Το μεσαιωνικό κάστρο της Τενέδου
Το μεσαιωνικό κάστρο της Τενέδου

Η Τένεδος είναι ένα νησί των Θρακικών Σποράδων που απέχει 12 μίλια από την είσοδο των Στενών των Δαρδανελίων, από τον Ελλήσποντο δηλαδή, και μόλις 3 μίλια από τη μικρασιατική γη της Τρωάδας. Έχει έκταση 36 τ. χλμ. (όση και η Νίσυρος) και από το 1923 ανήκει στην Τουρκία. Σήμερα λέγεται στα τουρκικά Μπόζτζα αντά (Bozcaada), δηλαδή Φαιά Νήσος, Σκουρονήσι. Είναι χαμηλή κι επίπεδη, με μεγαλύτερο υψόμετρο την κορυφή του Αγιο-Λιά (205 μ.). Οι μέγιστες διαστάσεις της κατά διεύθυνση δύσης – ανατολής είναι 6 μίλια και από βορρά σε νότο 3 μίλια, με σύνολο ακτογραμμής 15 μιλίων. Ακρωτήρια έχει τον Πουνέντη, με φάρο στη δυτική άκρη του νησιού, τον Άη-Δημήτρη, το Μάρμαρο, τον Οϊνό κι άλλα μικρότερα. Ολόγυρα υπάρχουν νησίδες και συστάδες βραχονήσων, όπως οι επικίνδυνες Μαυριές. Το έδαφός της είναι άνυδρο, αλλά αρκετά εύφορο, ιδανικό για την αμπελοκαλλιέργεια. Η καλλιεργούμενη από τους Έλληνες έκτασή της κάποτε έφθανε τα 15.000 ντουλούμια (στρέμματα), κυρίως πλούσιοι αμπελώνες, από τους οποίους γινόταν μεγάλη εξαγωγή σταφυλιών (τα περίφημα τσαούσια) και υπέροχου κρασιού (6-10.000 τόνοι). Από την αρχαιότητα ήταν ήδη ξακουστός ο ανθοσμίας οίνος της Τενέδου.

Το κέντρο του ελληνικού μαχαλά με την εκκλησία της Κοίμησης 1819

 

Το νησί, κατά τη μυθολογία, αρχικά ονομαζόταν Λευκόφρυς, λόγω των κιτρινωπών πετρωμάτων του, αλλά πήρε το σημερινό όνομά του – γνωστό ήδη στην Ιλιάδα – από τον πρώτο οικιστή και βασιλιά του, τον Τέννητα, γιο του ήρωα Κύκνου (γιου του Ποσειδώνα), από τις Κολωνές της Τρωάδος, που τους σκότωσε και τους δυο ο Αχιλλέας.  Ο Τέννης λατρεύτηκε ως θεός και έπαιξε τον ίδιο ρόλο που έπαιξε κι ο Θησέας για τους Αθηναίους, δηλαδή ένας κορυφαίος ημίθεος ήρωας. Λαμπρές τελετές και μεγάλες γιορτές οργανώνονταν προς τιμήν του. Απεικονιζόταν πάντα στα νομίσματα της Τενέδου με δυο κεφαλές, σαν τον Ιανό. Επίσης λατρεύτηκαν κυρίως ο Απόλλων Σμινθεύς (προστάτης της Τρωάδας), ο Ποσειδών και ο Διόνυσος, για ευνόητους λόγους, αφού το νησί συνδέεται άρρηκτα με τη θάλασσα και τ’ αμπέλια. Εξάλλου, κατά τον Όμηρο, η περιοχή θεωρούνταν ενδιαίτημα του Ποσειδώνος, ο οποίος πότε παρακολουθούσε τα Τρωικά από την κορυφή Σάος της Σαμοθράκης (είναι η ψηλότερη του Αιγαίου, 1.800 μ.) και πότε χανόταν στης θάλασσας το χάος.

Υπάρχει μέγα σπήλαιο στα βάθη εκεί του κόλπου,

στην Τένεδον ανάμεσα και στην τραχείαν Ίμβρον,

‘κεί μέσ’ αφού τους ξέζεψεν ο Ποσειδών τους ίππους

έστησε και τους έβαλε να φάγουν αμβροσίαν.

