mustakh.jpg

Προχθές κατέβαινα, με τα πόδια, την οδό Αθανασίου Διάκου, στο τμήμα της μεταξύ Γ. Παπανδρέου και Ελ. Βενιζέλου. Περπατούσα επάνω στο δρόμο αφού δεν υπάρχουν πεζοδρόμια και όπου υπάρχουν δεν είναι προσβάσιμα είτε λόγω κακής κατασκευής, αφού ο δήμος δεν ελέγχει ποιος κάνει, πώς και με ποιες προδιαγραφές, είτε επειδή είναι σταθμευμένα πάνω τους αυτοκίνητα. Αλλά γιατί σας τα περιγράφω αυτά, όλη σχεδόν η Ερυθραία σε τέτοια κατάσταση βρίσκεται.
Βέβαια, όχι ότι το οδόστρωμα βρίσκεται σε καλύτερη μοίρα. Κρύβει τις δικές του παγίδες λακκούβες. Πέρυσι, αρχές Αυγούστου, σε μία τέτοια λακκούβα παραπάτησα και έπεσα. Προσπαθώντας δε να κρατηθώ με τα χέρια, χτύπησα τελικά και τα τέσσερά μου άκρα και δυστυχώς άσχημα στα πόδια. Ακόμη με ενοχλεί ο τένοντας του δεξιού μου ποδιού και το αριστερό μου γόνατο.
Η λακκούβα είναι ακόμη εκεί, βαθαίνει και μεγαλώνει, για να μου θυμίζει το ατύχημα μου και ότι έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος και τίποτα δεν διορθώνεται σ αυτή την πόλη, ούτε καν οι λακκούβες.
Εκεί λοιπόν που περπατούσα στη μέση του δρόμου κοιτάζοντας κάτω με προσοχή, μήπως μου τύχει καμία λακκούβα που δεν την είχα επισημάνει, ακούω ένα δυνατό κορνάρισμα αυτοκινήτου. Κατατρομαγμένη γύρισα το κεφάλι και είδα μια νεαρή κυρία με μακριά μαύρα μαλλιά, θα έλεγα ωραία, οδηγούσε με ανοιχτό παράθυρο και αισθανόταν κυρίαρχος του δρόμου. Εποχούμενη του τετράτροχου θρόνου της, ίσως και να αισθανόταν για τους πεζούς μια απέχθεια, όταν της δυσκόλευαν την μηχανική κυριαρχία της.
Έτσι τρομαγμένη που ήμουν της παρατηρώ, αρκετά ευγενικά: «Μα δεν ξέρετε, κυρία, ότι ποτέ δεν κορνάρουν σε ένα ανύποπτο πεζό και μάλιστα πίσω από την πλάτη του;».
– «Τι μου λες, να μην περπατάς μεσ το δρόμο!».
– «Μα δεν βλέπετε ότι δεν υπάρχουν πεζοδρόμια, πού να πάω;»
– «Έχει από την άλλη μεριά, να πας από κει».
– «Ούτε από την άλλη μεριά έχει, αλλά σίγουρα δεν φταίτε εσείς».
Η κυρία «οδηγός» που θεωρεί τους πεζούς εμπόδια στο δρόμο της δεν είναι η μοναδική. Ίσως θα έπρεπε στον κώδικα οδικής κυκλοφορίας να είναι μια απ τις αυστηρότερες ποινές η περίπτωση κορναρίσματος και μάλιστα σε πεζό χωρίς ιδιαίτερο λόγο, αφού υπάρχει κίνδυνος από την τρομάρα του να πέσει μπροστά στις ρόδες του αυτοκινήτου, αντί να απομακρυνθεί. Πώς θα αντιδρούσε η κυρία αν επρόκειτο για κάποιο ηλικιωμένο ή ένα μικρό παιδί;
Είναι απίστευτο πόσο αγενείς γίνονται οι άνθρωποι όταν οδηγούν, θαρρείς και γίνονται διαφορετικοί. Κρύβουν μέσα τους έναν επιθετικό, ξερόλα, «τέλειο οδηγό» και κυρίως αλάνθαστο. Έτοιμο πάντα για «καυγά» και για «μαγκιές», χωρίς ίχνος σεβασμού στους άλλους οδηγούς αλλά ούτε και στους πεζούς.
