της Κατερίνας Μουστάκη

Θα ήθελα πολύ να ήμουν και εγώ εκεί, αλλά δεν ήμουν. Ήταν 16 Νοέμβρη 1973, στις οκτώ το βράδυ, θα έφευγε το αεροπλάνο μου από το Λονδίνο για την Ελλάδα, γύρω στις δώδεκα τα μεσάνυχτα θα βρισκόμουν στην Αθήνα. Η αδελφή μου και ο αδελφός μου ο Τάκης, πήρανε το αυτοκίνητό μου και πήγαν στο αεροδρόμιο για να με παραλάβουν. Η πτήση μου όμως καθυστέρησε, λόγω «βόμβας» και ξεκίνησε την ώρα που έπρεπε να φθάσει, δηλαδή λίγο πριν τα μεσάνυχτα, ώρα Λονδίνου. Έφθασα στην Αθήνα σώα και ταλαιπωρημένη κατά τις πέντε η ώρα το πρωί. 
Τα αδέλφια μου, εκμεταλλευόμενοι την σχεδόν πεντάωρη αναμονή, δεν γύρισαν σπίτι μας, αλλά αποφάσισαν να περάσουν μια βόλτα από το Πολυτεχνείο, όπου ήξεραν ότι κάτι σπουδαίο συνέβαινε. Και πήγαν. Και είδαν και έζησαν σπάνιες ιστορικές στιγμές.
Κατά τις τέσσερις με πέντε το πρωί, ήρθαν στο αεροδρόμιο ξανά.
Με υποδέχτηκαν ξαναμμένοι.
Πρόσεξα ότι το αυτοκίνητο ήταν όλο γραμμένο με συνθήματα.
Τους ρώτησα τι συμβαίνει. Ανησύχησα. Στο πρόσωπό τους ήταν εμφανής η έξαψη, από μια συγκίνηση που είχαν λίγο πριν γευτεί.
Μου εξήγησαν τι είχε συμβεί.
Μου περιέγραψαν τα γεγονότα, προσπαθώντας να μου μεταδώσουν την ηρωική τους διάσταση, και πως οι φοιτητές είχαν ξεχυθεί στους δρόμους γύρω από το Πολυτεχνείο και γράφανε συνθήματα παντού, στα τρόλεϊ, στα λεωφορεία και στα επιβατικά αυτοκίνητα, κάτω από τη μύτη των αστυνομικών!
Μιλούσαν με τα μάτια διεσταλμένα από τον θαυμασμό και με φωνή τρεμάμενη από φόβο αλλά και σεβασμό για ότι είδαν και βίωσαν εκείνες τις ώρες.
Τρόμαξα, συνειδητοποίησα ότι κάτι πολύ σπουδαίο συνέβαινε που θα μπορούσε όμως να εξελιχθεί σε επικίνδυνη εμπειρία για τα δυο μου αδέλφια.
Τους μάλωσα, για την αποκοτιά τους να μπουν μέσα στον πυρήνα των γεγονότων.
Κατά βάθος, τους ζήλευα για αυτή τους την εμπειρία. Δεν ήθελα να τους το δείξω, όφειλα, κατά τη γνώμη μου, να τους αποτρέψω από κάθε τι επικίνδυνο για τη ζωή τους.
Πάντα αισθανόμουν υπερβολικά προστατευτική απέναντί τους, μέχρι βαθμού καταπίεσης.
Λυπάμαι, αλλά ήταν ο μόνος τρόπος που ήξερα για να τους προστατεύω. Ελπίζω να με έχουν συγχωρήσει τώρα πια.

Λοιπόν, γυρίσαμε στο σπίτι γύρω στις έξι το πρωί, είχε ήδη ξημερώσει η 17η Νοέμβρη.
Η μάνα μου μας περίμενε ξύπνια. Της ευχηθήκαμε «Χρόνια Πολλά». Είχε τα γενέθλιά της, ήταν πια πενήντα τριών  χρονών! Πόσο μεγάλη τη βλέπαμε, αλήθεια τότε!
Τις επόμενες μέρες, εμένα και τον άλλο μου αδελφό τον Στέλιο, μας κάλεσαν να παρουσιαστούμε στο τοπικό παράρτημα Ασφαλείας.
Με ρώτησαν τι δουλειά είχα στο Πολυτεχνείο το βράδυ της 16ης Νοεμβρίου. «Γιατί είχα πάει» και «Να μη το αρνούμαι, επειδή το είχαν μάθει από πολύ καλή πηγή». Τους είπα ότι δεν ήμουν εκεί.
Δυστυχώς, δεν ήμουν εκεί!
Αργότερα σκέφτηκα και συνειδητοποίησα ότι πρέπει να είχαν πολύ καλό δίκτυο χαφιέδων, εγώ δεν ήμουν μεν εκεί, αλλά είδαν, φαίνεται, το αυτοκίνητό μου.
