γράφει ο Απόστολος Δόμβρος
Σίγουρα το πιο ηρωικό ζευγάρι της Νέας Ερυθραίας ήτανε ο Αντώνης ο Σαμιώτης από τα Αλάτσατα και η γυναίκα του η Μαρία, το γένος Κερμετζόγλου από τον Τσεσμέ.
Και των δύο οι οικογένειες ήρθαν πρόσφυγες από την Μικρά Ασία. Η Μαρία ήτανε τότε 9 χρονών όταν η οικογένεια της εγκατέλειψε τον Τσεσμέ και ήρθε στην Ελλάδα για να γλυτώσει τη σφαγή. Ο Αντώνης θα ‘τανε λίγο μεγαλύτερος.
Παντρεύτηκαν όταν η Μαρία ήτανε 14 χρονών. Ο γάμος τους έγινε στις παράγκες, που ήταν στημένες κοντά στην εκκλησία της Ευαγγελίστριας, που και η ίδια τότε ήτανε παράγκα.
Αργότερα, όταν το κράτος έχτισε σπίτια για τους πρόσφυγες, εγκαταστάθηκε η οικογένεια σε ένα απ’ αυτά. Ένα δωμάτιο, μια κουζινίτσα και μια τουαλέτα, όπως όλα τα νεόχτιστα προσφυγικά της σειράς του Μεταξά. Εκεί στο σπίτι στην γωνία των Οδών 37 (σήμερα Σμύρνης) και 31 (σήμερα 25ης Μαρτίου) ολοκληρώθηκε η οικογένεια του ζεύγους Σαμιώτη.
Σαμιώτη, διότι ο παππούς του Αντώνη έφυγε από τη Σάμο και εγκαταστάθηκε στα Βουρλά της Μικράς Ασίας, γιατί η Μικρά Ασία τότε ήτανε πλουσιώτερη από την Ελλάδα και πολλοί από τα νησιά του Αιγαίου μετανάστευαν εκεί, για να ζήσουν καλύτερα εργαζόμενοι στα χωράφια.
Ο Αντώνης και η Μαρία απέκτησαν 10 παιδιά, χώρια τις 5 αθέλητες αποβολές. Θυμάμαι όλα τους τα ονόματα, γιατί το σπίτι μας στην Οδό 30 (σήμερα Γραβιάς) απείχε λιγότερο από 50 μέτρα από το δικό τους.
Πρωτότοκη ήταν η Δήμητρα και ακολουθούσαν ο Μανώλης, η Κούλα, η Σοφία, ο Νίκος, ο Κώστας, ο Σταύρος, ο Ανδρέας, ο Γιάννης και ο μικρότερος της οικογένειας ο Βασιλάκης. Όλα τα αδέλφια είχαν διαφορά μεταξύ τους ένα με ενάμιση χρόνο, με μόνη εξαίρεση τον Βασιλάκη που γεννήθηκε με διαφορά 7 ετών από τον προτελευταίο, τον Γιάννη.
Έτσι στη φοβερή κατοχή με την μεγάλη πείνα βρέθηκε η οικογένεια Σαμιώτη με 10 παιδιά. Δεν έφτανε αυτό, αλλά μαζί ζούσαν και ο παππούς ο Σταύρος και ο αδελφός του, ο θείος Γιώργος.
Πως κατάφεραν την εποχή της πείνας να επιζήσουν 14 άτομα με πατέρα εργάτη στα ασβεστοκάμινο; Πρόκειται για θαύμα, που σίγουρα οφείλεται στη μάνα, την ηρωική κυρα-Μαρία.
Αυτή σε συνθήκες τραγικές κατάφερε να κουμαντάρει έτσι την οικογένεια, ώστε να επιζήσει κάτω από τις τραγικές συνθήκες της κατοχής, όπου στην Αθήνα πέθαινε ο κόσμος στο δρόμο από την πείνα.
Ο πατέρας, ο παππούς και ο θείος δούλευαν στα ασβεστοκάμινα του Κατσιάνου στη Σταμάτα. Δουλειά βαριά και εξαντλητική. Συχνά όταν δεν είχαν τίποτα να φάνε πίνανε αλατισμένο νερό και γέμιζαν τα στομάχια τους για να τα ξεγελάνε.
Όταν η πείνα έφτασε στο απροχώρητο η Μαρία πήρε τον παππού τον Σταύρο και πήγαν στους τσοπάνηδες της Σταματάς, που είχαν τα κοπάδια τους και δεν τους έλειπε τίποτα και ζητιάνεψαν λίγη τροφή. Έτσι κατάφεραν να επιζήσουν μέχρι να αρχίσουν τα συσσίτια του Ερυθρού Σταυρού και κάθε παιδί να εξοικονομεί ένα πιάτο φαί την ημέρα.