Οι πιο πολλοί θα έχετε διαπιστώσει ότι σε πολλές χώρες του εξωτερικού οι πεζοί έχουν παντού και πάντα προτεραιότητα. Πάντα ακόμη και σε κόκκινο φανάρι για πεζούς, αν τύχει κάποιος να κατεβάσει το πόδι του από το πεζοδρόμιο, αυτόματα σταματούν τα αυτοκίνητα. Το αντίθετο το έχω συναντήσει μόνο στην Ελλάδα και στην Γερμανία.
Πουθενά στον πολιτισμένο κόσμο δεν κορνάρουν, εκτός απ την Ελλάδα και την «εκτός συναγωνισμού» Αίγυπτο. Εκεί κορνάρουν «καθ έξιν», απ τη στιγμή που θα μπουν στο αυτοκίνητο μέχρι που θα βγουν. Ο χαρακτηριστικός ήχος της πόλης του Καΐρου είναι το κορνάρισμα.
«Τουλάχιστον αν ζούσαμε από την ανάποδη
να τα βλέπουμε όλα ίσια; Μπα!» 1
Θυμάμαι, αρκετά χρόνια πριν, βρισκόμουν με το αυτοκίνητό μου στο φανάρι της οδού Όθωνος στην Κηφισιά και κατευθυνόμουν προς το σπίτι μου. Άναψε το φανάρι κίτρινο και εγώ σταμάτησα. Τότε ένας νεαρός γύρω στα δεκαοκτώ, που ήταν με το αυτοκίνητό του πίσω μου, αναγκάστηκε να σταματήσει. Με έναν ελιγμό ήρθε από τα δεξιά μου για να με βρίσει λέγοντάς μου: «Δεν πας κυρά μου να πλύνεις κανα πιάτο;». Γύρισα το κεφάλι και του χαμογέλασα. Θύμωσα βέβαια με το θράσος του αλλά δεν του απήντησα! Άλλωστε τι να του πω; Ήταν μόνο 18 χρόνων και το αυτοκίνητο ασφαλώς ανήκε στους γονείς του. Η έλλειψη σεβασμού του δεν μου έκανε εντύπωση. Αυτά θα άκουγε στο περιβάλλον του, όχι απαραίτητα στο οικογενειακό αλλά θα μου πείτε και γιατί όχι.
Είναι ίσως γνωστό ότι πολλοί «πολιτισμένοι» και «εκτός πάσης υποψίας» κύριοι δεν σέβονται καθόλου τον άνθρωπο, παρ όλες τις αντίθετες δηλώσεις τους και τις επίσημες συμπεριφορές τους, και κυρίως δεν σέβονται τις γυναίκες.
Στο σπίτι και στην οικογένειά τους μιλάνε απερίφραστα και εκφράζουν τα πραγματικά πιστεύω τους με έπαρση και μάλιστα κομπάζουν για τις θεωρίες τους περί των γυναικών και, όπως λένε δήθεν χαριτολογώντας, τις θεωρούν «ως τον καλύτερο φίλο του ανθρώπου». Ικανές για να μαγειρεύουν και να πλένουν πιάτα! Και βέβαια δεν τους αναγνωρίζεται καμιά άλλη δικαιοδοσία, εκτός ίσως αν αφορά στη μάνα τους, στην κόρη τους και την αδελφή τους. Όλες οι άλλες είναι το ίδιο άχρηστες και για κατανάλωση.
«Κυνηγέ,
υποπτεύομαι γιατί σκοτώνεις τα πουλιά
τα απωθημένα σου φτερά εκδικείσαι» 2
Δυστυχισμένοι κομπλεξικοί, που δεν καταφέρανε να ξεπεράσουν το σοκ της ισότητας και βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά σε καταστάσεις που δεν αναμένανε, πέρα από τις κατεστημένες αντιλήψεις.
Η γυναίκα ισότιμο μέλος της κοινωνίας! Τι είδους ανατροπή είναι αυτή;
Είναι καιρός να το πάρουν απόφαση και να το αποδεχθούν, όσοι ακόμη δεν το έχουν κάνει, θέλω να ελπίζω πολλοί λίγοι, επειδή θα βρίσκονται συνεχώς προ εκπλήξεων.