    (Ιλιάδα, Ν 31-35)

    Περίφημες στην αρχαιότητα, σύμφωνα με τους Βυζαντινούς λεξικογράφους Ησύχιο Αλεξανδρέα (5ος αι.) και Στέφανο Βυζάντιο (6ος αι.),  ήταν οι φράσεις Τενέδιος ξυνήγορος (απότομος, ευθύς και σκληρός άνδρας στα δημόσια πράγματα, επειδή «έχει καθαρή τη φωλιά του»), τενέδιον βέλος και τενέδιος πέλεκυς (την έλεγαν για τους αμερόληπτους δικαστές και τους άτεγκτους εφαρμοστές του νόμου), Τενέδιος αυλητής (για ψευδομάρτυρες και συκοφάντες), τενέδιον κακόν (για ξεροκέφαλους κι αμετάπειστους, που δεν υποκύπτουν σε παρακάλια) και Τενέδιος άνθρωπος (φοβερός, βλοσυρός, εμπνέων τρόμο). Σχεδόν όλες αυτές σχετίζονται με τους μύθους και τις περιπέτειες του μυθικού Τέννητος.

Το νησί ακολούθησε πολύ ενδιαφέρουσα ιστορική πορεία. Κατοικείται από τη Νεολιθική εποχή και τα παλιότερα ευρήματα ανάγονται στην έκτη χιλιετία π.Χ. Πρώτοι κάτοικοι θεωρούνται οι Πελασγοί (Προέλληνες). Αχαιοί άποικοι εμφανίστηκαν μετά τα Τρωικά (11ος αι. π.Χ.), αργότερα όμως υπερίσχυσαν εδώ, όπως και στη γειτονική Λέσβο, Αιολείς άποικοι από τη Θεσσαλία και τη Βοιωτία. Κι αυτοί με τη σειρά τους ίδρυσαν μαζί με Λεσβίους και Κυμαίους Αιολείς πολλές νέες αποικίες στα μικρασιατικά παράλια. Υπήρξε και μια άλλη Τένεδος στην Παμφυλία, κοντά στην Αττάλεια, αλλά δεν είναι βέβαιο αν ήταν αποικία του νησιού.

Η Τένεδος, λόγω της στρατηγικότατης θέσης της, έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην ιστορία του Αιγαίου και της Μικρασίας. Βασική υπήρξε η συμμετοχή της στα Τρωικά και για τους δυο αντιπάλους. Συνδέθηκε τότε με το Φιλοκτήτη, τον Αχιλλέα, αλλά και την εικονική αποχώρηση των Ελλήνων, με το τέχνασμα του δουρείου ίππου. Καταλήφθηκε από τους Πέρσες τον 6ο αι. Μετά τα Μηδικά, την πήραν οι Αθηναίοι, και αποτέλεσε πιστότατο μέλος της Αθηναϊκής Συμμαχίας, πολύ βασικό για την άμυνα του Ελλησπόντου και την αθηναϊκή θαλασσοκρατορία. Με την Ανταλκίδειο ειρήνη (387 π.Χ.) οι Σπαρτιάτες την παρέδωσαν και πάλι για λίγο στους Πέρσες. Από το 377 συνδέθηκε ξανά με την Αθήνα κι αργότερα με το Μ. Αλέξανδρο και τους Ρωμαίους, ακολουθώντας τη γενική ιστορική μοίρα της περιοχής.

Στα βυζαντινά χρόνια η θέση της υπήρξε νευραλγική για την άμυνα και την οικονομία της Κων/πολης. Έδρα επισκοπής τον 5ο αι., εκκλησιαστικώς άλλοτε υπαγόταν στις μητροπόλεις Ρόδου και Μυτιλήνης κι άλλοτε ήταν αυτόνομη μητρόπολη. Διοικητικά ανήκε στο Θέμα Σάμου ή στο Θέμα Αιγαίου, που αποτελούσαν νευραλγικής σημασίας στρατιωτικές και διοικητικές μονάδες για το Βυζάντιο. Εδώ έδρευαν κατά καιρούς στρατηγοί, δρουγγάριοι του πλωίμου (ναύαρχοι) και κομμερκιάριοι (οικονομικοί επόπτες) που επέβλεπαν την άμυνα, τα τελωνεία και την κίνηση των πλοίων προς τα Στενά. Εδώ επίσης ναυλοχούσαν πολλά πλοία περιμένοντας τον κατάλληλο καιρό για να αναπλεύσουν τον Ελλήσποντο προς την Πόλη. Κι εδώ πάλι υπήρχαν μεγάλες αποθήκες με στάρι που προοριζόταν για τους κατοίκους της Βασιλεύουσας.

