Στη ζωή μου, προσπαθώ να είμαι αισιόδοξος. Αλλοτε το πετυχαίνω, άλλο- τε όχι. Βλέπετε, οι εποχές που η ζωή φανερώνει μπροστά μου, είναι τόσο πυκνές και βαρυφορτωμένες, που με κάνουν να γελώ αλλά και να δακρύζω. Δεν φοβήθη- κα ούτε λυπήθηκα τα δάκρυα ποτέ. Δεν τα ένοιωσα ως απειλή για τον εγωισμό ή τον ανδρισμό μου. Ο,τι βγαίνει από μέσα μας είναι πρωτίστως ελευθερία. Μιας ψυχής που νοιώθει την ανάγκη να εκφραστεί, που αναζητά λέξεις ειλικρινείς και ανθρώπινες, και όχι τροφή στη νοσηρή φαιδρότητα των περιοδικών ή στη γυμνόστηθη κουλτούρα της τηλεόρασης. Μιας ψυχής που συχνά κρύβει τα αισθήματά της, αλλά δεν φοβάται να τα εκδηλώσει, όταν πρέπει και όταν χρειάζεται. Και ειδι κά τώρα, χρειάζεται όσο ποτέ άλλοτε.
Ο ήλιος που χαμογελάει σ΄ αυτή τη χώρα, τις τελευταίες δεκαετίες γέννησε πολλές σκιές. Από την μπότα του συνταγματάρχη έως τα συνθήματα της δημοκρατίας του μπαλκονιού. Από τα έγχρωμα ψηφοδέλτια ενός άχρωμου Κοινοβουλίου έως τις γκρίζες ζώνες ακατοίκητων βραχονησίδων που ο νεο-Ελληνικός αήρ παρασύρει κι εξαφανίζει σημαίες και σύμβολα. Από τις επιχειρηματικές αγωνίες και μεταμορφώσεις των αντιπροσώπων του Θεού που μετέτρεψαν τον δίσκο σε τιμοκατάλογο έως τους ευρυγνώστες αρχηγούς και οδηγητές μας, που αντί να μεγαλώσουν την αξιοπιστία και το βιοτικό μας επίπεδο(ως ώφειλαν και ως υπεσχέθησαν), μεγάλωσαν τις κοιλιές και τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς. Τόσες σκιές στ΄ αλήθεια πώς να τις αντέξεις…
Ζώ στην μονίμως δανειζόμενη Ελλάδα. Στην Ελλάδα του χρυσού που κρύβεται σε κάποιο βουνό και του πετρελαίου που κοιμάται ανενόχλητο στην αγκαλιά του Ποσειδώνα. Στην Ελλάδα που οραματίζεται ψηφιακά σχολεία την στιγμή που οι διαδικτυακές ταχύτητες δεν κατεβάζουν ιδέες αλλά πορνοταινίες. Σε μια χώρα που ο πολιτικός λόγος στέγνωσε τόσο πολύ που η λειψυδρία ωχριά μπροστά του. Στην ίδια χώρα που δώρα, επιδόματα, συντάξεις και ημερομίσθια περικόπτονται από τον απλό πολίτη που έτυχε να είναι μόνο εργαζόμενος, και όχι κομπολογοπαίκτης βουλευτής, διοικητής – μαριονέτα ενός διαλυμένου οργανισμού, ή αποθρασυμένος ψευτο-επιχειρηματίας περιτριγυρισμένος από ξελιγωμένους κρατικούς αυλοκόλακες.
Είμαι απλώς ένα πολλοστημόριο του εκλογικού σώματος. Μια ψηφίδα που θέλει να στείλει στον αγύριστο τον όποιο ηλίθιο μετέτρεψε την Αφροδίτη της Μήλου σε επαιτούσα μορφή, για να πουλήσει μια έγχρωμη βλακεία που το λειψό του μυαλό βάφτισε «έντυπη ενημέρωση». Αλλά αμέσως σκέφτομαι μια άλλη αλήθεια: πως αυτός ο άνθρωπος είναι τόσο αξιοθρήνητος που δεν κατάλαβε πως πληρώθηκε για να γράψει (ή να ζωγραφίσει). Ίσως να μην πίστεψε τίποτα από όλα αυτά, μα επέλεξε τον δρόμο της διαστρέβλωσης και της αισχρογραφίας, ένα δρόμο που η καρπαζιά του εκδότη του, του επέβαλλε να περπατήσει. Συλληπητήρια και καλά ξεμπερδέματα.
Εγεννήθη λοιπόν νέο χρέος από δανειστές και δανειζόμενους. Περιχαρείς οι πρώτοι που υπέδειξαν(και επέβαλλαν) τη λύση, αγωνιούντες οι δεύτεροι για την εκταμίευση των δόσεων και για την βαθμολογία που θα λάβουν το επόμενο τρίμηνο στον έλεγχο τους. Άραγε πόσοι άνεργοι θα προστεθούν στους ήδη υπάρχοντες πόσες επιχειρήσεις ή καταστήματα θα κλείσουν, πόσες υπερωρίες θα μείνουν απλήρωτες, και πόσα τραπέζια θα στερηθούν βασικά προϊόντα, προκειμένου ο έλεγχος μας ως οικονομία, κοινωνία και έθνος να πάρει καλό βαθμό; Ο βαθμός του δασκάλου κάποτε, ήταν ενδεικτικός μιας αξίας. Ο βαθμός του επιτηρητή-δανειστή σήμερα, είναι απλά ενδεικτικός της αποτυχίας μας, που παρατείνεται καθώς οι δεκαετίες ενός ακραίου αιώνα ενηλικιώνονται.
Δεν νιώθω Οδυσσέας ούτε αναζητώ καμμία Ιθάκη. Οι οποίες συγκρίσεις αδικούν τον Ομηρικό ήρωα. Από την ασθμαίνουσα Εφορία που αναζητά έσοδα, ίσως πάρω επιστροφή, ίσως και όχι. Αλλά είμαι σίγουρος για ένα πράγμα: οι πληγές μιας χώρας δεν κλείνουν πλέον με δάκρυα. Οι πληγές αυτής της χώρας, είναι πηγές ενός λαού. Οχι αυτού που οχυρώνεται σε πύργους και ομορφόκτιστες μεγαλοκατοικίες στις παρυφές των πόλεων ή μέσα σε πρώην δάση. Το πράσινο και το οξυγόνο δεν ξορκίζουν αμαρτίες. Του λαού που, στον πυρήνα των πόλεων διεκδικεί το σήμερα με όρους ανθρώπων και όχι τοκογλύφων. Του λαού που σε αυτά τα πέτρινα αλώνια που του έλαχε να ζήσει, μέσα από την ελπίδα του «καλημέρα» θα κάνει την πέτρα να ανθίσει. Ενός λαού που στις σύγχρονες μυλόπετρες θα ξεφορτωθεί τους σπόρους της απαξίας και του συναλλασσόμενου ήθους που ίπτανται και απειλούν τη νεολαία, που δεν πρέπει να απελπιστεί, γιατί τότε θα παραδοθεί. Και μια παραδομένη νεολαία, είναι το τέλος του φωτός.
Ελλάδα, η μάχη άρχισε. Οχι άλλες ασπίδες ριγμένες!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.