santiksi_maria.jpg

Το αποκριάτικο πάρτυ του τμήματος κοινωνικών χορών του Πνευματικού Κέντρου είχε πράγματι επιτυχία.
Το Σάλσα, το Μάμπο το Ροκ εντ Ρολ είχαν την τιμητική τους. Οι αποκριές αποτελούν για όλους μας περίοδο χαράς, διασκέδασης και γλεντιού. Είναι μια καθαρά λαϊκή γιορτή με πανάρχαιες ρίζες. Πόσο όμως έχουν αλλάξει τα πράγματα. Θα σας μεταφέρω στις Ερυθραιώτικες πατρίδες. Πηγή μου η εφημερίδα ΑΠΟΨΕΙΣ στην Νέα Ερυθραία του Φεβρουαρίου 2003 όπου ο ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΝΤΑΡΑΣ φιλόλογος ιστορικός ξετυλίγει τις γνώσεις του και τις μελέτες του για την Ερυθραία της Μικράς Ασίας αλλά και την Ν. Ερυθραία την πόλη μας.
Αξίζει να αναφέρουμε μερικά.
«Στην Ερυθραία της Μικράς Ασίας η Αποκριά προεξαγγελόταν θορυβωδώς την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου με τουμπερλέκια και τσαμπούνες. Ούλα τα σπίτια ηβάνανε μπάλλο, δηλαδή είχαν γλέντι με τραγούδι και χορό.
Ρακί, κρασί και ούζο έρρεαν άφθονα και ο κόσμος πήγαινε βεγγέρες και βίζιτες σε συγγενικά και φιλικά σπίτια για να γλεντήσει, κυρίως την Τσικνοπέφτη και τις δυο τελευταίες Κυριακές της Αποκριάς την Κρεατερή και την Τυρινή.
Τους μασκαράδες στην Ερυθραία τους λέμε κουδουνάτους αλλά και μουτσουναργιές. Ποτέ όμως δεν φορούσαν κουδούνια, εκτός από τυχαίες περιπτώσεις. Οι κουδουνάτοι γύριζαν στα σπίτια σε όλη την αποκριάτικη περίοδο και σκορπούσαν το κέφι, το γέλιο με τα γκεβεζελίκια (αστεία), τα πειράγματα και τα καμώματα τους. σατίριζαν με τον τρόπο τους πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις.
Πολλοί μασκαρεύονταν  με φαντασία και κωμική ευρηματικότητα για το καλό και γιατί το απαιτεί το αντέτι (το έθιμο).
Οι μεταμφιέσεις ήταν αυτοσχέδιες και χαρακτηρίζονται από αντιμετάθεση ρόλων.
Οι άντρες ντύνονταν γυναίκες και οι γυναίκες άντρες γιατί η Αποκριά ανατρέπει την καθιερωμένη κοινωνική τάξη, μπερδεύει, ανακατεύει και παραπλανά. Φορούν ότι βρεθεί στο σπίτι και βάφουν το πρόσωπο, τα χέρια και τα πόδια με φούμε και καπνιά από τα τζάκια γιατί δεν χρησιμοποιούν συχνά μουτσούνες.
Καρότα, κρεμμύδια, γουδόχερα, λεμόνια, πράσα και άλλα στρογγυλά η μακρουλά αντικείμενα χρησιμοποιούνταν από τους κουδουνάτους με φαλλική και γονιμική σημασία.
Το τουμπελέκι κι ο νταβάς, είναι απαραίτητα τους βασικά μουσικά όργανα. Στα Αλάτσατα τσούρμα νεαρών με τουμπελέκια, γύριζαν τους μαχαλάδες και διαλαλούσαν την έναρξη του τριωδίου.
Στα σπίτια τα ζέφκια έδιναν και έπαιρναν με φαγοπότι, με λαϊκούς και μιμητικούς χορούς, καθαρά Αποκριάτικους, όπως η «Κλώσσα» και το «Πιπέρι». Τα περιγελαστικά, τα σατιρικά και τα αρσίζικα τα άσεμνα τραγούδια είχαν την τιμητική τους.
