ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΟΥΣΤΑΚΗ
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΟΥΣΤΑΚΗ

Είναι 9:20 το πρωί της Κυριακής, βρίσκομαι στην περιοχή της Ομόνοιας.
Κατέβαινα την Σοφοκλέους, προσπαθώντας να βρω κάποιο χώρο στάθμευσης για να βάλω ο αυτοκίνητο, όταν διαπίστωσα ότι δεκάδες ανθρώπων διέσχιζαν τον δρόμο, που μου έκαναν εντύπωση επειδή δεν έδιναν σημασία στα αυτοκίνητα και σχεδόν απρόσεκτα περνούσαν απέναντι, θαρρείς σαν υπνωτισμένοι.
Ήταν αλλοδαποί πρόσφυγες, που σιγά σιγά γέμιζαν την περιοχή, στην πλειοψηφία τους άνδρες. Είχα την εντύπωση ότι όλοι ήταν ίδια ντυμένοι με μαύρα μπουφάν, με σκούρα πρόσωπα και με απλανές βλέμμα.
Τέλος βρέθηκα σε ένα υπαίθριο parking στην οδό Πειραιώς. Ο υπεύθυνος μου είπε: «ξέρετε, η περιοχή είναι περίεργη, εγώ θα είμαι μέχρι τις 2 μ.μ., σας συνιστώ να έρθετε μέχρι τότε».
Αισθάνθηκα άσχημα είναι γεγονός, με τα λόγια του, είχα ήδη επηρεαστεί και από μια αστυνομική «κλούβα», που είχα λίγο πριν συναντήσει και δίπλα της αστυνομικούς με τα αυτόματα όπλα στο χέρι. Εικόνα καθόλου καθησυχαστική και οικεία.
Σκέφθηκα, «τι γίνεται σε εμπόλεμη ζώνη μπήκα;».
Κλείδωσα το αυτοκίνητο και έφυγα, ανεβαίνοντας την Πειραιώς δεξιά προς την Ομόνοια.
Έκανε κρύο, είχε χιονίσει στα γύρω βουνά και κατά τη διάρκεια της νύχτας και στα βόρεια προάστια.
Είχα επιταχύνει το βήμα μου, κοίταξα τα μαγαζιά κλειστά, σκοτεινά και αφιλόξενα.
Που και που είσοδοι κάποιων ξενοδοχείων με εμφανές το είδος της πελατείας τους, όχι μόνο λόγω της εξωτερικής τους εμφάνισης αλλά και λόγω της σκοτεινής τους reception και γενικά της μιζέριας που απέπνεαν.
Επειδή το κρύο ήταν τσουχτερό είχα σχεδόν αρχίσει να τρέχω.
Ξαφνικά μέσα σε εκείνο το κλίμα της μιζέριας, της ανασφάλειας και του ψύχους, ακούστηκαν ψαλμωδίες. Δεν έβλεπα πουθενά εκκλησία, όμως όσο προχωρούσα γίνονταν πιο έντονοι οι ψαλμοί. Κοιτάζω μπροστά μου, ήταν η Πολυκλινική και δίπλα, ενσωματωμένο στο πολυώροφο κτίριο, ένα παρεκκλήσι, του Αγ. Γερασίμου θαρρώ.
Είναι γεγονός ότι εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα μια ηρεμία ίσως και ελπίδα. Σκέφθηκα να μπω να ανάψω ένα κερί, να δω την εκκλησία, να ζεσταθώ ίσως, αλλά κυρίως να αλλάξω εικόνες, να δώσω μια ευκαιρία στον εαυτό μου και στα μάτια μου να κάνουν διάλειμμα στον πόνο που τους προκαλούσαν όσα έβλεπαν.
Θυμήθηκα μια φίλη μου την Εύα που μου έλεγε: «Ξέρεις ίσως, ότι δεν πιστεύω στο Θεό με την κλασσική έννοια των παπάδων, αλλά πολλές φορές αισθάνομαι την ανάγκη να μπω σε μια εκκλησία να ανάψω ένα κερί και να προσευχηθώ»!
Με αυτές τις σκέψεις προχώρησα και έφτασα στο νούμερο ένα της Πειραιώς, όπου και έπρεπε να βρίσκομαι στις 9:30 το πρωί. Ήμουν συνεπής.
