Ανοίγεις τα μάτια σου. Λίγο πριν ξημερώσει. Τα μυθικά σου σεντόνια σ? αποχωρίζονται. Το πρώτο φώς της μέρας χαιρετάει αργά τη γαλήνη της αφής σου. Το ζεστό νερό αργοκυλάει στο σώμα σου. Οι αισθήσεις σου ξύπνησαν. Το πρωί σου είναι πάντοτε αγνό.Καθρέφτης. Το πρόσωπό σου και η εικόνα του. Αγγίζεις τα λυτά σου μαλλιά και με απαλές κινήσεις τα δένεις. Τα μάτια σου φωτίζουν. Τα χείλη σου παίρνουν κάτι από το κόκκινο της φωτιάς. Διαλέγεις ρούχα. Κάνεις συνδυασμούς. «Με τι πάει αυτό άραγε» σκέφτεσαι. Πρέπει ν? αρέσεις. Σου αξίζει ν? αρέσεις, γιατί έχεις όμορφη ψυχή. Από το παράθυρο κοιτάς τον ήλιο που υποκλίνεται και σιγά-σιγά σε τυλίγει. Αντλείς δύναμη από την θαλπωρή του. Αντλεί δύναμη από το φως των ματιών σου. Είσαι έτοιμη. Η μέρα σε περιμένει.
Δρόμοι φωτεινοί. Αγχωτικοί. Φορτωμένοι με αριθμούς, σχήματα, σκέψεις, προθέσεις. Στην ασαφή ασφάλεια του μικρού σου αυτοκινήτου, βλέπεις τα φώτα ν? αντανακλούν στο τζάμι. Τους διαβάτες με τις ανήσυχες ματιές τους και τις κρυφές ελπίδες τους. Σε κάποιο φανάρι σου χαμογελούν. Διστάζεις ν? απαντήσεις και φεύγεις μπροστά.
Ανεβαίνεις αργά τις σκάλες για το γραφείο σου. Η εργασία σου, ένα μικρό σύμπαν. Μια ηλεκτρονική ζούγκλα που συνεχώς απαιτεί. Καθώς ετοιμάζεις λίγο καφέ, συναντάς κάποιο συνάδελφό σου. Έχεις καταλάβει πως εδώ και μέρες κάτι θέλει να σου πει, αλλά διστάζει. Ίσως και να φοβάται. Κάποια άρνηση, κάποιο «ναι, αλλά..». Εσύ όμως του χαμογελάς. Βαθιά μέσα σου ίσως κάτι να θέλεις κι εσύ να του πεις, αλλά νιώθεις πως είναι νωρίς. Και περιμένεις. Τι άραγε?
Ο διευθυντής σου. Κυκλοδίωκτος και ανυπόμονος. Ο σύγχρονος αξιωματούχος που κυνηγάει αριθμούς κι επιτυχίες. Ανίκανος ν? αφουγκραστεί τη φλόγα της ευαισθησίας σου, δυστυχισμένος σ? ένα γάμο στεγνό και δυσλεκτικό, αλλάζει συνεχώς κοστούμια για να σε γοητεύσει. Ανήμπορος να κοιτάξει μέσα στα μάτια σου, αναζητά πιθανές ακάλυπτες πτυχές του κορμιού σου. Ότι του έμεινε πλέον, είναι η φαντασία του, κι αυτή λειψή. Το μόνο δικαίωμα που του εκχωρείς, είναι η αταλάντευτη στάση σου για υπεύθυνη εργασία. Συνέπεια, και όχι πρόκληση. Στην ψευδαίσθηση της όποιας κίβδηλης περιουσίας, χτίζεις την αντίσταση της αξιοπρέπειας σου. Και αντέχεις. Μην ενδώσεις καρδιά μου. Δεν αξίζει.
Οι ώρες περνούν. Η κούραση σκιάζει τα βλέφαρά σου, αλλά δεν μιλάς γιατί έχεις φιλότιμο κι ότι σου χαρίζεται το αρνείσαι ως ύποπτο. Η εργασία σου τελείωσε. Αποχαιρετάς και φεύγεις.
Οι δρόμοι έγιναν χείμαρροι. Αυτές τις ώρες το άγχος οδηγεί τα βήματα των ανθρώπων. Στα φανάρια, στα τρένα, στις στάσεις των λεωφορείων. Μέσα στις πίκρες της ημέρας όμως, κρατάς το κεφάλι ψηλά γιατί έκανες αυτό που έπρεπε. Το σωστό.
