-Γεια σου Κατερίνα, είμαι ο Αχμέτ είσαι καλά;
-Γεια σου Αχμέτ, ευχαριστώ καλά.
Με ξένισε λίγο το τηλεφώνημα από τον Αχμέτ, είχαμε πριν δυο μέρες μιλήσει και μου είχε ευχηθεί χρόνια πολλά.
-Ξέρεις Κατερίνα, θα ήθελα, αν μπορείς, να έρθεις το Σάββατο, σε μια ταβέρνα της οδού Αιγίνης. Κάνω μια γιορτή και έχω καλέσει μερικούς φίλους.
Η φωνή του εξέπεμπε ειλικρίνεια και σου έδινε να καταλάβεις ότι όταν σε αποκαλούσε φίλο, το εννοούσε.
-Ευχαρίστως Αχμέτ, μόνο θέλω να ελέγξω αν έχω κάποια άλλη υποχρέωση, αλλιώς θα έρθω.
Το Σάββατο λοιπόν βρέθηκα στην ταβέρνα που  με είχε καλέσει ο Αχμέτ. Εκεί νωρίτερα είχαν καταφθάσει συμπατριώτες του με τις οικογένειες τους. Η υποδοχή ήταν εξαιρετική.
Ο Αχμέτ είναι αλβανικής καταγωγής. Είναι  γεωπόνος, με μεταπτυχιακά στην Ελλάδα. Τα παιδιά του πήγανε σχολείο εδώ, τέλειωσαν το Πανεπιστήμιο εδώ, και τα ελληνικά τους είναι εξαιρετικά.
Εντυπωσιάστηκα με τη συγκέντρωση και η παρουσία του Πρέσβη με έκανε να αναρωτηθώ τι γιορτάζουν. Τελικά έμαθα.
Ήταν η εθνική τους γιορτή. Στις 28 Νοεμβρίου 1912 με τις συνθήκες Λονδίνου και Βουκουρεστίου αναγνωρίστηκε η Ανεξαρτησία της Αλβανίας.
Το κλίμα με παρέπεμψε σε κάποιες άλλες εποχές, σε προηγούμενες δεκαετίες, περασμένες αλλά όχι ξεχασμένες, τότε που οι Έλληνες, κυρίως οι νέοι άφηναν τα χωριά τους για να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό, να βρουν δουλειά, να προκόψουν και να βοηθήσουν την οικογένεια τους.
Άφηναν τους «γέρους» τους πίσω, πολλές φορές και τα παιδιά τους, τα οποία συνήθως ήταν πολύ μικρά, επειδή η άγνωστη για αυτούς χώρα και οι συνθήκες διαβίωσης, τον πρώτο καιρό, δεν τους επέτρεπε αυτή την «πολυτέλεια».
Παρακολουθώντας αυτούς τους ανθρώπους, οικονομικοί μετανάστες στην πλειοψηφία τους, δεν μπορούσα να μην κάνω τις συγκρίσεις. Και αυτό ήταν αναπόφευκτο επειδή πολλές φορές βρέθηκα στο εξωτερικό να γιορτάζω μαζί με Έλληνες μετανάστες κάποια εθνική μας γιορτή ή θρησκευτική.
Θυμάμαι με νοσταλγία κάποιες φορές που βρέθηκα σε μια μικρή πόλη της Ελβετίας, στο Φλαβίλ, και έζησα με τις 70 οικογένειες Ελλήνων που κατοικούσαν εκεί, στιγμές που ίσως δεν είχα ζήσει στην Ελλάδα σε αντίστοιχες επετείους.
Είχαν οργανώσει Ελληνική Κοινότητα και με διαδικασίες αναδείκνυαν τον Πρόεδρο και το συμβούλιο της Κοινότητας. Μέσα από αυτό το φορέα εξασφαλίζανε πολιτιστικές δράσεις, βοήθεια κάθε μορφής, εορτασμούς επετείων, θρησκευτικές και άλλες γιορτές διατηρώντας τα ήθη και έθιμα της Ελλάδας, που τη κουβαλούσαν πάντα μέσα τους.