Όμως δεν θα ήθελα να σας αφήσω πριν αφιερώσω δυο λόγια στη «γιαγιά Φιλιώ»*, την γυναίκα που γεννήθηκε απέναντι, στα Βουρλά, πριν από 108 χρόνια, επέζησε της καταστροφής του 22 και έζησε μια ζωή γεμάτη με αγωνίες και αγώνες.
Ήταν από τους λίγους τυχερούς που ξέφυγαν από εκείνη τη σφαγή, όπως την περιγράφει η ίδια στο αυτοβιογραφικό βιβλίο της.
Ανήκε σε εκείνη τη γενιά που βασανίστηκε, προπηλακίστηκε, πείνασε, δούλεψε σκληρά, έζησε πολλούς πολέμους και καταστροφές. Πάντα στο περιθώριο και πάντα με το ρατσιστικό στίγμα του «πρόσφυγα». Ένας χαρακτηρισμός που κουβαλούσε πολλά αρνητικά, τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 60. Μια λέξη φορτισμένη με εμπειρίες και συγκινήσεις για όσους τους αφορούσε. Συνώνυμη του φτωχού, του κατατρεγμένου, του αδύναμου, του παρακατιανού, του ξενόφερτου ακόμα και του «τουρκόσπορου». Για όλους αυτούς εκείνα τα χρόνια της συμφοράς:
«Έγινε λίμνη η μοναξιά
έγινε λίμνη η στέρηση
ανέγγιχτη και αχάραχτη» 3
Μέσα σ αυτό το κλίμα έζησε, μεγάλωσε και ονειρεύτηκε η γιαγιά Φιλιώ. Δημοσιοποίησε τα βάσανα και τη ζωή της και συνεχώς:
«Ταξίδευε σ άκρες ιωνικές, σ άδεια κοχύλια θεάτρων
όπου μονάχα η σαύρα σέρνεται στη στεγνή πέτρα,
και εγώ την ρώτησα: «Κάποτε θα γεμίσουν;»
Και μ αποκρίθηκε: «Μπορεί, την ώρα του θανάτου» 4
Μέσα από τα γεγονότα που περιγράφει ζωντανεύει την ιστορία ενός λαού, μιας γενιάς που υπέφερε όσο καμία άλλη.
Άφησε έργο ζωής ένα μουσείο στην πόλη της Μικρασιατικού Πολιτισμού, που φέρει το όνομά της.
Ήταν ένα όνειρο που το έκανε πραγματικότητα. Ήθελε να μάθει όλος ο κόσμος και οι νέες γενιές των Ελλήνων το δράμα εκείνων των ανθρώπων και τον αγώνα τους για επιβίωση σε ένα περιβάλλον, πολιτικά και κοινωνικά εχθρικό στην πλειοψηφία του.
Βέβαια ο χρόνος ανέδειξε και καταξίωσε την προσφορά αυτών των Ελλήνων, στα γράμματα, στις τέχνες, στο εμπόριο, στη βιομηχανία, στην οικονομία και γενικά στην ανάπτυξη της χώρας.
Η γιαγιά Φιλιώ εκφραστής αυτής της γενιάς, έφυγε προχθές από τη ζωή «πλήρης ημερών», ήρεμη πια, αλλά και πλήρης βασάνων.
«Άδης και Διόνυσος είναι το ίδιο
Είπε και πήρε το μεγάλο δρόμο
που πάει στ αλλοτινό λιμάνι, χωμένο τώρα,
πέρα στα βούρλα» 5
__________________________________
Σημειώσεις:
* Η Φιλιώ Χαϊδεμένου γεννήθηκε το 1899 στα Βουρλά της Μικράς Ασίας. Το 1922 με το διωγμό, έχασε αδέλφια και πατέρα. Ήρθε προσφυγοπούλα στην Ελλάδα όπου και ζούσε μέχρι την 6η Ιουνίου, ημέρα θανάτου της.
1. Οδυσέας Ελύτης, «ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ»
2. Κική Δημουλά, «ΕΚΡΗΚΤΙΚΟ ΠΟΡΙΣΜΑ».
3. Γιώργος Σεφέρης, «ΑΝΟΙΞΗ Μ.Χ.».
4, 5. Γιώργος Σεφέρης, «ΜΝΗΜΗ Β ».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.