Τελειώσαμε γύρω στη μία το μεσημέρι. Μαζί με τον συμπολίτη μας τον Παναγιώτη Μ., πήραμε το δρόμο της επιστροφής, θα τον έπαιρνα μαζί μου, μια και είχαμε τον ίδιο προορισμό. Περπατήσαμε μέχρι το αυτοκίνητο, περίπου 300 μέτρα απόσταση.
Παρατήρησα μια καταφανή διαφορά, οι κάθετοι στην Πειραιώς δρόμοι, ήταν όλοι γεμάτοι με μετανάστες, αυτή τη φορά και κάποιες γυναίκες, δυο τρεις μαζί ανακατεμένες με αυτό το πλήθος.
Ήταν ένα πλήθος άφωνο και άχρωμο, μου έδωσαν την εντύπωση ότι μόνο εκινούντο άσκοπα σαν κουρντισμένα στρατιωτάκια, άψυχα θαρρείς, πως προσπαθούσαν να μη δώσουν στόχο, να προσπεράσουν «λάθρα», ανυπόστατα.
Τότε με τρόμο συνειδητοποίησα ότι είναι πράγματι άνθρωποι «χωρίς σκιά».
Μα μήπως και οι ίδιοι δεν είναι πετσί και κόκκαλο; Μια σκιά της ύπαρξής τους έχουν καταντήσει, σκεπτόμουν.
Ήταν σαν να λέγανε:
«Άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε, παρά
όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει»   1
Μόλις είχαμε περάσει μπροστά απ την εκκλησία του Αγ. Γερασίμου. Δεν ακούγονταν πια ψαλμωδίες, είχε σιωπήσει.
Λίγο πιο κάτω διέκοψε τη σκέψη μου ο Παναγιώτης που μου είπε: «Πρόσεξε την τσάντα σου, είναι δύο, ένας μπροστά και ένας πίσω που μας παρακολουθούν και την έχουν βάλει στο μάτι».
Δεν είχα πάρει είδηση, περπατούσα απασχολημένη από τις σκέψεις μου. Έβαλα όμως τη τσάντα μου ανάμεσά μας για να μη «προκαλώ».
Συνέχισα να παρακολουθώ τους ανθρώπους γύρω μας, ελάχιστοι ημεδαποί είναι η αλήθεια.
Ξαφνικά το βλέμμα μου πέφτει σε μια γωνιά, απ αυτές που δημιουργούνται όταν η διαμορφωμένη στη πρόσοψη ενός κτιρίου, στοά συναντά ένα παλιό κτίσμα. Η γωνιά ήταν ένας μικρός σκουπιδότοπος, στον οποίο είχαν λιμνάσει και βρομόνερα. Σε εκείνο ακριβώς το σημείο βρισκόταν ένας νέος άνδρας που τράβηξε την προσοχή μου. Παρόλο το κρύο, ήταν ελαφρά ντυμένος, με ένα παντελόνι και ένα λευκό πουκάμισο. Είχε καθίσει με γυρισμένη τη πλάτη,πάνω στα πόδια του, και προσπαθούσε, με το δεξί του χέρι, να «χτυπήσει» ένεση στο αριστερό. Δεν έδινε σημασία τι γινόταν γύρω του. ποιος περνούσε και ποιος μπορούσε να τον συλλάβει, ίσως.
Λοιπόν:
«Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους»   2
Ήταν ένα θέαμα που αρρώσταινε όποιον το παρακολουθούσε και μάλιστα για μη εξοικειωμένα μάτια, όπως τα δικά μου.
Άλλο να το διαβάζεις, άλλο να το βλέπεις σε φωτογραφίες, ακόμη και στη τηλεόραση και άλλο να το βιώνεις στην πραγματικότητα. Ζεις τη στιγμή και αναπνέεις το περιβάλλον. Συνειδητοποιείς μια πραγματικότητα όχι από περιγραφές αλλά βιώνοντάς την. Συγκλονίστηκα!
Έφτασα σπίτι και το μυαλό μου δεν έλεγε να ξεκολλήσει από τα όσα είδε.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, παίρνοντας την εφημερίδα στα χέρια διάβασα ότι ο: «Μανσούρ Κ., Κούρδος από το Ιράν, είχε μια βαθιά χαρακιά στο λαιμό του και δυο βαθιές τομές στους καρπούς των χεριών του. αυτά είναι τα σημάδια από τις τρεις απόπειρες αυτοκτονίας που έκανε πριν λίγες ημέρες στη Γερμανία, όταν έμαθε ότι οι Αρχές της χώρας θα τον επαναπροωθούσαν στην Ελλάδα».