Μεταξύ 1370-1385 έγινε το μήλο της έριδος μεταξύ των Παλαιολόγων, των Γενοβέζων, των Βενετών και του Αμεδαίου της Σαβοΐας, λόγω της θέσης της. Οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες την έταζαν πότε στους μεν και πότε στους δε, για να πετύχουν προσωπικά οφέλη, χρήματα κι εξουσία, ενώ οι Τούρκοι είχαν ήδη κατακτήσει τη Θράκη και σχεδόν όλη τη Μακεδονία. Τελικά το νησί ερημώθηκε από τους Βενετούς το 1383 και οι 4.000 Έλληνες κάτοικοί του μεταφέρθηκαν στον Χάνδακα (Ηράκλειο) Κρήτης, στην περιοχή που μέχρι σήμερα λέγεται Τενέδια.

Οι Βενετοί χρησιμοποίησαν την Τένεδο ως ναυτική κι εμπορική βάση και τότε έχτισαν πάνω στις βυζαντινές οχυρώσεις το μεγάλο κάστρο, που πήρε τη σημερινή μορφή του αργότερα με τουρκικές επισκευές και ευρείες προσθήκες. Μετά την κατάληψη της Τενέδου από τον οθωμανικό στόλο (1456), επιτράπηκε και πάλι στους Έλληνες η κατοίκηση και η καλλιέργεια του νησιού. Στη διάρκεια του τουρκοβενετικού πολέμου για την Κρήτη (1645-1669), γύρω από την Τένεδο έγιναν πολλές συγκρούσεις, που κατέληξαν σε ήττα της οθωμανικής αρμάδας και πρόσκαιρη ανακατάληψη του νησιού από τους Βενετούς.

Χρησιμοποιήθηκε και από τους Τούρκους σαν σπουδαία ναυτική βάση, αλλά και σαν τόπος εξορίας. Εκεί, μεταξύ άλλων, εξορίστηκε και ο μέγας δραγουμάνος της Υψηλής Πύλης Κωστάκης Μουρούζης. Το 1603 καταγράφηκαν στο νησί 242 ελληνικές και 18 τουρκικές οικογένειες. Ο πληθυσμός αυξήθηκε αργότερα, γιατί το νησί αναπτύχθηκε στην Τουρκοκρατία κι έγινε πέρασμα διαφόρων εμπόρων και ναυτικών, πολλοί από τους οποίους εγκαταστάθηκαν μόνιμα. Σοβαρές ζημιές και βάσανα πολλά υπέστησαν οι Τενεδιοί κατά τις επιθέσεις των Ρώσων στο Αιγαίο (1770-74 και 1806-12). Στις 9 Νοεμβρίου 1822 μέσα στο λιμάνι της Τενέδου, ο Κωσταντής Κανάρης με τέχνασμα πυρπόλησε μοίρα του τουρκικού στόλου, προκαλώντας τρόμο και σύγχυση στους Τούρκους, με συνέπεια το πολύμηνο κλείσιμο του στόλου τους στα Στενά.

Ενενήντα χρόνια αργότερα (6/11/1912), η Τένεδος απελευθερώθηκε από τον Π. Κουντουριώτη, απόγονο Υδραίων μπουρλοτιέρηδων, και ο Αβέρωφ αγκυροβόλησε σχεδόν στην είσοδο του Ελλησπόντου. Ο ναύαρχος αφιέρωσε τότε στην Παναγιά της Τενέδου αργυρό ομοίωμα του θωρηκτού και μια καμπάνα 750 κιλών (και τα δυο βρίσκονται τώρα στη Νέα Τένεδο Χαλκιδικής, μαζί με άλλα 110 πολύτιμα θρησκευτικά κειμήλια από την Τένεδο).

