Σε μια τυχαία (κι ευτυχώς ολιγόλεπτη) συνομιλία που είχα πρό ημερών με μια συνάδελφο στο γραφείο, προσπαθώντας να κατανοήσω τη συνεχή γκρίνια της, κατάλαβα πως, στις τελευταίες εκλογές δεν πήγε να ψηφίσει. Όταν τη ρώτησα γιατί, μου είπε πως αφού πήγε την πρώτη Κυριακή και τίποτα δεν άλλαξε στη χώρα, τη δεύτερη Κυριακή προτίμησε να κοιμηθεί, γιατί το προηγούμενο βράδυ είχε ξενυχτήσει. Την κοίταξα στα μάτια κι έφυγα,  γυρεύοντας το οξυγόνο του δρόμου.
Συχνά κουράζομαι. Περπατώ σε δρόμους πυκνούς από ανθρώπους, αυτοκίνητα και μισοάδεια λεωφορεία. Μέσα στη μοναξιά μιας σύγχρονης πόλης και μιας φοβισμένης εποχής.
Σε μια σύγχρονη πόλη που υπογράφει το παρόν της αντιγράφοντας, και όχι δημιουργώντας.
Στις άκρες και στα τείχη αυτής της πόλης, ο φωτισμός είναι ανύπαρκτος. Δεν μιλάω μόνο για το φυσικό φώς, αλλά και για το φώς του μυαλού, της ανοιχτής ψυχής, αυτής που ξέρει να σπάει «αλυσίδες», να ανοίγει «φυλακές» και να συνομιλεί, να επικοινωνεί, να δίνει λύσεις ανθρώπινες και κυρίως να ακούει. Ξέρουμε να μιλάμε. Να ακούμε όμως ξέρουμε;
Η εποχή μας, γέννησε φόβους πολλούς. Σαν να περιμένανε καιρό για να ξεπηδήσουν από τα μάτια μας και να οπλίσουν τα χέρια μας.
Φόβο, για τους ξένους που προσεύχονται στο κέντρο της πόλης, γιατί η λατρεία τους στριμώχνεται σε πνιγηρά υπόγεια, παρά τις χαμογελαστές υποσχέσεις των κρατούντων.
Φόβο, για κάθε επιστολή της εφορίας που σε καλεί να πληρώσεις για το άπορο κράτος των ξελιγωμένων ψευτο- ιδεολόγων.
Φόβο για την υγεία σου, που καθημερινά απειλείται, αλλά τα ταμεία πτωχεύουν, οι γιατροί σου λένε «δώσε!», οι φαρμακοποιοί είναι κλειστοί, κι εσύ αναρωτιέσαι τόσα χρόνια τι πλήρωνες και γιατί η χώρα χρωστάει.
Φόβο για το παιδί σου, που σπούδασε και μορφώθηκε, αλλά δεν βρίσκει εργασία και απορημένο σε κοιτάει. «Αυτός είναι ο κόσμος που έφτιαξες;» σου λέει. Τι απολογείσαι τότε; Γιατί είσαι απολογούμενος πλέον απέναντί του, και όχι συνομιλητής.
Στις σκιές αυτού του φόβου, προσπαθούμε να διαδηλώσουμε ειρηνικά. Μέσα σε κρότους και δάκρυα στα μάτια, στεκόμαστε μπροστά στις πύλες του Πανεπιστημίου, υπομένοντας τους πόνους των χημικών όπλων, χωρίς όμως να αναρωτιόμαστε «γιατί». Το «γιατί» είναι μέσα μας, και είναι πια λυμένο.
Γιατί έτσι πρέπει. Γιατί αρνούμαστε να δεχθούμε τον εξευτελισμό της αξιοπρέπειας μας, όταν συνεχώς μας μειώνουν τις αποδοχές ή τα επιδόματα που ενισχύουν το εισόδημά μας, προκειμένου τα άδεια ταμεία να ανασάνουν.
