ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΟΥΣΤΑΚΗ

∆ιαδροµή προς το σπίτι µου, κάνω σφήνες, µε λοξοκοιτούν γυναίκα γαρ, τους χαµογελάω, νευριάζουν χειρότερα.
Ραδιόφωνο και µοναξιά ακροατών, αφού παίρνουν τηλέφωνο και επικοινωνούν µε µια φωνή και ανταλλάσσουν τηλέφωνα µεταξύ τους στον αέρα. Τόση µοναξιά.!!!!!
Εκείνη την ηµέρα είχαν σαν θέµα τον ποδοσφαιρικό αγώνα, που θα άρχιζε σε λίγες ώρες µεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Απορούσα και εγώ τόση ώρα, πως και η κυκλοφορία είναι άνετη.
Παίρνανε τηλέφωνο Έλληνες – Ελληνάρες, λέγανε τα δικά τους. Βγήκε και ο κύριος Γιώργος, µας απεκάλεσε ρατσιστές. Βγήκε κάποιος άλλος υπεραμύνθηκε της φυλής µας φωνάζοντας αγανακτισµένος, πως εµείς δεν έχουµε τέτοια χαρακτηριστικά και κάκιστα µας τα απέδωσε ο κύριος Γιώργος.
Κάποια στιγµή ακούγεται να τηλεφωνεί ένας νέος άνδρας, φίλος της εκποµπής, που είχε και αυτός την ανάγκη να πει την γνώµη του. Άρχισε λέγοντας, σε άπταιστα ελληνικά :
«Είµαι αλβανικής καταγωγής, έχω έρθει στην Ελλάδα από το 1983, εδώ πήγα σχολείο και εδώ µεγάλωσα µε τους γονείς µου. Είναι γεγονός ότι στην αρχή τουλάχιστον αντιµετώπισα αρκετά προβλήµατα µε τα παιδιά στο σχολείο, δεν θέλανε να µε κάνουν παρέα, δεν µε πλησίαζαν ίσως µε φοβόντουσαν, δεν θα φταίγαν όµως αυτά. Τώρα, πια δεν αντιµετωπίζω κανένα πρόβληµα.
Και για να έρθω στο σηµερινό µας θέµα: τον αγώνα µεταξύ Ελλάδας – Αλβανίας. Εγώ βρίσκοµαι σε δύσκολη θέση είναι αλήθεια, γιατί αγαπώ και τις δύο εξίσου, όµως σήµερα συγκεκριμένα, θέλω να κερδίσει η Ελλάδα γιατί αυτή έχει ελπίδες να προχωρήσει στα τελικά».
Ήταν µία ειλικρινής απάντηση. Ίσως κάποιος να τη χαρακτηρίσει διπλωµατική, δηλαδή δεν ήθελε να χαλάσει το χατίρι κανενός. Αν είναι έτσι λοιπόν, έχουµε ακέραιη την ευθύνη. Και έχουµε την ευθύνη, γιατί δεν εξασφαλίσαµε στους οικονοµικούς µετανάστες την ελευθερία να λένε την γνώµη τους, και το χειρότερο την ελευθερία να υποστηρίζουν την πατρίδα που τους γέννησε.
Γιατί εµείς δεν τους θεωρούµε «ανθρώπους» νοµίζουµε ότι είναι «εργατικά χέρια» χωρίς ψυχή, χωρίς µυαλό, δεν έχουν ανάγκη από αγάπη, από διασκέδαση, από συµπαράσταση, από αλληλεγγύη. Όπως θα λέγαµε «συνάνθρωπος»!!!
Γιατί ξεχνάµε πολύ γρήγορα και γιατί µε αυτές τις συµπεριφορές προδίδουµε τους αγώνες, που έκαναν οι Έλληνες οικονοµικοί µετανάστες στις χώρες της Ευρώπης και όπου τέλος πάντων πήγαν, πιστεύοντας ότι θα εξασφαλίσουν καλύτερες µέρες.
Γιατί εµείς είµαστε βολεµένοι και δεν επιτρέπουµε στους «ξένους» να έχουν άποψη, γνώµη και πατρίδα που τους αγαπά και τους περιµένει ίσως.
Γιατί ξεχάσαµε ότι το «νόστιµον ήµαρ» υπάρχει από την εποχή του Οµήρου και θα υπάρχει όσο υπάρχουν άνθρωποι ξενιτεμένοι.
Γιατί µάθαµε να στήνουµε πόλεµο για έναν ποδοσφαιρικό αγώνα µήπως και µας προσβάλλουν τις ποδοσφαιρικές εστίες µας, τα δίχτυα µας τα ιερά, τη νέα µας θρησκεία, το νέο όπιο των λαών.
Και βέβαια θα συµφωνήσω µε τον ποιητή Α. Εµπειρίκο ότι:
«Χειροκροτούν κι όλο φωνάζουνε
«Goal ! Goal ! στα δίχτυα των εχθρών
Όχι ποτέ στα δίχτυα του θανάτου». (1)
∆εν έχω πρόβληµα ούτε µε το ποδόσφαιρο και κυρίως ούτε µε τους οπαδούς του, αλλά σε καµία περίπτωση δεν δέχοµαι να δίνονται πολεµικές µάχες µέσα και έξω από τα γήπεδα, να τραυµατίζονται άνθρωποι ακόµη και να σκοτώνονται προς τιµήν µιας νέας θεάς, της µπάλας ή όπως κάποιοι ίσως βολεύονται, µιας νέας ιδεολογίας.
