Οταν φυτρώνει η νύχτα, οι άνθρωποι αλλάζουν. Κυνηγούν κάποια μνήμη που τους ξεφεύγει. Κοιτούν το ανεξήγητο παρόν και τα βήματά τους γίνονται αμήχανα. Θέλουν ν› αφήσουν την ψυχή τους να μιλήσει, μα κάτι τους εμποδίζει. Ζητούν την επαφή. Τη λύτρωση της επικοινωνίας. Ταξιδεύουν κι αναζητούν. Τον εαυτό τους, το «ήμισυ» που έχασαν, τη συγνώμη στα όποια λάθη τους. Αν στο βάθος είμαστε όλοι καλοί, τώρα που βιώνουμε αρνήσεις, πρέπει να δώσουμε ύψος σ› αυτό το βάθος. Δεν το απαιτούν οι περιστάσεις, αλλά η ίδια μας η ύπαρξη. Να είμαστε μαζί. Να μείνουμε μαζί.
Λεωφόρος Συγγρού. Σχεδόν μεσάνυχτα. Νύχτα καθημερινή. Μια ελαφριά δροσιά κυκλοφορεί στο σκοτεινό ουρανό. Το φθινόπωρο πλησιάζει. Σκόρπια χαρτιά και λιγοστά φύλλα σέρνουν τη φτωχή τους βαρύτητα στο κακοφτιαγμένο πεζοδρόμιο, και χάνονται μακριά, στα ξαφνικά γυρίσματα του ανέμου. Τ› αυτοκίνητα περνούν με ταχύτητα και πάνε προς τη θάλασσα.
Στέκομαι μπροστά στην είσοδο κάποιου νυχτερινού κέντρου. Φωτεινή μαρκίζα. Γελαστά πρόσωπα. Υποσχόμενα σώματα. Αν απογυμνώσεις το «φαίνεσθαι» αυτών των προσώπων, ό,τι μένει είναι τα μάτια. Και στα μάτια τους βλέπεις τον ίλιγγο της φιλοδοξίας για καριέρα, επιτυχίες, εξώφυλλα, χρήμα. Τα γυμνά μάτια μαρτυρούν συχνά τις ψυχές μας. Κι αυτό που κρύβεται μέσα μας και περιμένει. Μια έξοδο στο φώς, στον ήλιο, στο οξυγόνο.
Μπαίνω μέσα και κάθομαι σ› ένα τραπέζι, μακριά από την πίστα. Ο χώρος είναι περιορισμένος. Ανύπαρκτος σχεδιασμός. Το γρήγορο κέρδος έχει μολύνει τα πάντα. Ο αέρας αλλάζει, μόλις περάσεις την πόρτα. Το κλιματιστικό σε κυκλώνει μαζί με τον καπνό. Στο τραπέζι, ένα φαναράκι ίσα που φωτίζει λίγα εκατοστά. Διάσπαρτες κάφτρες τσιγάρων αχνοφαίνονται σαν πυγολαμπίδες. Στα πρώτα τραπέζια, μερικές παρέες φωνάζουν και γελάνε. Εκεί, ο φωτισμός είναι πιο δυνατός, γιατί ακουμπάνε σχεδόν στην πίστα. Κάποιοι, πετούν λουλούδια προς κάθε κατεύθυνση.
Από το βάθος, πλησιάζει μια κοπέλα μ› ένα πανέρι στα χέρια. «Σ› ευχαριστώ που ήρθες» μου λέει φωναχτά, γιατί η μουσική έχει δυναμώσει. «Δες το πρόγραμμα και θα τα πούμε μετά».