Τραγουδούσαν τραγούδια, της ξενιτιάς ή του κύκλου των παραλόγων αλλά και κάθε είδους τραγούδια του γλεντιού που συνόδευαν τους χορούς του τοπικού ρεπερτορίου, το μπάλλο, το συρτό τον καρσιλαμά και το Ζεϊμπέκικο.
Τα σατιρικά τραγούδια επιβιώνουν πιο πολύ από άλλα. Η σάτιρα και το περιγέλασμα είναι μια διέξοδος για τον λαό αλλά συγχρόνως και μια διαμαρτυρία για κάθε παρέκκλιση χωρίς την σεμνοτυφία της αστικής ηθικής.
Ο λαϊκός άνθρωπος πονά και γελά με την ίδια φυσικότητα. Γελά με τον εαυτό του, με τα ζώα, με την φτώχεια του, με τους γύρω του με κάθε ατέλεια.
Τις Απόκριες η αγροτική κοινωνία επιτρέπει την σεξουαλική απελευθέρωση, την αθυροστομία και το οργιαστικό γλέντι.
Συνηθίζονται τα ερωτικά γονιμικά τραγούδια που είναι συχνά πολύ πιπεράτα και άσεμνα αρσίζικα όπως τα λένε οι Ερυθραιώτες και γεμάτα απαγορευμένες λέξεις. Συχνά οι απαγορευμένες λέξεις παραλλάσσονται με σαφείς αλληγορίες.
Τα φαγητά της Αποκριάς ήταν συνήθως απλά, ότι βρεθεί και ότι διαθέτει ο καθένας.
Συνηθισμένα αποκριάτικα φαγητά ήταν τα λουκάνικα ο πατσάς, πηχτή, το μπουμπάρι, οι λαχανοντολμάδες.
Στη Τυρινή κυριαρχούσαν τα σπιτίσια μακαρόνια, τα κατιμέρια, οι τυρόπιτες, τα μπουρέκια, και οι ακαρονόπιτες, το γιαούρτι και το τυρί.
Χαρακτηριστικά γλυκά το ρυζομπούρεκο, το αβγό, καλάμαρα (δίπλες), ο χαρβάς, οι γαλατόπιτες, το ρυζόγαλο και το κανταΐφι.
Κοινή παράδοση όλων των περιοχών της Ερυθραίας είναι το κλείσιμο της αποκριάτικης ευτυχίας με ένα αβγό. Μετά το δείπνο της Τυρινής Κυριακής έτρωγαν ένα αβγό και έλεγαν «Με αβγό το σφαλήξαμε και μ? αβγό θα το ανοίξουμε» υπονοώντας το πασχαλινό αβγό που τρώγεται μετά την Ανάσταση.
Στη Νέα Ερυθραία παρά την φτώχια και την δυστυχία της προσφυγιάς διατηρήθηκαν όλες ετούτες οι συνήθειες. Το κέφι και τα γλέντια ήταν μια διέξοδος στα αμέτρητα προβλήματα τους. Με λιγοστούς μεζέδες και πολλή διάθεση στήνονταν το γλέντι. Ψυχή της Αποκριάς στη πόλη μας ήταν ο θρυλικός Ντεληγιάννης, ένας Βουρλιώτης πρόσφυγας που σοφιζόταν χίλια δυο μασκαρέματα σκορπίζοντας το κέφι σε φίλους, χωριανούς και συγγενείς.
Στις μέρες μας τα γλέντια συνεχίζονται όμως τελείως διαφορετικά, επηρεασμένα από τον ρυθμό και τις συνθήκες της εποχής».
Ευτυχώς εγώ έχω την χαρά να ζήσω τέτοια καρναβάλια όπου τα αρσίζικα τραγούδια και τα τουμπελέκια χαρίζουν Διονυσιακό κέφι και μας μεταφέρουν στις Ερυθραιώτικες πατρίδες της Ανατολής.
Και του χρόνου, Χρόνια Πολλά και Καλή Σαρακοστή.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.