Την περασμένη Παρασκευή το πρωί έτυχε να περνάω έξω από το Γυμνάσιο.  Από το παράθυρο του αυτοκινήτου αντίκρισα στην είσοδο του σχολείου κρεμασμένο ένα πανό με τη λέξη «κατάληψη».
«Τα παλιόπαιδα, πάλι δεν ειδοποίησαν…» σκέφτηκα και σταμάτησα δεξιά υπακούοντας στο άτυπο «δημοσιογραφικό» μου καθήκον.
Πριν φτάσω στην είσοδο με «υποδέχτηκε» η διευθύντρια του σχολείου και αφού έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις μου εξομολογήθηκε μεγαλόφωνα:
«Να ξέρετε, ότι η κατάληψη είναι υποκινούμενη…»
«Και ποιος την υποκινεί;» ρώτησα
«Δεν μπορώ να σας πω… Αλλά από τα έντυπα που μοιράζουν στα παιδιά αυτό είναι φανερό», μου απάντησε.
Περισσότερα στο έδαφος και λιγότερα στα χέρια των μαθητών, βρίσκονταν πεταμένα αρκετά φυλλάδια πολιτικού κόμματος με τις θέσεις του για την Παιδεία, που είχαν κυκλοφορήσει στην πόλη αρκετές ημέρες πριν την κατάληψη.
Στο επιχείρημά μου ότι είναι συνταγματικό δικαίωμα του κάθε κόμματος να διαδίδει τις ιδέες του και ότι δεν υπάρχει «άβατο» για τα κόμματα στα σχολεία, η διευθύντρια με οργή μου αντέτεινε ότι «δεν έχουν καμιά δουλειά  τα κόμματα να μοιράζουν ανακοινώσεις στα παιδιά(!)», ότι «οι καταλήψεις είναι παράνομες» και ότι «τα παιδιά δεν ξέρουν γιατί κάνουν κατάληψη».
Μετά από ένα έντονο διάλογο που είχαμε σχετικά με την ύπαρξη ή μη των προβλημάτων του σχολείου και την αναγκαιότητα να αγωνίζεσαι για να τα επιλύσεις (π.χ. για την  κεραία κινητής τηλεφωνίας που βρίσκεται λίγα μόλις μέτρα από το σχολείο), η κυρία διευθύντρια αποχώρησε εκνευρισμένη διατυπώνοντας την λύπη της που είχε την πρόθεση(;!) να γίνει το σχολείο συνδρομητής στην εφημερίδα, χωρίς να λησμονήσει να φωνάξει στα παιδιά «να προσέξουν καλά, να μην πάρουν κανένα έντυπο που θα τους μοιράσουν»!
Aπό το μακρινό παρελθόν που με είχε μεταφέρει η συμπεριφορά της διευθύντριας (που υποτίθεται ότι σαν βασικό της σκοπό έχει να παραδώσει στην κοινωνία τους αυριανούς δημοκρατικούς πολίτες), με επανέφεραν οι μικροί μαθητές του Γυμνασίου, οι οποίοι είχαν αντιληφθεί το «επεισόδιο» και είχαν συγκεντρωθεί πίσω από τα κάγκελα της εισόδου.
Προσφωνώντας με «κύριε» και κάποιοι, λόγω συγγένειας, «θείε», προσπάθησαν να με πείσουν με απλά επιχειρήματα για τα αιτήματά τους (η αλήθεια είναι με όχι ιδιαίτερα πλούσιο λεξιλόγιο, φαινόμενο που θα έπρεπε να απασχολεί την διευθύντρια περισσότερο από την κατάληψη και τους «υποκινητές» της), αυτά που σύμφωνα με την διευθύντρια αποτελούσαν πρόφαση και όχι ικανό λίγο για κατάληψη.
Σταχυολογώ τα πιο βασικά από αυτά που συγκράτησα:
– «ελεύθερη και δωρεάν παιδεία»,
– «να μην υπάρχουν φροντιστήρια»,
– «ενισχυτική διδασκαλία για τους αδύνατους μαθητές»
– «απομάκρυνση της κεραίας κινητής τηλεφωνίας»
– «βελτίωση του κτιρίου»
– «θέρμανση στις τάξεις κατά τη διάρκεια του χειμώνα»
– «να μην πλημμυρίζει η αίθουσα της μουσικής όταν βρέχει».