Η κοπέλα λέγεται Σοφία. Είναι φιλόλογος, αλλά άνεργη. Εδώ και 4 μήνες πουλάει λουλούδια σ› αυτό το κέντρο και προσπαθεί να ζήσει. Ο άντρας της υπάλληλος στο δήμο. Έχουν ένα μικρό αγόρι που φέτος ξεκίνησε το σχολείο. Ένα πρωί ήρθε να το γράψει στις σχολικές καταστάσεις της υπηρεσίας. Το παιδί, κρατούσε ένα ξύλινο στρατιωτάκι και χαμογελούσε. Χαιρόταν αυτό που ζούσε, ανέμελα. Οταν του χάρισα ένα στυλό, με κοίταξε έντονα και μου είπε «ευχαριστώ» με μια ειλικρίνεια και μια αγνότητα που μόνο στα παιδιά πλέον συναντάς. Οι μικρές ελπίδες, κάποτε μεγαλώνουν. Αν μείνουν άδολες, θα φτιάξουν κόσμους αλλιώτικους. Πραγματικούς. Χωρίς ψέματα
Η μουσική είχε από ώρα ντυθεί με λόγια. Ο θόρυβος έκανε επίθεση από παντού. Ζούσα μια «αποθέωση». Τραγούδι περίμενα ν› ακούσω, μα γελάστηκα. Οι μουσικοί, στριμωγμένοι στη μικρή πίστα, βαριόντουσαν αφόρητα και το έδειχναν. Οι στίχοι δεινοπαθούσαν από τα συνεχόμενα μουγκρητά των «ερμηνευτών». Οι τραγουδίστριες ήταν σχεδόν γυμνές, εκτεθειμένες στους αδηφάγους προβολείς που περιφέρονταν στο σώμα τους. Οι τραγουδιστές, με ανοιχτά πουκάμισα και αλυσίδες στο στήθος, ταλαιπωρούσαν εαυτούς και αλλήλους από τις αγχωτικές τους προσπάθειες να πιάσουν υψηλούς τόνους, να γίνουν πιστευτοί.
Οι παρέες που κάθονταν μπροστά έδειχναν να το διασκεδάζουν. Τα γκαρσόνια πηγαινοέρχονταν με γεμάτα ποτήρια και κάπου-κάπου υποκλίνονταν. Τί βλέπανε άραγε και έκαναν κάτι τέτοιο; Κάποιο βασιλιά, κάποιο πρόσωπο ιερό που εμπνέει σεβασμό; Οι άντρες στις παρέες έκαναν τη φιγούρα τους. Με λυμένες γραβάτες, με ξέχειλα πορτοφόλια, με αντιστάσεις μειωμένες. Οι κυρίες κουνούσαν τα χέρια τους στον άναρχο ρυθμό της πίστας. Ίσως προσδοκούσαν κάτι, ίσως και τίποτα. Αυτές τις ώρες δεν σκέφτεσαι. Συμμετέχεις σε κάτι που συχνά σε ξεπερνάει. Είσαι μέρος μιας τεχνητής κατάστασης που σε ποτίζει ευθυμία. Το επόμενο πρωί, αν προλάβεις ή αν θυμάσαι, θα κάνεις τον απολογισμό σου. Και θα συνεχίσεις σε αυτό που λες «ΖΩΗ».
Ένα δεύτερο ποτό έρχεται στο τραπέζι. «Από την κοπέλα με τα λουλούδια», λέει το γκαρσόνι. Εκείνη με κοιτά από μακριά, καθώς σηκώνω το ποτήρι και της εύχομαι. Καθόταν όρθια δίπλα στο μπάρ και περίμενε. Αυτό το βράδυ είναι το τελευταίο της σ› αυτή τη δουλειά. Περικοπές προσωπικού, για να εμφανίσει κέρδη η επιχείρηση και να πληρωθούν « τ΄αηδόνια της πίστας» που απόψε τραγουδούν μισομεθυσμένα…
Μετά από λίγο ήρθε στο τραπέζι μου. Η ώρα ήταν προχωρημένη. «Μπορούμε να φύγουμε;» με ρωτάει με φωνή κουρασμένη. Είχα κι εγώ κουραστεί. Βγήκαμε έξω. Ο θόρυβος αίφνης σταμάτησε. Ο αέρας επανήλθε στο φυσιολογικό. «Ο άντρας μου θα έρθει σε λίγο να με πάρει», λέει. Κάτσαμε σε μια στάση.
«Ακου κάτι παράξενο. Τόσο καιρό, έδινα ελάχιστα πανέρια λουλούδια. Σήμερα που ήταν η τελευταία μου μέρα, τα πούλησα όλα. Τί να πώ…»
«Σ› ευχαριστώ για το ποτό» της λέω.
