της ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΜΟΥΣΤΑΚΗ

Το άρθρο του γνωστού συμπολίτη μας Παναγιώτη Καρακούλη για τον Παναγιώτη Κονδύλη, μου έδωσε την αφορμή να γυρίσω πολλά χρόνια πίσω, τότε που ήμασταν παιδιά. Με τον Τάκη Κονδύλη, τον φωνάζαμε Τάκη, πηγαίναμε μαζί σχολείο, δώδεκα χρόνια στην ίδια τάξη. Πάντα τον θαύμαζα για τις εγκυκλοπαιδικές του γνώσεις και για το πολύ καλό μυαλό του.Νομίζω ότι όλα τα κορίτσια της τάξης ήταν ερωτευμένα μαζί του, σε εκείνη την ηλικία, που οι πρώτοι μαθητές είχαν το πλεονέκτημα.
Ήταν ένα ζωηρό γεμάτο δράση παιδί. Θυμάμαι ότι την πρώτη μέρα στο σχολείο πήρε και την πρώτη του τιμωρία, επειδή μαζί με ένα φίλο και συμμαθητή μας, τον Γιώργο Τσικουδή, φίλησαν με το ζόρι μια συμμαθήτριά μας, ένα πολύ ωραίο, με ξανθές μπούκλες και ροδοκόκκινα μάγουλα, κοριτσάκι.
Αλήθεια τι πιο φυσικό από ένα φιλί στο μάγουλο για κάτι πάρα πολύ αγνό και ωραίο; Καταδικάστηκαν όλη τη χρονιά να κάθονται στο θρανίο που ήταν πίσω από την πόρτα, στη τάξη του υπογείου.
Αυτή η τιμωρία φαντάζομαι ότι θα τους γέμισε απορίες για τη συμπεριφορά των μεγάλων, για πολλά χρόνια ίσως.
Με τον καιρό αναδεικνυόταν το ξεχωριστό ταλέντο του με ό, τι αγαπούσε και καταπιανόταν. Έπαιζε ποδόσφαιρο, στην ηλικία των δεκατριών δεκατεσσάρων χρονών και είχε εντυπωσιάσει τους υπεύθυνους του Πανερυθραϊκού, όπως τότε μου είχε πει ο πατέρας μιας φίλης μου που ησχολείτο με  το άθλημα, για την «ικανότητά του να μοιράζει την μπάλα». Θα αναρωτηθείτε πως και θυμάμαι αυτό το γεγονός. Δεν ξέρω αλήθεια αλλά με είχε εντυπωσιάσει αυτή του η επίδοση, αφού μέχρι τότε τον θεωρούσα άτομο με «πνευματικές» ασχολίες και αυτά τα «πεζά» αθλήματα νόμιζα ότι θα ήταν εκτός των ενδιαφερόντων του.
Η αλήθεια είναι ότι μεγάλωνε στη γειτονιά, μαζί μας όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας του. Κάθε απόγευμα νωρίς παίζαμε «τα μήλα» στις αλάνες και στους δρόμους έξω απ τα σπίτια μιας.
Ο πατέρας του στρατιωτικός, θεωρούσαμε ότι θα ήταν πολύ αυστηρός και θα περιόριζε τη δραστηριότητα του «ζωηρού» Τάκη, όμως η αλήθεια ήταν μάλλον διαφορετική, αφού ήταν από τους ελάχιστους συμμαθητές μας, που έκαναν πάρτι στο σπίτι τους.
Σε ένα τέτοιο πάρτι που έγινε σπίτι του όταν ήμασταν δεκαπέντε χρονών, δεν θυμάμαι με ποια αφορμή, είχανε μαζευτεί όλα μου τ αδέλφια έξω από το σπίτι του Τάκη και παρακολουθούσανε από τη μπαλκονόπορτα του σαλονιού τι κάναμε, μήπως και εκτραπούμε. Τους είχε στείλει ο θείος μου ο Ιάκωβος για να τους «κάνει πλάκα» ως συνήθως.
Βεβαίως η ώρα της «σταχτοπούτας» δεν ήταν η δωδεκάτη νυκτερινή αλλά η δεκάτη βραδινή, αφού δήθεν «δεν το ήξερε και ο πατέρας μου», ο μόνιμος ελιγμός της μάνας μου για να μην υπερβώ την ώρα.
Στα δεκαπέντε του χρόνια, είχε αρχίσει να αναδεικνύεται το απίστευτο για την ηλικία του εύρος γνώσεων γύρω από θέματα φιλοσοφίας και ελληνικής γλώσσας.