Ίσως να αναρωτιέστε γιατί τα γράφω αυτά. Τα θυμήθηκα, με την ευκαιρία της επετείου του Πολυτεχνείου, και με όλα όσα τελευταία λέγονται και ακούγονται. Και κυρίως για εκείνους που δηλώνουν σήμερα «αντιστασιακοί», καλυπτόμενοι πίσω από την άμβλυνση της μνήμης, που ο χρόνος τους εξασφαλίζει.
Δεν δήλωσα ποτέ μου «αντιστασιακή» γιατί δεν ήμουν αντιστασιακή.
Δεν έγινα ηρωίδα, όμως ούτε ενέδωσα, ούτε υπέκυψα και αισθάνθηκα βαθιά στο πετσί μου την πίεση και το φόβο της χούντας.
Τιμώ και θαυμάζω όσους υπέφεραν, φυλακίστηκαν, και βασανίστηκαν, επειδή σήκωσαν το ανάστημά τους και αγωνίστηκαν, αντιστάθηκαν και εναντιώθηκαν στη τραγική αυτή περίοδο.
Δεν ξεχνώ και θυμάμαι τους αγώνες όλων εκείνων που αντιστάθηκαν σ όλη της επταετίας.
Δεν ξεχνώ και θυμάμαι τους φοιτητές και το λαό, στις ημέρες εκείνες του Πολυτεχνείου.
Δεν ξεχνώ και θυμάμαι τα αιτήματα που επικρατούσαν και γίνανε συνθήματα: ΨΩΜΙ ΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.
Δεν αρκεί όμως να μη ξεχνάμε, πρέπει και οφείλουμε να καλλιεργούμε και να διατηρούμε ζωντανή τη φλόγα της αμφισβήτησης και να τη μεταλαμπαδεύουμε στους νεότερους.
Να τους ενθαρρύνουμε και να τους δείχνουμε το δρόμο, μέσα από το προσωπικό μας παράδειγμα, που θα πρέπει να απέχει πολύ από την αποστασιοποίηση, την απαξίωση και τη λήθη των αγώνων για ισονομία, ελευθερία, κοινωνική δικαιοσύνη και για μια ουσιαστική, ποιοτική δωρεάν παιδεία.
Κάποιοι προσπαθούν, με την ισοπέδωση να ξεχάσουν, επειδή έτσι εξυπηρετούνται οι δικές τους σκοπιμότητες και επιδιώξεις.
Το αίμα όμως, εκείνων των αγωνιστών δεν απαιτεί, αλλά ζητάει να τους αφιερώσουμε μια μέρα μνήμης, καμιά εξαιρετική θυσία, για μας τους ζωντανούς και βολεμένους.
Οι φοιτητές στις φετινές εκδηλώσεις φώναζαν το σύνθημα: «Το Πολυτεχνείο, δεν ήταν γιορτή, ήταν εξέγερση και πάλι, λαϊκή» και συνέχιζαν στη πορεία με συνθήματα σημερινά και επίκαιρα όπως: «Δώστε λεφτά για τη παιδεία», «Σχολεία όχι βόμβες» και «Δωρεάν παιδεία». Οι μετανάστες ζητούσαν «Νομιμοποίηση», οι εργαζόμενοι «Όχι στην λιτότητα και στην ανεργία» και «Αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις», «Αγώνας ενάντια στον καπιταλισμό», «Σοσιαλιστική έξοδο» και πολλά ακόμη, που είναι δύσκολο να απαριθμηθούν.
Ήταν πολύς κόσμος στη φετινή πορεία για το Πολυτεχνείο.
Ήταν εκεί μαθητές, φοιτητές, συνταξιούχοι, εργαζόμενοι, άνεργοι, μετανάστες, αντιεξουσιαστές και άλλοι που είχαν κατακλύσει τα πεζοδρόμια και παρακολουθούσαν, χωρίς να ενταχθούν σε κάποιο οργανωμένο μπλοκ, και φώναζαν συνθήματα, κάτω από το βροχή, που αν και ήταν δυνατή, δεν τους αναχαίτισε.
Τι να τους βλάψει μια βροχή, εκείνοι θέλανε να ενώσουν τη φωνή τους και να συνταχθούν με το πλήθος της πορείας, ζητώντας ανθρωπιά και αξιοπρέπεια.
Άοπλοι, όπως και ΤΟΤΕ.
Περιμένουν και αγωνίζονται για την ανατροπή, όπως και ΤΟΤΕ.
Σήμερα όμως έχουν για όπλο τη ψήφο τους. Όχι όπως ΤΟΤΕ.
Έτσι το Πολυτεχνείο πάντα επίκαιρο, ΖΕΙ!
ΖΕΙ στις καρδιές μας!
ΖΕΙ στα οράματά μας!
ΖΕΙ και μας δείχνει το δρόμο!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.