Ο Μανσούρ ήρθε τον Οκτώβριο 2006 στην Ελλάδα μέσω Τουρκίας, με σκοπό να φθάσει στη Γερμανία όπου ζει η αδελφή του και να ζητήσει πολιτικό άσυλο επειδή στην πατρίδα του κινδυνεύει να φυλακιστεί ως αντικαθεστωτικός.
Το Δεκέμβριο του ίδιου έτους πήγε στη Γερμανία απ όπου τον Απρίλιο του 2007 επαναπροωθήθηκε στην Ελλάδα.
Χωρίς φίλους, χωρίς συγγενείς, μόνος και άφραγκος ζούσε για 14 μήνες στα πάρκα. Μια από αυτές τις φορές τον ανακάλυψε η αστυνομία και τον «έσπασε στο ξύλο».
Τελικά τον Ιούνιο του 2008 κατάφερε να ξαναπάει στην Γερμανία μέσω Ιταλίας. Εκεί ζούσε κάτω από ανθρώπινες συνθήκες σε ένα χώρο φιλοξενίας προσφύγων όπου είχε εξασφαλισμένη στέγη και τροφή.
Ξαφνικά η Γερμανία άρχισε να εφαρμόζει τον κανονισμό του Δουβλίνου Ι, όπου υπεύθυνη για εξέταση αιτημάτων ασύλου είναι για κάθε αιτούντα η πρώτη χώρα εισόδου του, και στην περίπτωση του Μανσούρ, η Ελλάδα.
«Σκέπτομαι ότι δεν έχω καμία ευκαιρία στην Ελλάδα και ξαφνικά αποφασίζω να αυτοκτονήσω» περιγράφει ο Μανσούρ, μέσα από τη ψυχιατρική κλινική του Δαφνίου, όπου τον οδήγησαν γιατί είναι επικίνδυνος για τη ζωή του, μήπως αποπειραθεί ξανά να αυτοκτονήσει.
Στο βλέμμα του Μανσούρ είναι αποτυπωμένη η απόγνωση. Η ζωή του στην Ελλάδα ήταν και θα είναι αφόρητη, δεν του έχει απομείνει ελπίδα για καλύτερες μέρες.
«Ήταν η ζωή τους, λένε, τραγωδία.
Θεέ μου το φρικτό γέλιο των ανθρώπων,
τα δάκρυα, ο ιδρώς, η νοσταλγία
των ουρανών, η ερημία  των τόπων»   3
Και πολλές παρόμοιες περιπτώσεις συμβαίνουν καθημερινά, εμείς απλά δεν τις μαθαίνουμε. Όπως ο Ζαχίρ Σ. δεκαεννέα χρονών από το Αφγανιστάν, που επαναπροωθήθηκε στα τέλη του Ιανουαρίου στην Ελλάδα από την Αγγλία. «Μένω σε ένα πάρκο εδώ κοντά. Υπάρχουν ξενοδοχεία που μου ζητάνε  έξι ευρώ για να μείνω ένα βράδυ. Τους λέω δεν έχω δουλειά που να τα βρω , λέει κλαίγοντας ο Ζαχίρ, «Μου είπαν ότι η Ελλάδα με δέχθηκε ως πρόσφυγα. Ότι, εάν γυρίσω θα έχω άδεια παραμονής και σπίτι»!
Τώρα κατάλαβα γιατί γύρω από τους δρόμους της Ομόνοιας συνάντησα τόσους ανθρώπους περιφερόμενους χωρίς ελπίδα, χωρίς φωνή, χωρίς σκιά.
Αν φώναζα Μανσούρ!… Ζαχίρ!… εκατοντάδες θα πεταγόντουσαν, αφού ακόμη κι αν είχαν άλλο όνομα, είχαν όλοι τους τα ίδια προβλήματα, του εγκαταλελειμμένου πρόσφυγα, χωρίς πατρίδα, χωρίς ελπίδα

Σημειώσεις:
1.ΚΩΣΤΑ Ν. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ «ΑΝΔΡΕΙΚΕΛΑ»
2.ΚΩΣΤΑ Ν. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ «ΠΡΕΒΕΖΑ»
3. ΚΩΣΤΑ Ν. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ «ΙΔΑΝΙΚΟΙ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.