Ήταν απόλαυση η παρακολούθηση ακόμη και για όσους δεν ήταν ευνοϊκά διακείμενοι με το μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών αφού και ο καθηγητής μας Γιώργος Παπασίνος, συγχωρεμένος και αυτός, διασκέδαζε με τις παρεμβάσεις του Τάκη που αφορούσαν συχνά στην ετυμολογία των λέξεων και ξετύλιγε και εκείνος τις γνώσεις του στην τάξη. Είχες την εντύπωση ότι γινόταν ένα διασκεδαστικό «κοντράρισμα» χωρίς νικητές και ηττημένους.
Είχε μάθει τέλεια αγγλικά και γερμανικά μόνος του, με μέθοδο άνευ διδασκάλου. Νομίζω ότι δεν ήταν οι μόνες ξένες γλώσσες, απλά έχω «ιδίαν αντίληψιν» μόνο γι αυτές τις δύο.
Όμως, όσο η αγάπη του για τις γλώσσες και τη φιλοσοφία ήταν μεγάλη και οι γνώσεις του απίστευτα σπουδαίες, τόσο στα θετικά μαθήματα, όπως τα μαθηματικά και η φυσική  ήταν αυτά που δεν άντεχε, η «Αχίλλειος πτέρνα του». Βέβαια, το μυαλό του και η ικανότητά του, του επέτρεπαν να ξεπερνά τις «συμπληγάδες». Άλλωστε όχι ότι δεν μπορούσε να μάθει μαθηματικά, δεν ήθελε μάλλον να ασχοληθεί και να χάσει χρόνο με μια γνώση που θεωρούσε άχρηστη και την σνομπάριζε, αυτή τουλάχιστον την εντύπωση είχα αποκομίσει. Όπως συχνά συμβαίνει με όσους μαθητές έχουν πολύ καλή σχέση με τα μαθηματικά και απεχθάνονται τα λατινικά και τα αρχαία ελληνικά, όχι ότι δεν θα μπορούσαν διαβάζοντας να τα μάθουν.
Από το στόμα του Τάκη πρωτοάκουσα στοιχεία της θεωρίας του Μάρξ και για την ισότητα των ανθρώπων, μια ανοιξιάτικη μέρα που γυρίζαμε από το γυμνάσιο της Κηφισιάς ένα τσούρμο παιδιά με τα πόδια, στα σπίτια μας, στην Ερυθραία.
Θυμάμαι τα λόγια του: «Σκέψου μου είπε ότι όλοι οι άνθρωποι όταν γεννιούνται είναι ίσοι, ότι χρώμα και να χουνε » και ήταν το πρώτο μου βάπτισμα στα ίσα δικαιώματα όλων των ανθρώπων επί της γης.
Ήταν ελεύθερο και ασυμβίβαστο πνεύμα και στην εφηβεία του, αυτή η ελευθερία του, είχε γίνει τρόπος ζωής και αντίδρασης και σε κάθε τι κατεστημένο και σε κάθε ανούσιο «πρέπει» που προσπάθησαν κάποιοι από τους καθηγητές να του επιβάλλουν.
Η εμμονή της σχολικής ευπρέπειας εκείνης της εποχής, θυμάμαι ήταν το κούρεμα των μαλλιών στα αγόρια σε μήκος ευπρεπές  και στα κορίτσια η κάτω από το γόνατο ποδιά, μαζεμένα φυσικά μαλλιά και εξυπακούεται χωρίς καθόλου μακιγιάζ.
Εκείνη την εποχή  ο Τάκης «έτρεφε» μακριά, μέχρι τον ώμο σχεδόν κόμη. Είχε πλούσια και σπαστά ξανθά μαλλιά που του προσέδιδαν μια ατίθαση νότα και τον έκαναν να ξεχωρίζει.
Οι καθηγητές κάθε πρωί στην προσευχή καλούσαν τους μαθητές ονομαστικά, που ξέφευγαν των καθιερωμένων, για την εμφάνιση τους ως μαθητών, αποδεκτών δεδομένων.
Για μια μεγάλη περίοδο κάθε πρωί γινόταν παρατήρηση στον Τάκη, από τον Γυμνασιάρχη, το μήκος των μαλλιών του, μέχρι που ένα πρωί του απαγορεύτηκε να μπει στην τάξη αν δεν πήγαινε πριν να κουρευτεί.  Και έφυγε.
Τα χάσαμε, νομίζαμε και κρυφά ελπίζαμε, ότι δεν επρόκειτο ποτέ ο Τάκης να ενδώσει, επειδή λίγο ως πολύ, μέσα από αυτόν κάναμε και τη δική μας μικρή επανάσταση σ αυτή τη μορφή καταπίεσης.
