Δεν φανταζόμουν ποτέ την μέρα που γεννήθηκα, πως θα πεθάνω έτσι. Χαράμισα ολοκληρωτικά εκείνες της 365 μέρες του Ήλιου που με ήθελαν άγρυπνο ενώ εγώ κοιμόμουν. Γι αυτό και έζησα ακριβώς 20.440 ημέρες. Ούτε μια παραπάνω. Δεν είμαι νεκρός, όχι. Τώρα μόλις που μιλάμε, σκαρώνω τον θάνατο μου. Είμαι υγιής και νέος. Αν σκεφτεί κανείς ότι είμαι μόλις 56 ετών κι έχω δυνατό σώμα, πλούσια μαλλιά, ορμή, θέληση κι ένα πολύ ισορροπημένο και ισχυρό μυαλό, θα καταλάβαινε πως δεν πεθαίνω από απόγνωση, δεν πεθαίνω από ανάγκη.
Πεθαίνω από επιλογή. Κατάλαβα και μελέτησα καλά την ζωή και είδα πράγματα -ίσως και θαύματα ακόμη- που ο ανθρώπινος νους δεν χωράει. Εξέλιξα και ανέπτυξα όλες μου τις αισθήσεις και μπορούσα να αντιληφθώ στον χώρο που βρισκόμουν, όχι μόνο τους ανθρώπους και τα χρώματα, όχι μόνο τις ενέργειες και τις δονήσεις, μα ακόμα κι εκείνο τον ελάχιστο ήχο που κάνει μια μπότα όταν συντρίβει ένα μυρμήγκι ή τον ήχο που κάνει ένα ποντίκι που ανασκαλεύει απάνω σε ένα δέντρο. Οι αισθήσεις μου ήταν πάντοτε υπεροξυμένες. Γνώριζα πάντα τους ανθρώπους καλύτερα από όσο οι ίδιοι γνώριζαν τον εαυτό τους. Κι όμως, τίποτα δεν ωφέλησε.
Έζησα απομονωμένος για πολλά χρόνια και ποτέ δεν αναζήτησα την ζωή. Προσέδωσα στην γνώση θεϊκές αρετές και εγκλωβίστηκα στο “περισσότερο”. Έλεγα από μέσα μου: “Όσο πιο πολλά γνωρίζεις, τόσο πιο πολύ…” τι;;; Τόσο πιο πολύ “τίποτα” ήταν η απάντηση. Σε τι διέφερα εγώ από εκείνους τους ανθρώπους που δεν είχαν ποτέ μελετήσει ή διαβάσει ή μορφωθεί; Σε τίποτα απολύτως. Όσοι με ευχαρίστηση περιφρονούσα ανοιχτά, ήταν άνθρωποι ακριβώς σαν κι εμένα. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Ήταν θέμα τύχης, που εμένα μου χαρίστηκε αυτός ο “δανεικός χρόνος”, ο χρόνος εκείνος, που αρπάχτηκε βίαια από άλλους για να μπορώ εγώ να μελετώ με φαουστική απληστία τους εκατοντάδες τόμους που η ιστορία έγραψε…
Κι έτσι, όταν έγινε η άνιση κατανομή του πλούτου και έλαβα χαριστικά και άδικα το μεγαλύτερο κομμάτι: “την μερίδα του λέοντος” καθώς λένε, τότε γύρισα και έφτυσα στα μούτρα όλους εκείνους τους Ανθρώπους, που η μοίρα θέλησε φτωχούς και αμόρφωτους. Τώρα ξέρω από όλα. Λίγο απ’ όλα. Θυμάμαι την μητέρα μου που μαγείρευε στην κουζίνα, κι ύστερα έπλενε και καθάριζε, κι ύστερα ετοίμαζε τσάι και φαγητό κι ύστερα σιδέρωνε τα ρούχα και τακτοποιούσε, κι ύστερα, κι ύστερα, κι ύστερα… Έως που μια μέρα πέθανε και τα άφησε όλα πίσω της καθαρά, όλα “εν τάξει”. Κι εγώ τι έκανα; Διάβαζα, διάβαζα, διάβαζα… Εμπνεύστηκα από τον θάνατο της για να γράψω “ποίησης περί θανάτου” γιατί πριν από αυτό το ερέθισμα, ήμουν στεγνός.
Τέτοιος ήμουν. Άπληστος και διεφθαρμένος. Μόνο για μένα. Όλα για μένα. Δεν θυμάμαι ποτέ, αν σήκωσα έστω και για μια φορά το βλέμμα μου από την μελέτη, για να την δω και να την ευχαριστήσω. Πολύ αργότερα κατάλαβα συνειδητά, πως από εκείνην, όπως και από χιλιάδες ακόμα κόσμο, έκλεψα πολύτιμο χρόνο, τον χρόνο εκείνον που αυθαίρετα πρόσθεσα σε εμένα και στην μελέτη μου. Πίσω από την δικαιολογία της παρά-μορφώσεως μου, βρισκόταν πάντα η νωθρή και μίζερη φύση μου.