Το 1912 κατοικούσαν στο νησί 3.752 Έλληνες και 1.500 Τούρκοι. Λίγο αργότερα ο ελληνικός πληθυσμός αυξήθηκε με πρόσφυγες από τα παράλια της Μ. Ασίας (5.420 Έλληνες έναντι 1.200 Τούρκων), αλλά το 1920 η Τένεδος αριθμούσε μόνο 2.835 κατοίκους, όλους Έλληνες (οι ντόπιοι Τούρκοι είχαν φύγει τότε), που ήταν συγκεντρωμένοι στο ομώνυμο χωριό, το μόνο οικισμό του νησιού.

Μετά την ειρήνη του Βουκουρεστίου (Αύγουστος 1913), τα νησιά Ίμβρος, Τένεδος και Καστελόριζο επιστράφηκαν στην Τουρκία, η οποία όμως δεν έστειλε στόλο να τα καταλάβει κι έτσι συνεχίστηκε στην Τένεδο και στην Ίμβρο η ελληνική κυριαρχία. Το νησί υπήχθη στη νομαρχία Λέσβου κι αποτελούσε κοινότητα της επαρχίας Λήμνου. Από το 1915 είχε και αγγλογαλλική κατοχή ως το 1920, οπότε με τη συνθήκη των Σεβρών αποδόθηκε στην Ελλάδα. Όπως και η γειτονική της Ίμβρος, δέκα χρόνια μόνο έζησε ελεύθερη. Η Τένεδος με τα περίφημα κρασιά, με τα όμορφα κορίτσια της και με τους άξιους ναυτικούς της, δόθηκε και πάλι στην Τουρκία, ως αναπόσπαστο τμήμα της άμυνας των Στενών, με τη συνθήκη της Λωζάννης (Ιούλιος 1923), μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Εκατό και πλέον οικογένειες προσέφυγαν τότε από φόβο στην Ελλάδα και ίδρυσαν τη Νέα Τένεδο στη Χαλκιδική, ενώ απελάθηκαν από τους Τούρκους οι κεφαλές του τόπου (μορφωμένοι, κοινοτικοί άρχοντες κλπ.).

Τα δυο νησιά, κατά το 14ο άρθρο της συνθήκης, θα απολάμβαναν καθεστώς αυτονομίας, με δική τους αστυνομία και τοπικές αρχές από ντόπιους Έλληνες. Οι όροι της συνθήκης δεν τηρήθηκαν ποτέ. Η αυτοδιοίκηση έμεινε στα χαρτιά, έγινε οικονομικός αποκλεισμός των Ρωμιών. Περιουσιακά στοιχεία δημεύτηκαν, ναοί βεβηλώθηκαν και το ελληνικό σχολείο έκλεισε το 1964 για… «λόγους ασφαλείας», σύμφωνα με το τουρκικό κράτος. Η θέση των Τενεδιών χειροτέρεψε, ιδιαίτερα μετά την όξυνση στις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας λόγω της Κύπρου, στη δεκαετία του ’60, και εκατοντάδες απ’ αυτούς προσέφυγαν στην Ελλάδα και στον κόσμο. Σήμερα (Αύγουστος 2011) από τους 1.750 Τενεδιούς του 1964 κατοικούν μόλις δεκαοκτώ ηλικιωμένοι στο νησί.

Οι Τούρκοι βάλανε σκοπό γκιαούρης να μη μείνει

κι η ελληνική η Τένεδος τούρκικη πια να γίνει.

     Για τους Έλληνες που παρέμειναν τότε κάτω από τουρκική κυριαρχία, η συνθήκη της Λωζάννης προέβλεπε ειδικό καθεστώς, κάτι σαν αυτονομία και τοπική αυτοδιοίκηση. Όμως η αμέλεια όλων των ελληνικών κυβερνήσεων και η ανθελληνική πολιτική της Τουρκίας, που ποτέ δεν τήρησε τις  υποχρεώσεις της  απέναντι στους Έλληνες, οδήγησαν στη συρρίκνωση του Ελληνισμού  της Πόλης,  της Ίμβρου και της Τενέδου, με αποτέλεσμα την αναγκαστική και σχεδόν ολοκληρωτική απομάκρυνση των Ελλήνων κατοίκων από τις προαιώνιες πατρίδες τους και την αλλοίωση του ελληνικού χαρακτήρα των δύο νησιών.