Η νύχτα πλησιάζει. Στο μπαλκόνι σου, ο έναστρος θόλος στέλνει αστέρια στις παλάμες σου για να σε φωτίζουν συνεχώς. Στην ψυχή και στη ματιά σου, δεν ταιριάζει κανένα σκοτάδι. Το τηλέφωνο χτυπάει. Γνώριμες φωνές σε προσκαλούν. Η άνοιξη αγγίζει απαλά τον ώμο σου και σου ψιθυρίζει «ζήσε»!
Πνίγεις τις σειρήνες της ψεύτικης ομορφιάς. Η αλήθεια της πραγματικής γυναίκας που σκορπάει χρώμα κι όχι πανικό, καίει το πρόσωπό σου. Σε κάποιο μπαρ, θ? αρνηθείς να διπλώσεις τα πόδια σου προκλητικά, γιατί τα αισθήματά σου δεν τα οδηγεί το συμφέρον ή η λαγνεία που κρατάει λίγα λεπτά. Ξέρεις πως αυτό δεν αρέσει, αλλά δεν σε νοιάζει.
Ξαφνικά όμως, καθώς οι ώρες προχωρούν, κάτι σ? έχει καταβάλλει. Μια απουσία που αμίλητη υπομένεις; Μια αγάπη που σε συγκλόνισε αλλά την έχασες; Το πρόσωπο σου θολώνει. Το κορμί σου πλέον το κυβερνά μια ξένη δύναμη. Εσύ όμως ξέρεις την αλήθεια. Η ψυχή σου έβγαλε φτερά και δοκιμάζει να πετάξει. Να πετάξει ψηλά και ν? αφήσει όλα τα βαρίδια της καρδιάς σου. Ο,τι πρόδωσε το αγνό συναίσθημα σου ή τη προσμονή της αγάπης σου. Κυκεώνας φωνών, κατεστραμμένων ήχων και κακόγουστης μελωδίας πλανώνται μέσα σου. Φεύγεις, αλλά μέσα στο χάος κανείς δεν το καταλαβαίνει.
Περπατάς μόνη σου, σε κάποια λεωφόρο. Οι ιέρειες της νύχτας αδιάφορες σε κοιτούν καθώς τις προσπερνάς. Μια λύπη περιφέρεται στα μάτια σου, αλλά ένα ξαφνικό αεράκι τη διώχνει. Η δύναμή σου είναι η καρδιά σου που ανθίζει σε όλους τους καιρούς. Δεν απόθεσες τις αξίες σου σε καμία ζυγαριά. Τις κουβαλάς μέσα σου, φωτεινό φάρο της ζωής σου.
Επιστρέφεις σπίτι σου. Μόνη. Το ζεστό νερό ακουμπάει ξανά το κορμί σου. Βυθίζεσαι μέσα του. Σου θυμίζει μια θάλασσα που αγκάλιασες. Ένα βυθό που αγνάντεψες. Ένα φιλί που έδωσες, σιωπηλά. Ένα χέρι που σε άγγιξε και σου χάρισε μια ελπίδα. Θα τα ξαναβρείς μάτια μου.
Τα φώτα της νύχτας εισέβαλλαν διακριτικά στο δωμάτιο σου. Κυκλώνεσαι γύρω από τα σεντόνια σου ξανά, αυτά τα σπάνια σεντόνια που θα γεμίσουν από το μεθυστικό σου άρωμα. Η σκέψη σου ταξιδεύει μέσα σε χαμένες ευκαιρίες και φώτα που σβήσανε. Στα ίχνη μιας μοναξιάς που αγγίζει το δέρμα σου, λίγο πριν τα γλυκά σου βλέφαρα κλείσουν και παραδοθείς στην πτήση του ύπνου, στα χρώματα του ονείρου. Στο προσκέφαλό σου αφήνω δύο γαρδένιες. Την ησυχία σου ασπάζομαι κι αποχωρώ.
Η ζωή, είναι η δική σου διαδρομή, η δική σου πορεία μέσα στο ατέρμονο του χρόνου, μια στιγμή αιωνιότητας και σιωπής. Η ζωή, είναι η ζωή που θα φέρεις στον κόσμο, η δημιουργία, η αρχή και το τέλος. Η αγάπη που θα εμπνεύσεις. Τα πρώτα αισθήματα μιας αιώνιας άνοιξης. Η αλήθεια που μόνο εσύ μπορείς να μας διδάξεις κι αμίλητοι θα σε ακούσουμε. Όλα τα πρωινά του κόσμου θα ζητήσουν το τραγούδι σου. Όλα τα φώτα της νύχτας θα ικετέψουν για λίγο από το φως σου. Η γή ανασαίνει από το χαμόγελό σου.
Γυναίκα, εσύ. Λατρεία, εσύ. Χαίρε!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.