Ο βαρκάρης με κοιτούσε με απορία. Ηταν ακόμα αρκετά πρωί, κι ο ήλιος ετοιμαζόταν να μας κυκλώσει, καθώς πλησιάζαμε στο λιμάνι. Αυτά τα βράχια… Αυτή η γή…
«Ελπίζω να πήρες νερό» μου λέει. «Δεν υπάρχει τίποτα εδώ». Αδιάφορες οι λέξεις του. Η ένταση, ερχόταν σιωπηλή. Την ένοιωθα, καθώς πλησίαζα.
Στο λιμάνι, ένα κύμα έσκασε μπροστά μου. «Πήγαινε μπροστά» μου έλεγε η ηχώ της θάλασσας. Η θάλασσα έχει πάντα δίκιο. Χιλιάδες χρόνια τώρα.
Περπατώ σε μια γή σκληρή. Γεμάτη πέτρα. Φτωχό πράσινο, ελάχιστο. Αέρας δυνατός. Αφρίζει το νερό. Σκονίζει τα μάτια. Είμαι μόνος, ή μήπως όχι;
Αυτό το ισχνό νησί δεν «βουλιάζει» από κόσμο. Η Ιστορία το κρατάει ψηλά, δυσπρόσιτο, αφιλόξενο. Μοίρα βαριά το σκεπάζει. Και στο φώς, και στο σκοτάδι. Μακρόνησος. Δεν ρωτιέμαι τί με έφερε εδώ. Είμαι εδώ. Εχω ανάγκη να ακούσω μια σιωπή βασανιστική, να δώ πού φυτρώνουν οι ελπίδες όσων πίστεψαν. Αυτή η ανάγκη, ίσως με λυτρώσει. Ισως δροσίσει τη μνήμη μου και την κρατήσει ζωντανή, σε τέτοιους καιρούς.
Μπροστά μου προβάλλει το άγαλμα του αγωνιστή. Κοιτάζει προς το πέλαγος, με το πέτρινο φορτίο στον ώμο του. Στο πόδι του, το σύρμα μιας εξουσίας παράλογης, που ελπίζει να σωφρονίσει τις αντιθέσεις με το μαστίγιο, τη βία, την αγραμματοσύνη και τη φοβέρα. Οσο βαρύ όμως κι αν είναι το φορτίο του, ο αγωνιστής «προσκαλεί» το χρόνο, γιατί ξέρει πως η ελευθερία είναι νίκη, και δεν χαρίζεται, αλλά κατακτιέται. Γνωρίζει καλά σε ποιά γή ζεί, κοιμάται, ονειρεύεται. Ποιά γή ποτίζει με τον αιμάτινο ιδρώτα του και κυρίως, ποιά παιδιά θα «γεννήσει» αυτή η γή. Κλείνει τα μάτια του και προχωράει αργά. Στο πληγωμένο παρόν του. Αλλά και στο μέλλον που θα τον δικαιώσει, στα μάτια και στη συνείδηση μιας ανθρωπότητας.

Λίγο πιο πάνω, κάποιοι αρτοκλίβανοι ξέθωροι. Ποιός είπε πως αυτό το ψωμί είναι γλυκό; Αυτοί που το έφτιαχναν ή αυτοί που το ποδοπατούσαν για να διασκεδάσουν;
Στέκομαι για λίγο, μπροστά στο άδειο τοπίο. Ενα τσοπανόσκυλο, εδώ και ώρα με ακολουθεί, χωρίς όμως να γαυγίζει. Ερχεται μπροστά μου και ξαπλώνει στο χώμα. Κάποιον θα προσέχει κι αυτό, σαν άλλος φύλακας…
Χώρος αναφοράς ΑΕΤΟ. Εδώ, μια αγριωπή φωνή κυριαρχεί : «Μη μιλάτε την ώρα της αναφοράς! Οι πρόγονοί σας μετρούσαν νεκρούς τέτοιες στιγμές!» Κάποιοι «στρατιώτες» βήχουν δυνατά. Μόλις που κρατιούνται στα πόδια τους, αλλά ο λοχίας παραμονεύει. Ο βήχας μένει μέσα. Κι αργότερα, θα βγεί με αίμα, στο λερωμένο μαξιλάρι.
Ενας δυνατός άνεμος περνάει μέσα μου. Προχωρώ. «ΠΡΟΣ ΘΕΑΤΡΟ», γράφει μια σκουριασμένη πινακίδα, έτοιμη να διαλυθεί.