Τώρα βλέπω, πως η μόνη διαφορά μου με αυτούς τους ανθρώπους, είναι πως εκείνοι καταπιάνονταν από τα μικρά προβλήματα, ενώ εγώ απ τα μεγάλα. Τα προβλήματα μας όμως, παρέμεναν προβλήματα, ανεξαρτήτως βαρύτητας… Κι όταν ακόμα και τώρα, εγώ ανησυχώ για την ύπαρξη και τον θάνατο, ξέρω πως η μητέρα μου θα είναι κάπου εκεί κοντά, για να ανησυχεί ακόμα, για τον αν θα έχω φάει ή για το αν θα έχω ντυθεί ζεστά. Το πρόβλημα λοιπόν, δεν εντοπίζεται στο χάσμα που υπάρχει στην μόρφωση μας, μα στο χάσμα που υπάρχει ανάμεσα μας.
Η εκπαίδευση ήταν ο παράγοντας που με έκανε να βλέπω “πολύ μακριά” άλλα ποτέ «γύρω εκεί κοντά», εκεί οπού υπήρχαν πάντα άνθρωποι που με είχαν πραγματικά ανάγκη. Τώρα είμαι μόνος. Ξυπνάω μόνος, κοιμάμαι μόνος, ταξιδεύω μόνος, πεθαίνω μόνος. Πήρα την απόφαση του «μεγάλου Όχι» και του «Ποτέ ξανά». Τέτοιες αποφάσεις, δεν έχουν γυρισμό. Γι αυτό και τώρα είμαι πολύ μακριά. Τόσο μακριά που φοβάμαι πως έχω χαθεί. Ποτέ δεν νοστάλγησα τις αξιώσεις και τις τιμές τους, ποτέ δεν πεθύμησα τα ακριβά κρασιά ή τα μεγάλα αμάξια, ποτέ δεν θυμήθηκα τα χρόνια της ακμής μου… Ακόμη και τώρα, στη παρακμή των χρόνων, το μόνο που έμεινε να θυμάμαι, είναι εκείνες οι γιορτές που κάποτε έζησα συντροφιά με άλλους. Τα φθηνά κρασιά και οι ζεστές ανάσες μας, μας μέθαγαν γλυκά και ούτε καταλαβαίναμε πως περνούσε ο χρόνος.
Τώρα πια χρόνος έχει σταματήσει στο μηδέν. Εδώ που είμαι, ούτε παρελθόν μα ούτε και μέλλον φαίνεται να υπάρχει. Ένα κατεστραμμένο παρόν μόνο σιγοκαίει, για να μου θυμίζει πως κάποτε έζησα για να μορφωθώ ώστε να πεθάνω τώρα παραμορφωμένος, ατελής και μόνος. Αν δεν είχα κουραστεί τόσο στο να γίνω κάποιος, ίσως τώρα να ήμουν ο εαυτός μου. Μα δεν κατάφερα ποτέ να φτάσω εμένα, γιατί πάντα έτρεχα για να προφτάσω άλλους. Ποιους άλλους; Φανταστικούς πρωτοπόρους. Κανένας δεν υπήρχε εκεί στην πραγματικότητα, παρά μόνο ο άρρωστος εγωισμός μου. Όταν ξαφνικά συνέβη το αναπόφευκτο! Μια στάλα αίματος έχασε την πορεία της και φύτρωσε ξαφνικά μες στον εγκέφαλο μου, σε σημείο όμως που δεν υπήρχε ποτέ αίμα και ούτε έπρεπε να υπάρξει.
Αυτό το αιμάτωμα, με οδήγησε σε εκείνο το φοβερό όραμα που με ξύπνησε από έναν βαθύ “εν ζωή” ύπνο, για να με οδηγήσει σε έναν αιώνιο “εν τάφω” θάνατο . Είδα το σώμα μου ακέφαλο και φυλακισμένο να στέκεται πάνω σε έναν μεγάλο πέτρινο καμβά, γεμάτο χρώματα και πινέλα. Έκανα να απλώσω τα χεριά μου για να ζωγραφίσω το ακέφαλο κεφάλι μου, όταν συνειδητοποίησα πως οι ώμοι μου είχαν ατροφήσει και τα χέρια μου, κομμένα πλέον, τα ρουφούσε ένας στρόβιλος άμμου που άνοιγε κάτω απ’ γη σαν μαύρη τρύπα. Από το λαιμό μου άρχισε να φυτρώνει τρομακτικά ένα μεγάλο κεφάλι από οπού γένια, τρίχες και σάλια ξεπετάγονταν. Τα μάτια μου γίναν δυο μικρές κηλίδες αίμα και τα δόντια που φύτρωναν ανεξέλεγκτα στα ούλα μου, ήταν ήδη χαλασμένα.
