δίπλα σ› ένα γλοιώδη τύπο. Με κοίταξε και δάκρυσε.
Πώς έγινε έτσι αυτός ο κόσμος μάνα μου… Πού είναι η Ελλάδα μας; Σε ποια βιβλία την ξεχάσαμε; Με ποιό δηλητήριο την ποτίσαμε κι έχει στεγνώσει; Πότε θα βγούμε μπροστά και θα διδάξουμε ξανά τι σημαίνει ελευθερία, έθνος, ανθρωπιά, αλληλεγγύη; Γιατί δεν κάνουμε την κρίση ευκαιρία να ξανασυναντηθούμε, να δούμε τα λάθη μας και να τα διορθώσουμε; Δεν είναι αργά. Μα δεν ξέρω τί περιμένουμε.
Βλέπω τον σάπιο πλούτο εδώ πάνω μάνα μου κι αηδιάζω. Βλέπω πως αγοράζονται όλα και φεύγω μακριά. Όσα χρήματα έχω, τα έστειλα στην Αννούλα μας, για να σε φροντίζει και να προσέχει τον εαυτό της. Εγώ δεν χρειάζομαι τίποτα. Βλέπω τον αετό που πετάει περήφανος, και ξαναγεννιέται η ψυχή μου. Βλέπω τη γαλανόλευκη να αψηφά την ομίχλη και νιώθω πλήρης. Δεν ξέρω ποια είναι η δύναμή μου. Ξέρω όμως ποια είναι η αγάπη μου. Η πίστη μου. Είναι η Ελλάδα μας. Η πικραμένη μας Ελλάδα που ταξιδεύει στους ουρανούς. Είναι η μικρή μας ζωή που γίνεται μεγάλη, όταν κοιτάξουμε τον άλλο στα μάτια, του σκουπίσουμε τα δάκρυα, τον χτυπήσουμε στους ώμους με τα χέρια μας και του πούμε: «δεν είσαι μόνος».
Δεν είμαι νικητής μανούλα μου. Είμαι ένας απλός στρατιώτης. Μέσα από τα νάματα τα δικά σου και του πατέρα, ζώ ξανά. Προσφέρω. Όπου και να ΄μαι. Όπου και να πάω. Να προσέχεις».
Ο συνταγματάρχης Ζ άφησε το γράμμα στο γραφείο και σκέπασε το πρόσωπό του. «Τόσα χρόνια προσπαθώ να καταλάβω. Τόσα χρόνια…»
Μετά από λίγα λεπτά η πόρτα άνοιξε. Ο ταξίαρχος Ε στάθηκε μπροστά του.
«Το κρύο μαλάκωσε κάπως, είπε. Δεν βρίσκω άλλη αιτιολογία. Χάθηκε εν υπηρεσία».
«Ναι, είπε ο συνταγματάρχης. Ο συνοριοφύλακας Ι, χάθηκε εν υπηρεσία».
Στο προαύλιο, η φωνή του κόρακα ταξίδευε στη χειμωνιάτικη μονοτονία.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.