Η αδιαφορία των ελληνικών κυβερνήσεων για την καταπάτηση των όρων της συνθήκης της Λωζάννης εκ μέρους της Τουρκίας υπήρξε εγκληματική και ασυγχώρητη. Στη δεκαετία του 1930, κορυφαίος Έλληνας πολιτικός και διπλωμάτης δήλωσε κυνικά πως δεν είναι δυνατό να κινδυνεύσει η ελληνοτουρκική φιλία για μια χούφτα Ιμβριώτες και Τενεδιούς ψαράδες! Αυτό σημαίνει πως για την Ελλάδα περισσότερη σημασία είχε η σχέση με την αντίπαλη Τουρκία παρά με τους ομογενείς Έλληνες, που αριθμούσαν τότε πάνω από 100.000 άτομα.

     Το τουρκικό κράτος κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για την εξουδετέρωση του ελληνικού πληθυσμού των δυο νησιών. Παρόλο που πολλά άλλαξαν στη γείτονα, το κυρίαρχο σύνθημα στην Τουρκία είναι «η Τουρκία στους Τούρκους» και σήμερα ακόμη. Κάθε αλλόφυλος, αλλοεθνής, αλλόθρησκος συχνά δεν έχει καμιά θέση στο εν πολλοίς φασιστικό και απάνθρωπο κράτος της Άγκυρας. Τρανή απόδειξη όλων αυτών είναι μέσα στον 20ο αι. οι σφαγές, οι διώξεις, η καταπίεση και η τρομοκρατία εις βάρος των Αρμενίων, των Ελλήνων, των Κούρδων, των Ασσυρίων, των Αράβων και άλλων φυλών που ζούσαν ή  ζουν ακόμη στην τουρκική επικράτεια.

Η Τένεδος είναι ακριβώς μια τέτοια περίπτωση. Το νησί αυτό είναι ελληνικό από τα πανάρχαια χρόνια, από τον καιρό του Τρωικού πολέμου. Από το 1923 όμως, η μεταχείριση κι η επιβίωση των Τενεδιών στηρίζεται στις σχέσεις Αθήνας και Άγκυρας. Όποτε αυτές επιδεινώνονται, οι Τενεδιοί, οι Ιμβριώτες και οι Πολίτες υφίστανται διώξεις μέχρι πλήρους εξοντώσεως. Όποτε το Κυπριακό βρίσκεται σε ένταση, ο Ελληνισμός της Τουρκίας πέφτει θύμα των διώξεων και της τουρκικής τρομοκρατίας. Ας θυμηθούμε το βαρλίκι της Κατοχής (οικονομική εξόντωση των αλλοθρήσκων στην Κων/πολη, μεσούντος του πολέμου), τα τραγικά γεγονότα της 6ης Σεπτεμβρίου 1955 στην Πόλη και τα περίφημα τουρκικά διατάγματα του 1964, που είχαν στόχο την πλήρη εξόντωση και τον εκπατρισμό των Ελλήνων της Πόλης και των δύο νησιών.

Περίπου 2.500 ήταν οι Έλληνες της Τενέδου το 1923. Σήμερα απομένουν στο νησί λιγότεροι από 20 γέροι. Τα μέτρα που πήραν εναντίον τους οι τουρκικές κυβερνήσεις οδήγησαν στον αφελληνισμό και στον εκτουρκισμό του νησιού. Οι περιουσίες των Τενεδιών, κοινοτικές και ιδιωτικές, απαλλοτριώθηκαν συστηματικά και δημεύθηκαν, τα ελληνικά σχολειά έκλεισαν, οι εκκλησιές έγιναν ερείπια, οι κάτοικοι πήραν το δρόμο του ξεριζωμού και της ξενιτιάς, για να γλυτώσουν από την ανασφάλεια, το φόβο και την καταπίεση. Όλα αυτά έγιναν στις μέρες μας, τα τελευταία πενήντα χρόνια και εν ονόματι της συνθήκης της Λωζάννης, που η  Τουρκία δεν σεβάστηκε ποτέ.