Γιατί δεν θέλουμε να ενδώσουμε στις πιέσεις των ανεξέλεγκτων επιχειρηματιών που αχόρταγοι και αφηνιασμένοι για τα κέρδη τους μας ζητούν να υπογράψουμε συμβάσεις ντροπής και δουλείας, λέγοντας μας πως το επιβάλλουν οι καιροί (και οι επόπτες μας), και πως μας κάνουν και χάρη που μας αφήνουν να εργαζόμαστε γι? αυτούς.
Γιατί περιμένουμε να δούμε τη δικαιοσύνη να σαρώσει με ψυχρή λογική όσους έκαναν σημαία τους την κατάχρηση της εξουσίας, την κλοπή του δημοσίου χρήματος και πλούτου. Κι έτσι, ο καθημερινός πολίτης, αυτός που ψωνίζει στη γειτονιά του και όχι στις φωταγωγημένες μεγαλουπόλεις της υφηλίου, αυτός που κάθε μέρα κάθεται σε άδειο τραπέζι αλλά ελπίζει, να καταλάβει πως ο νόμος, είναι υπεράνω τσέπης, αξιώματος, βαθμών ή βουλευτικών εδρών.
Γιατί βλέπουμε τους εθνοπατέρες μας που μέχρι χθες ορκίζονταν εις το όνομα του λαού και της δημοκρατίας να μας μιλούν για λιτότητα, θυσίες και οικονομία, αλλά ο ίδιοι να δέχονται «δώρα» σε χρήμα και οικοσκευή από τους χορηγούς τους, να κάνουν δωρεάν διακοπές σε πολυτελείς προορισμούς, μακριά από τον οικογενειάρχη που σκέφτεται να πληρώσει το φτηνό ξενοδοχείο, αλλά τα παιδιά του περιμένουν να δούν λίγη θάλασσα, ανυποψίαστα. Τέτοιο κατάντημα, και μας μιλούν για «τζαμπατζήδες»?
Τι χρώμα έχει ο θεός σας κύριοι; Η ιδεολογία που με στεντόρεια φωνή μας διαφημίσατε, σας έχει από καιρό σιχαθεί. Πόσο γρήγορα την αρνηθείτε όμως, για ένα λογαριασμό τραπέζης παχυλό ή για ένα παραλιακό σπίτι σε κάποιο νησί?
Κλειστήκατε μέσα στη Βουλή που την καταντήσατε άβουλη, νομοθετείτε για όλους εκτός από τους καλοθρεμμένους εαυτούς σας, ντύνετε τα λιπαρά σας σώματα με ακριβά ρούχα, αλλά τους κλέφτες που κυκλοφορούν στην εκλεκτή σας ομήγυρη τους ανέχεστε και τους κάνετε συνδαιτυμόνες και σύνδειπνους σας στα ακριβά εστιατόρια, αφού τα αδικήματά τους έχουν παραγραφεί. Είστε για λύπηση, κυρίες και κύριοι. Και δυστυχώς, έχετε ακόμα ταυτότητες?
Βλέπουμε πλέον δίπλα μας, την οργή του νέου να συσσωρεύεται και να ξεσπάει. Μέσα στο σπίτι του, ρωτάει τους γονείς του γιατί τον πιέζουν να σπουδάσει κάτι που δεν θέλει. Ο κεφαλαιούχος -κάποτε- πατέρας του, του απαντάει πως θέλει κάπου να αφήσει το γραφείο του, και η μεγαλοκυρία -κάποτε- μάνα του πως θέλει να «τον καμαρώσει» (και φυσικά, να κάνει τη φιγούρα της στα σαλόνια και στα κομμωτήρια για το τέκνο της). Πώς να δεχθούν, αυτοί οι ευυπόληπτοι πολίτες, το τέκνο τους, να αμειφθεί με τα 1000 ευρώ που αμείβονται «οι μικροαστοί δημόσιοι υπάλληλοι» και, ακόμη πιο φυσικά, το θεωρούν αδύνατον να μην παντρευτεί κόρη ή γιο τουλάχιστον εφοπλιστή του Λονδίνου, αλλιώς, δεν θα έχει πρόσωπο στην κοινωνία?
