Έχω διαπιστώσει ότι τις περισσότερες φορές θεωρούμε δεδομένους κάποιους ανθρώπους, τους οποίους συναναστρεφόμαστε ως φίλους, συναντάμε ως γείτονες, συνεργαζόμαστε ως συνάδελφοι ή ακόμα και αυτούς που συχνά συναντάμε στην κοινωνική μας ζωή.
Θεωρούμε ότι θα τους έχουμε πάντα δίπλα μας, έτσι απλά, χωρίς να σκεφτούμε ότι για πολλούς και διαφορετικές αιτίες είναι δυνατόν να απομακρυνθεί από μας, είτε για λόγους εργασίας, υγείας ή και συνταξιοδότησης.
Μας πονάει, και ας μη θέλουμε να το δείξουμε, όταν μάλιστα αυτή η συνύπαρξη έχει διαρκέσει πολλά χρόνια τότε γίνεται η απουσία, καημός και ανεξήγητη θλίψη.
Αυτό περίπου μου συνέβη την προηγούμενη Κυριακή στην Ευαγγελίστρια, όπου έψαλλε την τελευταία, πριν από τη συναταξιοδότηση του, λειτουργία, ο πατέρας Ιωάννης. Είχε ταυτιστεί μαζί μας, είχε γίνει κομμάτι δικό μας. Η οικεία φιγούρα του ήταν στοιχείο αναπόσπαστο με τον ναό.
Μπορεί, πολλοί από μας, να μην είμαστε τακτικοί θαμώνες της εκκλησίας, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας αλλά όταν πηγαίναμε τον αναζητούσαμε και περιμέναμε να εμφανιστεί και να ηρεμίσουμε με την εξαιρετική φωνή του αλλά και με το όλο καλοσύνη βλέμμα του. Τον θέλαμε να είναι εκεί, όπως θέλαμε να βρίσκουμε στο σπίτι τη μάνα μας όταν επιστρέφαμε. Ήταν μια σχέση στοργής που την είχε κερδίσει με την απλότητα, την καλοσύνη του και την ανθρωπιά του.
Ο θεός ποτέ δεν είχε ανάγκη από πολυτέλεια και χλιδή αυτά είναι ανθρώπινες αδυναμίες τις οποίες η ματαιοδοξία και αμετροέπεια υπαγορεύουν.
Αυτά περίπου ήταν τα λόγια του, όχι αυτολεξεί, αλλά το νόημα τους. Τα πιστεύει και αυτό έχει αξία.
Δεν θυμάμαι να έγινε φορτικός ποτέ, ώστε να συγκετρωθούν χρήματα για τον καλοπισμό της εκκλησίας, παρόλο που έγιναν για αυτό το σκοπό, πολλά στη διάρκεια της θητείας του.
Ήξερε ότι οι περισσότεροι ήταν φτωχοί, συνταξιούχοι με χαμηλό εισόδημα και οποιαδήποτε προσφορά θα γινόταν από το υστέρημα τους, και αυτό δεν το ήθελε. Ο  θεός του δεν το είχε ανάγκη.
Επιτρέψτε  μου, να σας παραθέσω τα λίγα λόγια που είπα, αντί «ευχαριστώ», την προηγούμενη Κυριακή στην εκκλησία, μετά το πέρας της λειτουργίας, για τον Παπαγιάννη.
«Πατέρα Ιωάννη ή για μας τους Ερυθραιώτες παπά Γιάννη.
Πολύ λίγα ξέρω για τη κοσμική σου ζωή. Όμως  σε γνωρίζω πολύ καλά σαν λειτουργό του ύψιστου, κήρυκα και ζωντανό παράδειγμα των άξιων της Χριστιανοσύνης.
Είναι κοινό μυστικό η αληθινή αγάπη σου για τον άνθρωπο, χωρίς υστεροβουλίες και χωρίς ιδιοτέλεια. Η φροντίδα σου για τον φτωχό, τον ανήμπορο, τον μετανάστη και τον απογοητευμένο.
Με ταπείνωση και αυτογνωσία ζητούσες και ζητάς συγνώμη, από τους συνανθρώπους σου και αυθόρμητα τους φιλάς το χέρι, όπως αυθόρμητος είναι και ο λόγος σου, απλός, ειλικρινής και ανεπιτήδευτός.
Είμαι η τελευταία που θα μπορούσα να κρίνω το έργο σου.
Έγινα αποδέκτης αυτής της μοναδικής ακτινοβολίας που εκπέμπεις και παίρνω το θάρρος να εκφράσω όπως αισθάνομαι αυτό το συναίσθημα, πιστεύοντας ότι μαζί μου εκφράζονται και οι περισσότεροι Ερυθραιώτες και όλοι όσοι σε γνώρισαν.
Με τον Χριστό  οδηγητή σου, πορεύτηκες το δύσκολο δρόμο της ιεροσύνης.
Δέχτηκες επιθέσεις, άδικες τις περισσότερες φορές, για τις άλλες, είσαι και εσύ άνθρωπος θνητός, με τις αδυναμίες σου.
Δεν σε εγκατέλειψε ποτέ το θάρρος και η πίστη σου.
Θυμάμαι τη φράση σου: «Είμαι αμαρτωλός. Η μόνη μου παρηγοριά είναι ότι ο Χριστός ήρθε στη γη για μας τους αμαρτωλούς». Το λες και το πιστεύεις
Η παρουσία σου, η τοπολαλιά σου, η σθεντόρια φωνή σου, η γενναιοδωρία σου, η σοφία σου, είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά  που προδίδουν τη γενέτειρα σου, τη Κρήτη, την οποία τιμάς και κουβαλάς πάντα μαζί σου.
Σήκωσες το σταυρό σου, όταν το παιδί σου πέρασε μια πολύ δύσκολη περίοδο για την ίδια του τη ζωή. Το ξεπέρασες με Ιώβεια υπομονή και αξιοπρέπεια.
Αμαρτωλός, κατά τη ρύση σου, μεταξύ αμαρτωλών, ούτε για μια στιγμή δεν αγανάκτησες, πάντα με καλοσύνη και αγάπη αντιμετώπισες, εκείνους που σε κατηγόρησαν και επεδίωξαν την εξόντωση σου.
Ήταν 1979 όταν ήρθες, πέρασαν 31 χρόνια.
Έζησες μαζί μας, βάφτισες τα παιδιά μας και προσευχήθηκες μαζί μας όταν αποχαιρετίσαμε στην τελευταία κατοικία τους αγαπημένα μας πρόσωπα.
Η ζωή και ο Θάνατος σε αέναη εναλλαγή, και εσύ ήσουν παρών, να χαρείς ή να συντροφέψεις στον πόνο του το ποίμνιο σου.
Ήσουν πάντα δίπλα μας. Μπήκες στο σπίτι μας παρηγορητής.
Σε αντιμετωπίσαμε σαν πατέρα, σαν αδερφό, σαν φίλο. Εισέπραξες την εμπιστοσύνη, τον σεβασμό και την αγάπη μας. Θα μας λείψεις!
Υποσχέσου μας, ότι θα έρχεσαι, όποτε μπορείς, να λειτουργείς, να μας βλέπεις και να μας χαρίζεις την λεβεντιά και την βαθειά ανθρώπινη ψυχή σου.
Σε αγαπάμε Παπαγιάννη.
Να είσαι ευτυχισμένος».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.