Η ελληνική κοινότητα Τενέδου

Οι Τενεδιοί έχουν στενότατη σχέση με τον κόσμο του Βορείου Αιγαίου. Τα ήθη και έθιμα, το γλωσσικό ιδίωμα, ο γενικός χαρακτήρας του νησιού μοιάζουν πάρα πολύ με τα αντίστοιχα του Τσανάκκαλέ και της Θρακικής Χερσονήσου, της Ίμβρου, της Λέσβου και της Λήμνου. Φυσικά υπάρχουν πάντα οι τοπικές ιδιαιτερότητες και το ξεχωριστό ύφος που διακρίνουν κάθε τόπο.

Εκκλησιαστικά η Τένεδος ανήκε από το 15ο αι. ως το 1923 στη Μητρόπολη Μυτιλήνης και η κοινότητα ήταν πλούσια σχετικά. Από το 1923, με τη νέα κατάσταση, ιδρύθηκε η Μητρόπολη Ίμβρου και Τενέδου, μια από τις ελάχιστες πλέον του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε τουρκικό έδαφος. Στενότατη σχέση είχε και με τη μονή Ιβήρων του Αγ. Όρους και πολλά χτήματα και σπίτια του νησιού αφιερώθηκαν στην Πορταΐτισσα.

Κεντρική και μόνη εκκλησία στην Τένεδο είναι αυτή της Κοίμησης. Ο ναός είναι πολύ παλιός, ίσως του 17ου αι. Σύμφωνα με την υπέρθυρη επιγραφή, «η παρούσα ανακαίνησις… εγένετο εφ’ ημερών του πανσεβάστου ημών αυθέντου και δεσπότου Αγίου Μιτυλήνης (sic) Καλλινίκου, διά πρώτης συνδρομής του πανοσιολογιωτάτου Αρχιμανδρίτου κυρίου Σαμουήλ, επιτροπεύοντος του εντιμωτάτου κυρίου Χατζηπαναγιώτου Ρήγα και δαπάνης των ευσεβών και Ορθοδόξων Χριστιανών εν έτει αωιθ (1819) Ιουνίου 8». Επισκευάστηκε πάλι το 1869 και πριν από λίγα χρόνια. Το ωραίο τετραώροφο καμπαναριό της Παναγιάς, με το ρολόι και το σταυρό στην κορφή, που δεσπόζει όχι μόνο στο ρωμιομαχαλά μα και σε όλη την κωμόπολη, «ιδρύθη δαπάνη του φιλοχρίστου (sic) και φιλοπάτριδος Σπύρου Ι. Καβούνη πλοιάρχου και της θεοσεβούς συζύγου αυτού Καλλιόπης… εις αιώνιον μνημόσυνον αυτών» την 1η Αυγούστου 1895. Για δεκαετίες ήταν ετοιμόρροπο και μισογκρεμισμένο, αλλά επισκευάστηκε πρόσφατα με προσωπική εντολή του Ερντογάν, μετά την επίσκεψή του στο νησί.

Η Παναγία έχει πολλές παλιές εικόνες του 18ου – 19ου αι. και πλούσια αφιερώματα κυρίως από ναυτικούς ή τα σινάφια ραυτάδων, πραγματειοπολητών, βουτικτάδων κι αμπελουργών, με άκρως συγκινητικές επιγραφές κι αφιερώσεις. Γλύτωσε μόνο αυτή από τη μεγάλη πυρκαγιά του 1874, που κατέστρεψε όλο τον ελληνικό μαχαλά, επειδή τα σπίτια του ήταν ξύλινα.

Σε όλο το νησί υπάρχουν καμιά τριανταριά ξωκλήσια κι αγιάσματα, με σπουδαιότερο εκείνο της Αγ. Παρασκευής, στο οποίο γίνεται μέχρι σήμερα το μεγαλύτερο πανηγύρι του νησιού, με συμμετοχή πολλών εκπατρισμένων Τενεδιών που επιστρέφουν γι’ αυτό το λόγο στα πάτρια. Σημειωτέον ότι οι Τούρκοι μέχρι προσφάτως απαγόρευαν κάθε επισκευή ναού, με αποτέλεσμα πάμπολλα ξωκλήσια να κατερειπωθούν ή να καταρρεύσουν.