Σκηνή. Φώτα σβηστά. Ησυχία στις γεμάτες κερκίδες. Οι προβολείς ανάβουν κι από μια γωνιά, μπαίνουν «οι συντελεστές». Περπατούν στη γυαλισμένη σκηνή, με μάτια πορφυρά. Τα ρούχα και τα χέρια τους, βρεγμένα. «Προσκυνούμε τη χάρη σας! Η μεγαλοσύνη σας μας έφερε εδώ, σ? αυτά τα άγια χώματα! Στις πέτρες που φωνάζουν ΕΛΛΑΔΑ! Ταπεινοί εκφραστές είμαστε, συγχωρέστε μας. Ζητούμε το φώς της μόρφωσης, το κάλλος του πολιτισμού μας, το ιερό της θρησκείας μας! Θα χτίσουμε νέους Παρθενώνες, θα φέρουμε νέες νίκες! Φωτισμένοι μας ηγέτες, δείξτε μας το δρόμο να γυρίσουμε, γιατί χαθήκαμε…!»
Οι φωνές τρυπούν τ΄ αυτιά, σαρώνουν τις ψυχές. Ξαφνικά σταματούν. Το έργο τελείωσε. Η σκηνή άδειασε γρήγορα κι οι κερκίδες γυμνώθηκαν. Ετρεξε ο χρόνος, σαν μικρό παιδί που φοβάται το δρόμο.
Μια πόρτα τρίζει. Σπίτι ετοιμόρροπο. Κατάμαυρο, σαν ενοχή αλύτρωτη, κρυμμένη μέσα σε απειλές και χτυπήματα. Ονόματα στους τοίχους, άσπρες κάθετες γραμμές, σκίτσα με ανθρώπους. Μέρες μετρημένες, «μέχρι να τελειώσει η θητεία και να γυρίσουμε στον κόσμο». Γιάννης, Λάζαρος, Θανάσης, Νίκος…
Στέκομαι στην παραλία. Εδώ δεν έχει ομπρέλες. Μόνο βράχια. Απότομα, βαριά. Το κεφάλι μου πονάει. Σκύβω σε μια πέτρα. Κάτι έχει γραμμένο πάνω της.
«Επισκέπτη, εδώ έμεινα. Πέτα την μέσα στη θάλασσα. Να πάει στη μάνα και στην αδερφή μου. Ελ». Εβαλα δύναμη. Η πέτρα έφυγε ψηλά, και χάθηκε στο κύμα.
Σκύβω και φιλώ τη γή που σας δέχθηκε. Το αίμα που δώσατε για τις αρχές σας, ταξίδεψε βαθιά στην άνυδρη γή. Μα τί χαζοί που είμαστε τελικά… Δεν υπάρχει γυμνό τοπίο. Υπάρχει το δάσος που φύτρωσε από τις υπάρξεις σας. Τα ονόματα, τα βλέμματα, τα σώματα σας που έμειναν όρθια στον άνεμο, στη ριπή, στον πόνο. Η μνήμη σας περιφέρεται σε κάθε χιλιοστό αυτού του τόπου και μας φωνάζει συνεχώς. Πώς να συμπληρώσουμε το κενό σας; Ποιά μάνα να παρηγορήσουμε και ποιόν πατέρα να κοιτάξουμε στα μάτια; Πώς ν? αγκαλιάσουμε αυτή τη θάλασσα, όταν σκεφτούμε πόσο σας αδικήσαμε;
Ας είστε ευλογημένοι όπου κι αν βρίσκεστε. Γιατί υποφέρατε από χέρια αδελφικά, που δεν σας κατάλαβαν. Από μια χώρα μικρή, από μια πατρίδα μονίμως λαβωμένη. Από ιδέες και θεωρίες απάνθρωπες. Από την υποτέλεια του μυαλού, της ψυχής, της καρδιάς.
Μην μας συγχωρέσετε. Δεν αξίζουμε τέτοια μεγαλοκαρδία. Μόνο μείνετε μαζί μας. Ακολουθήστε μας σαν μνήμη κοφτερή, σαν σκιές δυνατές. Για να μας δείχνετε πως, όποιος ξέρει να ζεί αληθινά, ξέρει και να πεθαίνει αληθινά. Χωρίς φόβο. Για να φωτίζετε τα σκοτεινά μας μονοπάτια, με τη καρδιά και το ήθος σας.
Το αίμα σας έγραψε μια λέξη: ελευθερία.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.