Κάπου μακριά στον ορίζοντα, δυο νέοι φιλιόντουσαν με ασίγαστο πάθος, λες και προσπαθούσε ο ένας να φάει τον άλλον. Μια μεγάλη ναυτία άρχισε να υψώνεται από το μάκρος των νυχιών μου, μέχρι την πέτσα του κρανίου μου. Είδα ξαφνικά τον νέο να κόβει το κεφάλι της κοπέλας και να το κρατάει στα δάχτυλα του. Αυτό το κεφάλι, ήταν δικό μου. Εκείνος ο νέος, ήμουν εγώ. Εγώ που τόσα χρόνια ερωτευόμουν μονάχα τον εαυτό μου. Κανέναν άνθρωπο δεν άφηνα να χαλάσει αυτόν τον ναρκισσισμό γιατί μονάχα το είδωλο μου μπορούσε να με σαγηνεύσει. Στέκομαι ακόμα επάνω στο καμβά και η ναυτία δεν λέει να υποχωρήσει. Τα χρώματα έχουν ξεραθεί και όλα τα πινέλα εξαφανίζονται. Ένα τεράστιο κλειδί βρίσκεται ακριβώς στα δεξιά μου. Το βλέπω μα δεν έχω χέρια να το φτάσω. Νιώθω μέσα στα πόδια μου να ριζώνει ένα μεγάλο κούτσουρο, ενώ παράλληλα από τον αφαλό μου ξεπετάγονται ορμητικά, κλαδιά και ξερά φύλλα. Στην θέση της καρδιάς μου, ένα μεγάλο κατακόκκινο τριαντάφυλλο ανθίζει στιγμιαία και μαραίνεται. Το σώμα μου έχει μετατραπεί σε κορμό δέντρου. Το κεφάλι μου έχει παγώσει προς την κατεύθυνση οπού βρίσκεται εκείνο το κλειδί. Αισθάνομαι πως αν δεν βρω έναν γρήγορο τρόπο να το πιάσω, θα μεταμορφωθώ σε ξύλο. Μια σκιά αρχίζει να απλώνεται πάνω μου, σαν να μετράει αντίστροφα τον χρόνο που μου απομένει. Απλώνω την γλώσσα μου σαν σαύρα να πιάσω την πολύτιμη σωτηρία, ακριβώς την ώρα που ο Ήλιος δύει. Το κλειδί μπλέκεται στην γλώσσα μου και καθώς πάω να το καταπιώ, φράζει τον λαιμό μου. Τώρα πλέον που είμαι νεκρός, καταλαβαίνω πως έτσι ήταν πάντοτε με όλα.
Έτσι ήταν ανέκαθεν η ζωή μου. Μόνο λίγο πριν το τέλος είχα την διαύγεια που μου χρειαζόταν για να τολμήσω να ζήσω ελεύθερος, μα τότε δεν υπήρχε πλέον ο καιρός. Και εγώ που νόμιζα πως ήμουν αθάνατος! Το όραμα μου όμως δεν τελειώνει εδώ… Είδα τα μάτια μου να γεμίζουν χώματα και δάκρυα ξένων και είδα κι έναν μικρό σταυρό να καρφώνετε στο κούτελο μου. Δεν ένιωσα πόνο. Ούτε τώρα νιώθω. Στην θέση της καρδιάς μου, έχουν φωλιάσει μικρά γλιτσερά ζωύφια. Η σάρκα μου αφανίζεται και μαζί της αφανίζομαι κι εγώ. Ακούω ακόμα στο βάθος του κόσμου, ποδοβολητά χαμένων ανθρώπων και ζώων, που τρέχουν να προφτάσουν τον χρόνο, σαν να μην γνωρίζουν πως ο χρόνος έχει ήδη μεριμνήσει για αυτά. Από τα μάτια μου τρέχουν δυο σταγόνες δάκρυα που μουσκεύουν το κρανίο μου. Μένω ασάλευτος και νεκρός. Με παγίδευσαν σε μια κονσέρβα κατανάλωσης σκουληκιών. Μόνο η φρίκη σπαράζει μέσα μου. Αν υπάρχει κάτι που αναπολώ τώρα από την ζωή που σπατάλησα, είναι εκείνες οι μέρες του Ήλιου που εγώ επέλεξα να τις περάσω ξαπλωμένος στο κρεβάτι.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.