Δεν πέρασε πολλή ώρα που ο Τάκης γύρισε στο σχολείο, κουρεμένος! Ναι, αλλά πώς!
Είχε από αντίδραση κουρέψει τα μαλλιά του με τη ψιλή μηχανή. Του ζήτησαν να κουρευτεί, δεν του είπαν πόσο! Έτσι ο Τάκης ήρθε πάλι θριαμβευτής στην τάξη, μη υπακούοντας στην ουσία, στις ανεδαφικές απαγορεύσεις του συμβουλίου των καθηγητών.
Με το εύρημά του πάλι αντέδρασε στην κατεστημένη και απηρχαιωμένη νοοτροπία, μαζί μ αυτόν και εμείς.
Πολύ το χαρήκαμε. Δεν θυμάμαι αν τότε του εξέφρασα την επιδοκιμασία μου, αν όχι του το λέω τώρα.
Έτσι ήταν ο Τάκης, πνεύμα ελεύθερο και ασυμβίβαστο και έτσι τον θυμάμαι.
Αργότερα, μετά το σχολείο, συναντηθήκαμε στην πλατεία Κάνιγγος, μέσα στο λεωφορείο για Ερυθραία, καθίσαμε δίπλα, ήμασταν ήδη φοιτητές και οι δύο, στη Φιλοσοφική Σχολή ο Τάκης, στο Πολυτεχνείο εγώ. Στη συζήτηση τον ρώτησα γιατί δεν είναι στη Νομική σχολή, επειδή απ ότι θυμόμουν είχε μπει στη Νομική. Γέλασε, αυτοσαρκαζόμενος, λέγοντας: «Όταν πήγα να δώσω εισαγωγικές στη Φιλοσοφική είχα ξεχάσει να πάρω μαζί την ταυτότητά μου και δεν με άφησαν να δώσω. Έτσι απεφάσισα να δώσω Νομική. Μπήκα βέβαια, αλλά δεν μου ταίριαζε, έτσι τα παράτησα και έδωσα την επόμενη χρονιά στη Φιλοσοφική όπου μπήκα και παρακολουθώ».
Τον κορόιδεψα λιγάκι με την αφηρημάδα του. Ακούς εκεί να ξεχάσει να πάρει μαζί του την ταυτότητα, ενώ πήγαινε για εξετάσεις! Γελάσαμε ξένοιαστοι.
Πολλά χρόνια μετά τον ξαναείδα, κοντά στην παλιά μας γειτονιά. Μιλήσαμε για την καριέρα του στο εξωτερικό και για την άρνηση της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών να τον δεχθεί ως καθηγητή στους κόλπους της. Δεν παραπονέθηκε.
Ανταλλάξαμε τηλέφωνα  με την υπόσχεση να τα ξαναπούμε.
Δεν τα καταφέραμε, μας έφυγε νωρίς.
Αιώνιος έφηβος με πνεύμα ώριμο που κανένας δεν κατάφερε να εντάξει σε καλούπια, περιορισμούς και πολιτικά μοντέλα.
Μάλιστα κύριοι, της σπουδαίας φιλοσοφικής Σχολής σας, έπασχε «από παρατεινόμενη νεανική τάση», επικίνδυνη ασφαλώς για τη δική σας γερασμένη και ζηλόφθονη άποψη.
Φαντάζομαι, αν έχετε ελάχιστη τσίπα, να ντρέπεστε για αυτή σας την απόφαση και να επανορθώσετε, τιμώντας τον, έστω και μετά θάνατον, για να έχετε τη δυνατότητα να αντικρύσετε τους «συναδέλφους» σας, καθηγητές της Χαϊδελβέργης, του Βερολίνου και όλης της υπόλοιπης Ευρώπης.
Θα θυμάμαι πάντα τα λόγια της μητέρας του, που μου είπε όταν με είδε την ημέρα του θανάτου του: «Ξέρεις τι μου είπε μια μέρα που τον ρώτησα για το έργο του; Μάνα δεν έχω κάνει τίποτε ακόμη. Από εδώ και πέρα έχω πάρα πολλά να γράψω. Θα δεις! Γι αυτό παιδί μου είναι διπλός ο πόνος μου».
Η μητέρα του, έφυγε λίγο καιρό μετά τον Τάκη. Δεν άντεξε!

Υ.Γ.: Θα ήθελα να προσθέσω τη δική μου πρόταση τιμής για τον Τάκη Κονδύλη, να δοθεί το όνομά του και στο 1ο Δημοτικό Σχολείο, στου οποίου τις αίθουσες έμαθε τα πρώτα του γράμματα, έπαιξε και μάτωσε τα γόνατά του στο αυλή του.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.