Θα προτιμούσαν να βρίσκονται στην πατρίδα όλες αυτές τις φορές, αλλά η δουλειά και τα οικονομικά δεν τους επέτρεπαν. Και έτσι όλη την νοσταλγία και την αγάπη την ξόδευαν στη μεταξύ τους αλληλεγγύη και συνεργασία. Δούλευαν όλοι μαζί, ο καθένας στο τμήμα που ανέλαβε για να  προετοιμάσουν μια γιορτή ή μια επέτειο.
Στο Φλαβίλ υπήρχε ένα παλιό, παραδοσιακό ξενοδοχείο που ανήκε στους Γκάουερ, γνωστή οικογένεια ξενοδόχων. Η Πηγή, ήταν η Ελληνίδα σύζυγος του ιδιοκτήτη Χανς Γκάουερ, η οποία πρόσφερε τη μεγάλη αίθουσα του ξενοδοχείου για τις ελληνικές εκδηλώσεις.
Πάντα χαμογελαστή, εξυπηρετική με μια τραγουδιστή προφορά στα γερμανικά, επηρεασμένα από τη μητρική της γλώσσα, τα ελληνικά, σου έδινε την εντύπωση ότι η γερμανική είναι η πιο ωραία γλώσσα στον κόσμο.
Αισθανόμουνα μια θαλπωρή σ? αυτές τις συγκεντρώσεις, που πρωτίστως οφειλότανε στην αγάπη με την οποία με περιέβαλαν τα ξαδέλφια μου, που με φιλοξενούσαν, αλλά και στους υπόλοιπους Έλληνες της περιοχής που με υποδέχονταν σαν κάποιο δικό τους που ήρθε να τους επισκεφθεί.
Ήταν κάποια Χριστούγεννα, που οργανώθηκε μια γιορτή στο ξενοδοχείο της Πηγής. Ήταν όλοι τους παρόντες. Θυμάμαι ότι είχε έρθει μια ομάδα Ελλήνων φοιτητών από τη Ζυρίχη, που χόρευαν Ελληνικούς χορούς με ιδιαίτερη ικανότητα και προτίμηση στους Ποντιακούς χορούς. Άλλωστε οι περισσότεροι, Έλληνες μετανάστες προήρχοντο από τη βόρεια Ελλάδα , όπου υπήρχε ισχυρό το Ποντιακό στοιχείο.
Θεωρώ ότι αυτές οι συγκεντρώσεις λειτουργούσαν αντίδοτο στις επιπτώσεις της ξενιτιάς και σαν εναλλακτική Ελλάδα.
Η σκληρή δουλειά, η ανάγκη αποταμίευσης, τα παιδιά και τα προβλήματα τους στη ξένη χώρα, ήταν η πραγματικότητα που απορροφούσε όλο τον χρόνο τους και δεν τους επέτρεπε να βρίσκονται μαζί σε πιο συχνή βάση.
Έβαζαν τα καλά τους και συμμετείχαν οικογενειακώς σ? αυτές τις εκδηλώσεις.
Ξέχναγαν για λίγο τα προβλήματα και τις ανάγκες τους.
Τραγουδούσαν και χόρευαν τους χορούς της πατρίδας με στόχο την επιστροφή τους.
Αντάλλασαν ευχές για υγεία «και του χρόνου στο σπίτι μας, στην πατρίδα».
Τα όνειρα και οι ελπίδες τους έπηζαν τον αέρα της αίθουσας. Το μύριζες. Το ανέπνεες.
Αυτά σκεπτόμουν, ευρισκόμενη ανάμεσα στον Αχμέτ και τους συμπατριώτες του, που γιόρταζαν την εθνική τους επέτειο.
Χαμογελούσα με στοργή.
Δεν καταλάβαινα τη γλώσσα τους και δεν ήξερα τι τους είπε στην ομιλία του ο Αχμέτ και ο Πρέσβης, όμως με τη κοινή γλώσσα της ψυχής, σχεδόν ήξερα τι συνέβαινε μέσα τους.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.