Τους υποσχέθηκα ότι την επομένη θα τους επισκεφτεί ο δημοσιογράφος της εφημερίδας για να καταγράψει τα προβλήματα και τις απόψεις τους. Σε αντίστοιχη πρότασή μου προηγουμένως προς την διευθύντρια να μεταφερθούνε μέσω της εφημερίδας και οι δικές της απόψεις, μου δήλωσε κατηγορηματικά ότι «δεν χρειάζεται γιατί απαγορεύεται(!!!) η είσοδος δημοσιογράφων στο χώρο του σχολείου».
Έξω από το σχολείο πλησίασα δύο μητέρες, μέλη του Δ.Σ. του συλλόγου γονέων, που παρακολουθούσαν ανήσυχες την εξέλιξη της «κατάληψης».
«Που είναι οι γονείς;», ρώτησα
«Αδιαφορούν», μου απάντησαν, «οι περισσότεροι είναι αντίθετοι με την κατάληψη, κάποιοι μάλιστα πιο θερμόαιμοι απειλούν με δυναμική παρέμβαση προκειμένου να σταματήσει η κατάληψη».
«Που είναι ο δήμος;» ξαναρώτησα. Δεν πήρα απάντηση.
Τα παιδιά μου μετέφεραν ότι δημοτικός υπάλληλος εφοδιασμένος με «κόφτη» πήδηξε τα κάγκελα και προσπάθησε να κόψει τις αλυσίδες με την οποία τα παιδιά είχαν κλείσει την πόρτα της εισόδου.
Με δική του πρωτοβουλία; Αποκλείεται. Μάλλον ήταν η «απάντηση» της διοίκησης του δήμου στα αιτήματα των μαθητών.

Ήταν Μάρτιος του 1978 όταν το νεοσύστατο δεκαπενταμελές του Λυκείου Νέας Ερυθραίας, του οποίου ήμουν μέλος, αποφάσισε και πραγματοποίησε, χωρίς να προηγηθεί συνέλευση των μαθητών, αποχή των μαθητών από τα μαθήματα  με 100% επιτυχία και με βασικό αίτημα την αντιδημοκρατική συμπεριφορά του τότε Λυκειάρχη ο οποίος μεταξύ άλλων είχε αποβάλλει μαθητή γιατί φόραγε… κόκκινο μπουφάν!
Σε σχέση με τα σημερινά αιτήματά τα δικά μας ήταν αστεία, όμως από τη μια μας έπνιγε το άδικο από τη συμπεριφορά του Λυκειάρχη και από την άλλη ψάχναμε μια αφορμή για να ξεσηκωθούμε, ν΄ αντιδράσουμε αφού νιώθαμε το σχολείο να μας πνίγει και το εκπαιδευτικό σύστημα ξένο με τις αγωνίες, τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες της εποχής.
Τριάντα χρόνια από τότε η ανάμνηση αυτής της συλλογικής απόπειρας να προβάλλουμε την αγωνία μας, συνεχίζει να μας συγκινεί και να μας γεμίζει περηφάνια που στα νιάτα μας αντιδράσαμε, δεν κάτσαμε στ΄ αυγά μας, όπως οι «συμβιβασμένοι», τότε, γονείς μας, που δεν καταλάβαιναν, αν δεν επικροτούσαν κι όλας, την απαράδεκτη συμπεριφορά του Λυκειάρχη.

Σε λίγες ημέρες τα σχολεία θα οργανώσουν εκδηλώσεις για την επέτειο από την εξέγερση του Πολυτεχνείου.
Στο ίδιο αμφιθέατρο, όπου θα γεμίζει από τραγούδια του αγώνα, Ελύτη, Σεφέρη, Ρίτσο, και λόγοι θα εκφωνούνται  για την αξία της δημοκρατίας και την σημασία του αγώνα για την ελευθερία και την δικαιοσύνη, θα βρίσκονται μαζί όσοι βρίσκονταν πριν από λίγες ημέρες άλλοι μέσα και άλλοι έξω από την πόρτα του υπό κατάληψη σχολείου.
Την «πόρτα» του σχολείου, που δεν διαφέρει σε τίποτα από την «πύλη» του Πολυτεχνείου.
«Πόρτες» και «πύλες» στήνονται όταν τα προβλήματα ξεχειλίζουν τους νέους με οργή και ζητούν αυτά να λυθούν. Με ακραίο τρόπο  μερικές φορές, τι νέοι θα ήταν, άλλωστε.
Οι επιλογές των δασκάλων, των γονιών και των πολιτικών είναι μονάχα δύο.
Η δίπλα στους νέους ή απέναντί τους.
Ας διαλέξουν…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.