Προ ημερών βρέθηκα στο σπίτι τη Σοφίας, όπου ζουν σήμερα τα περισσότερα αδέλφια στην ίδια θέση, μόνο που τώρα χτίστηκε και το πλαϊνό οικόπεδο και τους χώρεσε όλους.
θυμηθήκαμε τα χρόνια τα παλιά. Η Σοφία θυμόταν τον παππού, που έλεγε «κάποτε εδώ θα έρθει το Σικάγο» ή «εσείς θα ξαναπάτε στη Μικρά Ασία, αλλά σαν μουσαφιρέοι».
Θυμήθηκε πως φτιάχναν τα ασβεστοκάμινο. Είχαν διάμετρο 10 μέτρα και τα έχτιζαν με μαρμαρόπετρες του Κοκκιναρά. Μέσα καίγανε κλωνάρια και κορμούς πεύκων και κούτσουρα κουμαριών, συνέχεια μέρα-νύχτα για 10 μέρες. Αν τύχαινε να βρέξει χάλαγε η παραγωγή του ασβέστη και δεν είχαν να πληρώσουν τον μπακάλη και τον φούρναρη.
Θυμήθηκε, ότι μετά την κατοχή πήγανε πολλοί Ερυθραιώτες στο νησί των Πεταλιών στη Νότια Εύβοια και κάνανε καμίνια για κάρβουνα.
Πάντα η κυρά-Μαρία έκανε κουμάντο και επέβαλε τάξη στην μεγάλη οικογένεια. Δέκα παιδιά που δεν καυγάδισαν ποτέ, που ζούσαν αγαπημένα, όπως και σήμερα και που φιλοξενούσαν και αναξιοπαθούντες συγγενείς, όπως τον «Τιριμπομπό» της Κατερίνας.
Ο Αντρέας ο έβδομος στη σειρά, έπρεπε να φέρει το ψωμί από τον φούρνο του Καλύβα και στο δρόμο κατάφερε μια φορά να τραβήξει την ψίχα από μέσα, χωρίς εξωτερικά να φαίνεται, ότι κάτι έλειπε. Μόνο όταν πήγε το ψωμί στο ασβεστοκάμινο πήραν χαμπάρι οι πεινασμένοι εργάτες, ότι η φραντζόλα ήταν άδεια. Η κυρά-Μαρία κατάφερε και τον έσωσε από το λιντσάρισμα. «Παιδί είναι. Πεινούσε» είπε.
Στην κουβέντα επάνω η Σοφία θυμήθηκε κάτι που το είχα ξεχάσει. Ο πατέρας μου έβγαλε ναυτικό φυλλάδιο για να ταξιδέψουν σαν ναύτες τα μεγάλα αγόρια, ο Μανώλης, ο Νίκος και ο Κώστας. Την τελευταία στιγμή όμως η κυρά-Μαρία δεν άφησε τα παιδιά της να ταξιδέψουν.
Η αγάπη της δεν σήκωσε τον χωρισμό. Ευτυχώς γιατί σε κείνο το ταξίδι το καράβι του πατέρα μου το «GREEN VILLE» ναυάγησε στον Ατλαντικό και δύο ναυτικοί χάθηκαν.
Η κουβέντα προχώραγε και η Σοφία, ο Νίκος και ο Σταύρος που βρέθηκαν στο σπίτι, όταν τους επισκέφθηκα όλο και θυμόταν λεπτομέρειες από το παρελθόν.
Πως μου σπάσανε το κεφάλι σε ένα άγριο πετροπόλεμο, πως ο παλιομερολογήτης παπάς των Αγίων Αναργύρων, ο παπά-Αμβρόσιος μεθυσμένος έπεσε σε μια τρύπα στο γεφυράκι του ρέματος του Νταντούλα, πως η γιαγιά της βρήκε την κάρα του παππού του Νικόλα στη Σάμο, που τον θάψανε εκεί στο πρώτο διωγμό και γυρίσανε πίσω μετά 7 χρόνια εγκαταλείποντας για πάντα την Μικρά Ασία.
Όσο κι αν απλώνονταν η κουβέντα σε διηγήσεις και αναμνήσεις παλιές, η εικόνα της κυρά-Μαρίας της Σαμιώτισας της «μάνας κουράγιο» επανερχόταν συνεχώς. Ας είναι οι γραμμές αυτές ένα μνημόσυνο για την ηρωική αυτή Ερυθραιώτισσα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.