«Με συγχωρείς αν σ› έφερα σε δύσκολη θέση. Με το χαρτί που πήρα εκείνο το πρωί που ήρθα με τον μικρό, πρόλαβα να τον γράψω στο σχολείο της γειτονιάς μου, κι έτσι θα μπορώ να τον προσέχω και να τον βλέπω περισσότερο, χωρίς περιττά έξοδα. Αν δεν ενεργούσες εσύ να εκδοθεί η βεβαίωση την ίδια μέρα, θα πλήρωνα ιδιωτικό σχολείο. Είμαστε σε άσχημη κατάσταση. Σ› ευχαριστώ πραγματικά.»
«Πάντα έτσι κάνω. Έτσι λειτουργώ σε όλους. Δεν μπορώ ούτε και θέλω να κάνω αλλιώς. Εχω ευθύνη και δεν πρέπει να την ξεχνώ. Κι εσύ, έχεις παιδί και πρέπει να μορφωθεί. Ισως αύριο αυτό διορθώσει τα δικά μας λάθη.»
Κοίταξα τον άδειο δρόμο.
«Και τώρα;», την ρωτώ.
«Μακάρι να› ξερα. Ο άντρας μου θα μπεί στην εφεδρεία. Η μάνα μου κρατάει κι αυτή το παιδί αλλά είναι μεγάλη κι έχει κουραστεί. Πόσο θ› αντέξει κι εκείνη;»
Η νύχτα δεν άγγιξε αυτή τη γυναίκα. Τα μάτια της ήταν κουρασμένα, μα η ψυχή της έλαμπε μέσα στην ασυναρτησία του τσιμεντένιου τοπίου. Είχε μια ευγένεια στην καθαρή της φωνή, μια διακριτικότητα στις κινήσεις της. Ακόμα κι ο τρόπος που καθόταν στο κρύο κάθισμα της στάσης, έδειχνε έναν άνθρωπο πραγματικά μορφωμένο. Μια παιδεία ψυχής που δεν αλώθηκε από τα ψεύτικα φώτα ή τις μεγαλοστομίες του κάθε φαντασμένου. Φωτεινό το πρόσωπό της, καταδικασμένο να σε κερδίζει με την αλήθεια της αγνής φύσης, κι όχι με την πρόσκαιρη λάμψη του ακριβού καλλυντικού.
«Ισως φύγουμε» μου λέει. «Ξεχάσαμε πολλά όνειρα σ› αυτόν τον τόπο. Ως πότε θα ζούμε, περιμένοντας να ζήσουμε;» Η φωνή της σιγότρεμε. Αλλά ήταν φωνή πραγματικής γυναίκας. Η αξιοπρέπεια μιας γυναίκας είναι πάντα φάρος φωτεινός, μέσα στην τρικυμία των ύβρεων. Ελπίδα ζωής.
Ενα μηχανάκι σταμάτησε μπροστά μας. Μια καλοσυνάτη μορφή κατέβηκε και με χαιρέτησε. Ηταν ο σύζυγος της Σοφίας, ο Φώτης. Την αγκάλιασε τρίβοντας την λίγο στον αριστερό ώμο. Από το μέρος της καρδιάς.
«Κρυώνεις» της λέει. «Περιμένετε ώρα;»
«Οχι» απάντησε εκείνη κι ανέβηκε στο μηχανάκι.
«Ας είμαστε καλά. Κι όλα θα γίνουν. Εστω και αργά.»
Στα μάτια αυτών των νέων ανθρώπων, έβλεπες την αγάπη. Τους έβλεπα να φεύγουν μέσα στα στενά της λεωφόρου. Κάποια μικρή ψυχή τους περίμενε. Τη μαμά και τον μπαμπά. Ο κύκλος της ζωής. Η ζωή, σαν δώρο ανεκτίμητο. Σαν μελωδία ενός άλλου ουρανού.
Η λεωφόρος είχε αγκαλιάσει τη σιωπή. Ξημέρωνε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.