Πάνω στη κουβέντα, παρουσιάστηκε στην αυλή η «όμορφη», η τιγρέ γάτα που είχε σβερκώσει κάποτε ο τεμπελόγατος όταν εκείνη ζαχάρωνε τη Μαγιοπούλα και της είχε δείξει?τι θα πει, γάτος- Πάρις».
Μόλις είδε τη φιλενάδα του, άρχισε ο γάτος το νιαούρισμα και νιαούρισμα στο νιαούρισμα, ήταν σαν να της έλεγε: «Το ραντεβού μας, «τιγρίτσα» μου, δεν ήταν στην αυλή. Σου είχα πει, ξεχασιάρα γατούλα μου, πρέπει να βρεθούμε στα κεραμίδια, ραντεβού, στη δική μας ρομαντική?όπως λέει και το τραγουδάκι των ανθρώπων: «Πατησίων και παραμυθιού γωνία». Εκεί σου είχα δώσει ραντεβού. Στη γνωστή, δική μας, ρομαντική κεραμιδογωνία. Κακώς ήρθες στην αυλή. Δεν γουστάρω να γίνουμε θέαμα στα μάτια των ανθρώπων, με τα γατο-κατορθώματα μας.
Η ιδιωτική μας στιγμή, είναι ιδιωτική. Εμπρός, λοιπόν, κούκλα μου. Για τα κεραμίδια, ετούτη τη στιγμή».
Η «όμορφη», δεν είπε νιαούρισμα-λέξη στα νιαουρίσματα του Πάρι και ο τεμπελόγατος πήρε τη φιλενάδα του γατο-«αγκαζέ» και τοίχο, τοίχο με γατο-ερωτικά νιαουρίσματα, τράβηξαν για τα κεραμίδια.
Ο «αντάρτης» Άρης, βλέποντας τον φίλο του να το σκάει από το παιχνίδι, άρχισε να γκρινιάζει και η νονά του Αθηνά τον πήρε αγκαλιά.
Εκείνος έπιασε με τα δυο τρυφερά χεράκια του τα μάγουλα της «άνοιξης με τα πράσινα μάτια» και ξεκίνησαν το παιχνίδι, «μύτη με μύτη».
Όταν ανέβηκε το γατο ?ζευγάρι στα κεραμίδια, ο τεμπελόγατος-Πάρις, άφησε την «τιγρίτσα» του να πάει στη γνωστή τους ρομαντική γωνιά και εκείνος έριξε μια φευγαλέα ματιά στην αυλή, με κατεύθυνση προς τον μπάρμπα- Ανέστη και ο «φωνακλάς» είπε:
«Βρε τον μπαγάσα. Τονε βλέπεις, Αριστόνικε. Σαν τα μάτια του, φυλάει την ιδιωτική ζωή του και καλά κάνει. Κι αυτό, όχι από γατο ?σεμνοτυφία, αλλά έτσι πρέπει να νιώθει, Αριστόνικε. Φαίνεται, τον κατέχει ?ας πούμε- ένας γατο ?σεβασμός, προς τους ανθρ?»
«Σιγά μη δεν έλεγες ?χωρίς «ας πούμε»- , κάτι το φανταστικό, εξωπραγματικό, για τον γάτο?»διέκοψε η Αθηνά τον πατέρα της, συνεχίζοντας ετούτη τη φορά το παιχνίδι: «Πάει ο λαγός να πιει νερό, στου «αντάρτη» Άρη το λαιμό» και ο «φωνακλάς» συνέχισε.
«Με σένα Λευθεριό μου, τι γίνεται; Απ? ότι βλέπω, φουσκώνουμε για τα καλά»
«Μέχρι εκεί που θέλει η φύση, μπαρμπα-Ανέστη μου, και ύστερα?»
«Μάνα κουράγιο, κάνε κουράγιο?»
«Ακόμη ένα αρσενικό, ή το πρώτο θηλυκό, ένα και το αυτό. Έτσι είναι, Αριστόνικε?» είπε ο «φωνακλάς».