Εκτός εάν κάποιοι σκέφτηκαν «άσ› τους να εκτονωθούν» να µη θυµούνται, την ανεργία, την ακρίβεια, τη φτώχια και τη µιζέρια τους. Και ο χορός καλά κρατεί.
Βλέπετε, κάποιοι σαν και µένα δεν καταλαβαίνουν γιατί «η Ελλάδα στα γήπεδα αναστενάζει» και γιατί θα πρέπει να προγραμματίζεις τις δραστηριότητές σου, σύµφωνα µε τις ποδοσφαιρικές συναντήσεις. Θύµα άλλωστε αυτού του προγραµµατισµού πέφτει συχνά – πυκνά και το ∆ηµοτικό µας Συµβούλιο, που µεταθέτουµε συνεδριάσεις λόγω ποδοσφαίρου. Ας είναι.
Ώσπου να φτάσω σπίτι µου, ακούω σκέπτοµαι και θυµώνω. Θυµάµαι το ποδόσφαιρο παλιά στην Ερυθραία, που παίζανε σε µεγάλες οµάδες δικά της παιδιά, όπως στην ΑΕΚ ο Θανάσης Τσαγγάρης και ο Πέτρος Σταµατελόπουλος και άλλοι που ίσως δεν ξέρω ή δεν θυµάµαι. Αυτοί οι άνθρωποι, ήταν φτωχοί και δούλευαν όλη την µέρα στις δουλείες τους και από τη δουλειά στην προπόνηση και στο παιχνίδι. ∆εν είχανε πριµ, δεν είχανε χρήµα, µόνο ψυχή και αγάπη για τον αθλητισµό και αυτό που εισέπρατταν ήταν χειροκρότηµα και αγάπη από αληθινούς φιλάθλους, όχι χούλιγκανς. Τότε δεν είχε, στην Ελλάδα τουλάχιστον, εµπορευµατοποιηθεί το ποδόσφαιρο. ∆εν ξέρω αν υπήρχαν champion›s – league ή άλλες διοργανώσεις, ξέρω όµως ότι µε µοναδική πληρωµή το χειροκρότηµα, αγοράζανε ακόµη και τα παπούτσια τους.
Αδυνατώ βλέπετε να κατανοήσω τον κρατικό «τζόγο» που εκφράζεται µέσω του Προ-πο, Jocker, λαχεία και λοιπά αλλά µέσα, που πουλάνε ελπίδα στους φτωχούς και παίρνουν από το υστέρηµα τους, για να πλουτίσουν κάποιοι, ελάχιστοι. Αυτό πράγµατι δεν το έχω ποτέ µου καταλάβει, όσο και αν το σκέφθηκα στην καλύτερη περίπτωση κατέληξα ότι πρόκειται για εθελούσια φορολογική εισφορά που δεν κατανέµεται όµως ισότιµα και ισοδύναµα σ› όλους τους Έλληνες.
Όµως καταλαβαίνω πολύ καλά γιατί κάποιοι µη φίλαθλοι ή τουλάχιστον µη αρκούντος φίλοι του αθλητισµού, θέλουν να γίνουν πρόεδροι ΠΑΕ, να πληρώνουν δήθεν ή πράγµατι χρηµατικά ποσά, που ποτέ δεν πρόκειται να τα πάρουν πίσω. Και που τα µόνα τελικώς φίλαθλα αισθήµατα που τους διακρίνουν είναι εκείνα του αγώνα ταχύτητας για την αποκοµιδή κερδών.
Ξέρω ακόµη ότι θέλουν να έχουν την δύναµη που τους εξασφαλίζει ο αριθµός των οπαδών, των φιλάθλων και όλων όσοι εµπλέκονται σε αυτην ιστορία.
Ξέρω επίσης ότι δεν είναι τυχαίο που επιχειρηµατίες που θέλουν να επωφεληθούν από µια περιοχή, αναλαµβάνουν κάποιο αθλητικό σωµατείο υπό την «προστασία τους» µε όποιους συνειρµούς µπορεί να προκαλέσει η λέξη προστάτης. Έτσι ορθώνουν και τα δικά τους τείχη προστασίας των επιχειρήσεών τους. Το κακό βέβαια είναι ότι όλοι ξέρουµε, αλλά εθελοτυφλούµε.
Και έτσι στην πόλη εισέρχονται «καινά δαιµόνια» µε καινοφανείς τακτικές και µε διαφανείς προθέσεις.
Εκπορθητικοί κριοί πολλοί. Μέσα άφθονα. Σκοπός ένας και µοναδικός: Κάνω αυτό που θέλω. Όποτε το θέλω και δεν φοβάµαι κανένα. Τους έχω όλους στο χέρι ή σχεδόν όλους. Και αλίμονο σε όποιον µου αντισταθεί, θα γευτεί την οργή µου.
Όπως θα έλεγε η φίλη µας η Μαλβίνα: «Έξω π….. από την παράγκα».
Ανδρέας Εμπειρίκος: «Ηχώ». Ποιητική συλλογή «Αι γεναιαί πάσαι»
____________
* Το άρθρο είχε δημοσιευθεί στην «Νέα Ερυθραία Κάθε Εβδομάδα» τον Απρίλιο του 2005. Αλήθεια τι άλλαξε από τότε μέχρι σήμερα;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.