Συστηματικά σχολεία λειτουργούν στην Τένεδο τουλάχιστον από το 19ο αι. Στα μέσα του αιώνα ιδρύθηκε το αγορίσιο σκολειό (αρρεναγωγείο) και το 1883 το Πηνελόπειο παρθεναγωγείο, που λειτούργησαν ως το 1922. Το 1927 οι Τούρκοι με νόμο έκλεισαν τα σχολεία της Ίμβρου και της Τενέδου, κατά πλήρη παράβαση του άρθρου 41 της Λωζάννης, και υποχρέωσαν τους Έλληνες να στέλνουν τα παιδιά σε τούρκικα σχολεία. Το 1952 επιτράπηκε πάλι η ίδρυση ελληνικών σχολείων κι έτσι ως το 1964 λειτούργησε η Αστική Σχολή Τενέδου, όπου φοιτούσαν 150-170 μαθητές ετησίως. Έκτοτε παύει για πάντα η ελληνική παιδεία και στα δύο νησιά. Στα σχολικά κτίρια στεγάζονται σήμερα τουρκικές δημόσιες και άλλες υπηρεσίες (ιατρεία, ξενοδοχείο κλπ.).

Σήμερα το νησί αναπτύσσεται πάρα πολύ τουριστικά, παράγει ακόμη εκλεκτά ψάρια, κρασιά (3-4 εκατ. λίτρα, το 15% της τουρκικής οινοπαραγωγής) και τα τσαούσια (5.000 τόνοι), σταφύλια περιζήτητα στην Πόλη και στα Δαρδανέλια. Οι κάτοικοί του ξεπερνούν τώρα τις 3.000, όλοι Τούρκοι πλέον, και είναι προσφιλής τόπος διακοπών για πλούσιους και μορφωμένους Τούρκους της Πόλης, της Προύσας ή της Άγκυρας, που θέλουν να αισθανθούν κάτι από την αύρα των ελληνικών νησιών.

Στην Αττική, ο Σύλλογος Τενεδίων «Ο Τέννης» ιδρύθηκε το 2006 από μια μικρή ομάδα προσφύγων που εκδιώχθηκαν από την Τένεδο μετά το 1964. Πρωταρχικός στόχος του είναι η διατήρηση των δεσμών όλων των Τενεδιών, όπου γης. Ασχολείται στενά και αποτελεσματικά με τα προβλήματα της ελληνικής κοινότητας στην Τένεδο, αξιοποιώντας παράλληλα και την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Η στενή συνεργασία με όλους τους φορείς και τα διεθνή θεσμοθετημένα όργανα αποτελεί άμεση προτεραιότητα του συλλόγου για το καλό της Τενέδου.

Επιτύμβια πλάκα πεταμένη, μαζί με πολλές άλλες, στο κάστρο της Τενέδου. Φέρει συγκινητικό αυτοσχέδιο στιχούργημα για τον πρόωρο θάνατο της άτυχης Μαργίτσας. Αντιγράφηκε ως έχει (sic) από τον Θ. Κ. στις 5 Ιουλίου 2002.

ΕΠΙΤΥΜΒΗΟΝ ΜΑΡΓΙΤΣΑΣ
ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

ΑΝΘΟΣ ΗΜΗΝ ΤΟΥ ΜΑΪΟΥ,
ΑΝΘΟΣ ΕΥΟΣΜΟΝ ΩΡΑΙΟΝ,
ΑΛΛ’ Η ΠΛΑΞ ΑΥΤΗ ΚΑΛΥΠΤΕΙ
ΝΥΝ ΤΟ ΣΟΜΑΜΟΥ ΤΟ ΝΕΟΝ,
ΜΟΛΙΣ ΕΙΔΟΝ ΤΑΣ ΛΑΜΠΑΔΑΣ
ΥΜΕΝΑΙΟΥ ΑΝΗΜΜΕΝΑΣ
ΜΕΤΑ ΤΡΥΦΕΡΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ
ΚΑΙ ΑΜΕΣΩΣ ΚΕΚΟΜΜΕΝΑΣ.
ΕΙΔΟΝ ΕΞΑΠΑΤΗΘΕΙΣΑΣ ΠΑΣΑΣ
ΤΑΣ ΧΡΥΣΑΣ ΜΟΥ ΠΕΡΙ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ ΕΛΠΙΔΑΣ
ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΚΕΙΜΑΙ ΠΡΟΣ ΤΑΣ ΝΕΑΝΙΔΑΣ

ΤΕΝΕΔΟΣ, ΤΗ 2 ΙΟΥΛΙΟΥ 1875

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.