«Μα εγώ δεν είπα ότι είναι αλλιώς»
«Δεν είπες»- συνέχισε ο «φωνακλάς» – « ?Μάνα Κουράγιο?, κάνε κουράγιο είπες- και καλά έκανες που το είπες- αλλά όμως? θέλω να πω εγώ, ότι: Με σεβασμό ποτίζεται το κάθε ανθρωποβλαστάρι, σεβασμό να καρπίσει και  να δώσει. Κι αν ? απ? το βιολογικό σωστό- οι περισσότεροι γονείς νιώθουν σαν ιδιοκτησία τα παιδιά τους, πέφτουν- κατά τη γνώμη μου- σε κοινωνικό λάθος, γιατί? τίποτα σ? αυτόν τον κόσμο δεν είναι δικό μας κι όλα είναι ολονών μας. Γιατί: «Από τη μέρα που ένας άνθρωπος ξεστόμισε ότι «αυτό είναι ιδανικό μου» από τη στιγμή εκείνη γεννήθηκαν η βία και το ψέμα» 1, όπως λέει?»
«Αμ το άλλο σωστό που λέει, γιατί ξέρω σε ποιόν αναφέρεσε, Ανέστη μου, να στο θυμίσω;» πήρε το λόγο ο παπαχαράλαμπος.
«Για πες, βρε Χαράλαμπε»
«Θα «τ? ακούσω» απ? την παπαδιά μου, αλλά εγώ θα το πω, κι ας «τ? ακούσω». Λέει λοιπόν ο χαλκιδαίος εκτελωνιστής: «Όσοι λένε δεν υπάρχει θεός, είναι σκατάδες! Άμα  βλέπω όμως τα πόσα λάθη έκανες, ύψιστε, τι να σου πω; Λέω: Πόσο άθεος είμαι θεέ μου!» 2
Και λογάει σωστά. Πέρα  για πέρα σωστά. Ο?»
«Τι είν? αυτά που λες, παπά μου; Δεν έχεις σήμερα τον θεό σου. Έλα στα λογικά σου χριστιανέ μου» είπε η παπαδιά- Διονυσία και πήγε στο κλουβί της Μαγιοπούλας να κρεμάσει- για τη βασκανία- μια χάντρα ?μάτι, που δεν την είχε ανάγκη το κροκοαυγουλί καναρίνι, γιατί το προστάτευε- από αυτό που λένε «μάτι»- η «άνοιξη με τα πράσινα μάτια» και έτσι η παπαδιά, έμεινε με τη «χάντρα- μάτι»  στο χέρι, γιατί δεν της το επέτρεψε η Αθηνά.
«Σας άκουγα. Εμ, βέβαια. Με τόσες αμπελοφιλοσοφίες, κύλισε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι, ή κατά το σύγχρονο, ξεβιδώθηκε η σφυρίκτρα και τρέχει γι? άλλη χύτρα» είπε η «χελιδονού», ερχόμενη με τα ουζάκια και τους μεζέδες.
«Να μου ζήσεις, Φωφώκα μου. Περιποιημένα- περιποιημένα τα ουζάκια σου» είπε ο «φωνακλάς» και σφράγισε το μπράτσο της «ωραιοτέρας Σμυρνιάς της Ν. Σμύρνης», με ένα γερό φιλί.
«Σφραγισμένη» η κυρά ?Φωφώ από το φιλί του «φωνακλά», μας χάρισε εκείνη τη στιγμή ένα χαμόγελο, μα ένα χαμόγελο, σαν την ανοιξιάτικη λιακάδα του Μάη, σαν να μας χαμογελούσε η Σμύρνη πριν απ? τη καταστροφή, σαν?
«Τι ώρα είπες Αθηνά μου, θα έρθει η Ναουσιώτικη οικογένεια;»
«Όπου νάναι, πατέρα. Να περιποιηθεί ο Φίλιππος τη ροδακινιά που έφερε απ? τη Νάουσα, να ποτίσει τον κήπο, κι όταν τελειώσει θα έρθουν όλοι μαζί»
«Ακούς, Αριστόνικε, γαμπρό που βάλαμε στο σπίτι; Εργατοαγρότης. Τσίφτης άνθρωπος, ο Φίλιππος» είπε η «χελιδονού» και?. δεύτερο έμπα στην αυλή και του τσαγκάρη ακούστηκε η φωνή.

____________________
Γιάννης Σκαρίμπας. «ΤΟ 1821 ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ»
Γιάννης Σκαρίμπας. Από το βιβλίο: «Ο ΑΛΛΟΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ» της Μαρίας Χατζηγιάννη.