Από το 1995, πρώτη φορά που δεν κατάφερα να παρακολουθήσω ούτε μια από τις πολύμηνες πρόβες του «Λαϊκού Θεάτρου». Κατά παράδοση τα τελευταία ιδίως χρόνια, στην επίσημη πρόβα, αποτύπωνα στο ψηφιακό μου φιλμ στιγμιότυπα της παράστασης, ώστε οι φωτογραφίες να τυπωθούν και να μπουν στο ταμπλό της εισόδου.
Φέτος άφησα αυτή την υποχρέωση για την πρώτη κανονική παράσταση. Όχι ένεκα προγραμματισμού, αλλά γιατί «κάτι έπρεπε να κάνω και γω», σύμφωνα με την όλο και πιο έντονη τις τελευταίες πριν τις παραστάσεις ημέρες, συζυγική επωδό.
Κάθισα στην πρώτη σειρά μαζί με τους «επίσημους» και, με το που έσβησαν τα φώτα, σκόπευσα προς τη σκηνή.
Μετά από λίγο έχασα το βάρος της μηχανής και την αίσθηση του φωτογραφικού μου καθήκοντος και κοίταξα τριγύρω για να σιγουρευτώ.
Μέσα σε μια παράξενη για ανοιχτό χώρο σιγή, αισθανόμουν σίγουρος ότι απολάμβανα το ίδιο μίγμα μέθεξης και απόλαυσης που είχε κυριεύσει και τους  άλλους θεατές της παράστασης.
Τα επίμονα γαβγίσματα από τους σκύλους των γειτονικών μεζονετών και τα μαρσαρίσματα από τη λεωφόρο, με επανέφεραν στο δημοτικό ο-θεός-να-το-κάνει-πραγματικό-Θέατρο της οδού Κερκύρας, όπου ο σκηνοθέτης Νίκος Μπουσδούκος, οι συνεργάτες του και οι ηθοποιοί του Λαϊκού Θεάτρου είχαν πετύχει με την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή το ακατόρθωτο.  Σε έκαναν να ξεχαστείς. Να αισθανθείς ότι βρίσκεσαι στην Επίδαυρο. «Ρουφώντας» με το μυαλό και τις αισθήσεις τεντωμένες την ομορφιά της παράστασης, να σε καταλαμβάνει το ίδιο αίσθημα αισθητικής ικανοποίησης όπως όταν παρακολουθείς μια παράσταση στον «ιερό» θεατρικό χώρο της Αργολικής γης.
«Υπερβολές», μου είπαν πολλοί που τους προέτρεπα να μην χάσουν την παράσταση. «Είχες δίκιο, τελικά», ομολογούσαν φεύγοντας από το δημοτικό θέατρο.
Δεν θυμάμαι άλλη θεατρική παράσταση, και μάλιστα από ερασιτεχνικό θίασο, να έχει επαινεθεί τόσο πολύ.
Αν ο Νεοέλληνας γείτονας και γειτόνισσά μας δεν κάθονταν κάθε βράδυ από τις έξι σχεδόν μέχρι τις δώδεκα (σύμφωνα με τι στατιστικές) απέναντι στην τηλεόραση, να αποβλακώνεται, πιστεύοντας ότι ψυχαγωγείται και ενημερώνεται, τότε θα έκανε μια βόλτα μέχρι το Δημοτικό Θέατρο, να απολαύσει «μια  μίμηση πράξης σπουδαία», όπως είναι η τραγωδία, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη.
Να αισθανθεί περήφανος, όχι επειδή είναι απόγονος των αρχαίων Ελλήνων, αλλά επειδή είναι σύγχρονος με την ομάδα του Λαϊκού Θεάτρου, που δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να εξυψώνει την τέχνη από πράξη «ειδικών» σε καθημερινότητα – καθημερινών ανθρώπων.
Αυτό είναι το πιο σπουδαίο. Ο δάσκαλος και σκηνοθέτης Νίκος Μπουσδούκος, ο βασικός συντελεστής αυτού του  εν εξελίξει θαύματος (οι παραστάσεις τελειώνουν την Κυριακή. Σπεύυσατε!) αποδείχνει ότι ο απλός άνθρωπος δεν μπορεί να είναι μόνο καταναλωτής – πελάτης, αλλά πρέπει, κυρίως, να είναι πολίτης παραγωγός καλλιτεχνικού έργου. Αυτό το πετυχαίνει με ένα ξεκάθαρο «σύστημα». Καλή γνώση του αντικειμένου, ομαδική δουλειά, αγάπη γι αυτό που κάνει, πάθος, μεγάλη υπομονή και ανοχή (ίσως περισσότερη από ότι χρειάζεται) και βέβαια χωρίς σπατάλες και πολυτέλειες, απαίτηση για τις αναγκαίες υλικές υποδομές.
Με τις παραστάσεις της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή από το Λαϊκό Θέατρο πείστηκα  ότι αυτό που έχουν ανάγκη οι υποψήφιοι εν όψει δημοτικών εκλογών είναι το «σύστημα Μπουσδούκου». Ο Νίκος Μπουσδούκος θα ήταν ο ιδανικός δήμαρχος. Και είμαι σίγουρος πως θα δεχόταν μια τέτοια υποψηφιότητα αν έστω και για λίγο πίστευε, ότι είναι πιο σημαντικό να διοικείς ένα δήμο, από το να ανεβάζεις μια θεατρική παράσταση.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.