Αυτή η ψυχή πώς να αντέξει σ? αυτή τη καταπιεστική λογική; Απορούμε τότε που αυτή η νέα ψυχή, καταστρέφει και σπάει βιτρίνες, ή καίει βιβλία και χαλάει αίθουσες σχολικές; Ολοι του μιλούν για το μέλλον του, αλλά κανείς δεν τολμάει να του πεί πως, αυτό το μέλλον είναι πια υποθηκευμένο.
Αυτή η οργή έρχεται καταπάνω μας, είτε μιλάμε για εύπορους νέους είτε για φτωχούς. Το μυαλό αυτών των παιδιών είναι μια χαρά. Ο κόσμος που φτιάξαμε όμως και τα βουτήξαμε μέσα του, λέγοντας τους απειλητικά «κολυμπήστε και σκάστε!», είναι ψεύτικος, υποκριτικός και γλοιώδης. Ακρωτηριάζουμε αυτές τις ψυχές και τις παραδίδουμε ανάπηρες στα ηλεκτρονικά κύματα ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου. Και οι ανάπηρες ψυχές, δεν συγχωρούν.
Για όλα αυτά τα «γιατί», χτίσαμε αλλά τόσα «πρέπει». Σκουπίσαμε τα δάκρυα από τα χημικά που μας κέρασαν οι ένστολοι αντίπαλοι που απορημένοι κι αυτοί μας κοιτούσαν και μας έλεγαν «τι να σας κάνουμε κι εμείς ρε παιδιά;». Και επιστρέψαμε σπίτια μας.
Κι εκεί, αντικρίσαμε αυτόν που εξεγείρεται γιατί πεινάει. Αυτόν που με την φωνή και τη δυναμική του παρουσία κάνει κάθε ανδρείκελο που άρπαξε την εξουσία, είτε να φεύγει έντρομο, είτε να στέλνει αεροπλάνα και να βομβαρδίζει τον λαό του. Αυτόν, που πνίγηκε από τη διαφθορά, την φτώχεια και την αδικία, και τώρα πια ζητάει πίσω τη ζωή του.
Αντικρίσαμε κάποιο κομμάτι της Κυριακάτικης κοινωνίας μας να πληρώνει τουλάχιστον 15 ευρώ για να παρακολουθήσει ένα ποδοσφαιρικό αγώνα μίσους, πολεμικής ατμόσφαιρας και μπόλικου ξύλου. Κάποιοι άλλοι αναρωτιούνται πότε θα γίνει ο αντίστοιχος αγώνας στο μπάσκετ των ίδιων ομάδων, επειδή οι γονείς δεν αφήνουν τα παιδιά τους να το δούν από κοντά.
Τέτοιος αγώνας, ποτέ μη σώσει και γίνει, γιατί δεν είναι αθλητικός και κυρίως γιατί όλες αυτές οι παρωδίες, χρόνια τώρα, βάζουν μπροστά μας έναν καθρέφτη και δείχνουν το σάπιο πρόσωπο μας κοινωνίας παραδομένης και αποχαυνωμένης.
Μιας κοινωνίας που καίει σημαίες, βάφει αγάλματα και σβήνει αποτσίγαρα πάνω τους, ή μιας άλλης κοινωνίας που αντιστέκεται στους δρόμους που χρυσοπλήρωσε, αλλά ποτέ δεν τους χάρηκε, γιατί με μια δυνατή βροχή βουλιάξανε.
Και τότε, το οξυγόνο μας τελειώνει. Φτάνει η ώρα που θα βγούμε στο μπαλκόνι και με μια αλλόκοτη δύναμη θα φωνάξουμε : ξανά στους δρόμους! Μπροστά στα αγάλματα και στις πλατείες! Εχουμε μια ζωή! Δεν θα τη χαρίσουμε, ούτε θα την εκποιήσουμε! Μέσα από τα λάθη μας θα γίνουμε ξανά άνθρωποι. Συν-άνθρωποι. Κοινωνοί του χρέους μας, που κι? αυτό μας φωνάζει: ΠΟΥ ΠΑΤΕ;
Και όταν βρούμε ξανά τη φωνή μας, θα συναντηθούμε και θα ξαναπερπατήσουμε. Μαζί.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.